Tα καθαρά χωράφια βγάζουν τα καλύτερα φυτά! 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΛΑΚΤΙΑ

(ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΚΡΑΝΙΔΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ)

Ένα ωραίο παραμύθι με ολοζώντανες ιστορίες!  Ονομάζεται Γαλακτία η προορατική και διορατική Γερόντισσα της Κρήτης!  Ευχαριστώ που με έκανε κόρη της!  Ευγνωμονώ που την είχα και την έχω μάνα μου!  Συναρπαστική η συντροφιά της σαν παραμύθι!  Πραγματική σαν επιστημονικό ντοκιμαντέρ!  Ζούσα το υπερφυσικό κάθε μέρα και σαν υπνωτισμένη από την Θεία Χάρη το δεχόμουνα ως ευχάριστη φυσική έκπληξη.  Περνούσα μαζί της παραδεισένια τον καιρό μου χωρίς να δημιουργεί η λογική απορίες, ούτε η συντροφιά να μου φαίνεται ανόμοια για τα δικά μου αμαρτωλά δεδομένα!  Τώρα τα αξιολογώ όλα αυτά, θαυμάζω, εκπλήσσομαι, απορώ, κατανύσσομαι, κλαίω και συχνά μονολογώ: <έζησα κάτω από την σκιά μιας ουράνιας, τόσο θαυμαστής γυναίκας και το άντεξα;>.  Ησυχία Θεού ήταν η συναναστροφή μαζί της, απόλαυση καρδιακής ειρήνης, εσωτερικής πληρότητας, ευεξίας ψυχικής, δεν ξέρω αν έχω λέξεις κατάλληλες να εκφρασθώ.

Δεν είχε ευσεβιστικούς καθωσπρεπισμούς και επιτιμητικές κεραυνοβολήσεις, ούτε «θεουσίστικους» καμουφλαρισμένους αυτολιβανισμούς.  Έλεγε «είμαι το μηδέν του κόσμου» και το επικύρωνε ο τρόπος ζωής της!  Δίδασκε επαγωγικά σαν παράδειγμα ζωής, πάντα την συναντούσες με τους Χαιρετισμούς και το Ψαλτήρι στα χέρια, δίδασκε με τις όμορφες διηγήσεις της από τον παπά Νικόλα τον αγιασμένο παππού της και τα χαριτωμένα δρώμενα της τοπικής λαϊκής ευσέβειας και ζωής.  Δίδασκε με λεπτές εγχειρήσεις που έκανε, αργότερα τις αντιλαμβανόσουν γιατί σε χαλάρωνε εκείνη την στιγμή το αναισθητικό της αγάπης της και θαύμαζες για τις τόσο διακριτικές και εύστοχες επεμβάσεις της…

Δεχόμουν, τότε τουλάχιστον, το ξαναζύμωμα της οντότητάς μου, χωρίς να εκπλήσσομαι καθόλου για τις παιδαγωγικές και τις διορθωτικές της δεξιότητες.  Γνώριζε τα πάντα, απαντούσε άμεσα, χωρίς δική μου πληροφόρηση στους λογισμούς μου, στα προβλήματά μου που της εξέθετα σχεδόν πάντα, (αν και δεν είχε ανάγκη να ακούσει και κάποιες φορές εκείνη προέτρεχε στο λόγο) και ενώ χαιρόμουν, δεν κόμπιαζα κοντά της, δεν απορούσα για τα χαρίσματά της αλλά δεχόμουν το παράδοξο θαύμα σαν κοινότυπο πράγμα μέσα στην απαλή ατμόσφαιρα των ανθρώπων του Θεού.  Πώς γινόταν τότε όλα αυτά, τώρα το αναρωτιέμαι, απορώ πώς κοίταζα ένα ατέρμονο ουρανοξύστη και δεν σωριάστηκα από την ιλιγγιώδη αυτή ενατένιση…   Τώρα ζαλίζομαι γιατί βλέπω την φοβερή ανισότητα των μεγεθών και την, παρά ταύτα, ισόρροπη κατάσταση των μεγάλων αυτών αντιθέσεων, δηλαδή της δικής της μεγαλωσύνης και της δικής μου μηδαμινότητας!  Τώρα μου φανέρωσε ο Θεός ολόκληρες τις διαστάσεις του τότε χαρισματικού περιβάλλοντος που έζησα με απλότητα και άνεση και με κυριεύει θαυμασμός, δάκρυα και απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη.

Καμία διαχωριστική γραμμή δεν υπήρχε πνευματικού χαρακτήρα που να σε κάνει να την βλέπεις απόμακρη, μοναδική, στηλωμένη πάνω σ’ ένα βάθρο τελειότητας.  Όλα τέλεια ομολογουμένως ήταν κοντά της αλλά και τόσο οικεία, ζεστά, γλυκά, απλά, που ένοιωθες σαν βρέφος που θηλάζει πνευματικό γάλα χωρίς νοητική έκπληξη ή την παραμικρή στοχαστική διερεύνηση για το πώς και το γιατί γίνεται αυτό…  Παράδεισος ανέκφραστος αλλά και χώρος ανθρώπινος και βολικός…  Πώς βολεύονται τα παιδιά στην αγκαλιά των γονιών;  Κάπως έτσι αν και ασυνήθιστο και εκπληκτικό το φαινόμενο.  Δεν το είχα συναντήσει ποτέ μέχρι τότε, ούτε και θα το ξανασυναντήσω ποτέ.  Είμαι σίγουρη!  Αναρωτιέμαι:  <Είχε τόσους κοντά της και δινόταν σε όλους το ίδιο, με τον ίδιο θυσιαστικό τρόπο και ήταν για καθένα μας μοναδική!  Πώς τα κατάφερνε να μοιράζεται όμοια με όλους την θυσιαστική μητρική αγάπη χωρίς να δαπανάται, να κουράζεται και εξαντλεί το άγιο περιεχόμενο της καρδιάς της>.

Ήταν για όλους το ίδιο και καθένας την ένοιωθε μοναδικά δοσμένη σ’ αυτόν, αποκλειστική σκέπη που περιφρουρούσε την ύπαρξή του…  Εμένα τουλάχιστον με αναγέννησε.  Ήρθα νεαρή πρωτοδιόριστη δασκάλα στο Ζαρό το 2011.  Ήρθα από το νησί του Πανορμίτη στην Σύμη.  Φαίνεται ο Αρχάγγελος που παρακαλούσα με οδήγησε και με παρέδωσε στο πιο δικό του πρόσωπο.  Την Γερόντισσα Γαλακτία!  Μια φίλη μου η Κατερίνα Λενιδάκη-Ζωγραφάκη ενδιάμεσο πρόσωπο για την γνωριμία.  Αυτό ήταν!  Η γιαγιά με υιοθέτησε!  Χόρτασα ανύστακτο ενδιαφέρον, μητρική αγκαλιά, στέγη οικειότητας.  Ήρθα ξένη και έγινα κρητικιά εξ’ αιτίας της!  Χόρτασα σύνδεσμο με παιδιά του Χριστού, χόρτασα και υλικά κοντά της, τρώγαμε, παίζαμε ακόμη μαζί, ψυχαγωγήθηκα από την χαρούμενη συμπεριφορά της και το λεπτό χιούμορ της.  Σε εκφόρτιζε, σε ανέβαζε, έχανες την βαρύτητα του σώματος, καταλάβαινες τον έσω άνθρωπο να σκιρτά και να αναπαύεται, αλλά δεν άφηνες περιθώριο να την ψηλώσεις στα μάτια σου και να την μυθοποιήσεις….  Τα πάντα μοιραζόταν μαζί μου!

Δεν είχε πατερναλισμούς και γεροντισμικές υπεροψίες.  Ένοιωθε τον εαυτό της υπό κάτω πάντων και δημιουργούσε κλίμα ευφορίας, ψυχικής αποφόρτισης, ταπείνωσης αλλά και ισορροπημένης σκέψης και συμπεριφοράς.  Ήταν ασύγκριτα μεγάλη για πολλά αλλά και για ένα ακόμη λόγο.  Μίκρανε πολύ τον εαυτό της χωρίς να χάνει την μεγαλωσύνη της, για να κάνει να νοιώθει κοντά της κάθε άνθρωπος, όχι απλά μεγάλος αλλά και γίγαντας!

Συνεχώς της τηλεφωνούσα.  Ήθελα να την ακούω για να παίρνω δύναμη.  Μαζί μεσημέρια, βραδινά, απογευματινά.  Το σπίτι της πανδοχείο.  Κέντρο ανεφοδιασμού δύναμης, έμπνευσης, αντοχής, ανέλιξης πνευματικής.  Έφερα τους δικούς μου και τους υιοθέτησε κι αυτούς.  Όλους μας είχε έννοια.  Τηλεφωνούσε για να χαρεί στη χαρά μας, για να δώσει δύναμη στον πόνο μας.  Και σε μια θεία μου έγινε σκιά της.  Όλη η οικογένεια την είχε αποκούμπι και θεμέλιο.  Η διόραση δυνατή.  Την έκρυβε στην απλότητα αλλά την αποκάλυπτε στην αγωνία.  Όταν καθυστερούσα να επιστρέψω στο δωμάτιό μου και χασομερούσα με κάνα δύο φίλες μου σε καμία καφετέρια, έπεφτε τηλεφώνημα:  «Φωτεινούλα μου, ώρα για το σπίτι σου τώρα.  Αρκετά καθίσατε…».  Απορούσα αλλά και διασκέδαζα την υπερφυσική δύναμη και αγάπη της γιαγιάς μας.  Τώρα την ιερολογώ αυτή την δυνατότητά της και έχω την ανάμνησή της κειμήλιο στο ιστορικό αρχείο της καρδιάς μου…  «Το δωμάτιό σου έχει αυτές τις διαστάσεις.  Ένας ενιαίος χώρος είναι, μεγάλο τετράγωνο ισομετρικό δωμάτιο.  Το έχεις διαρρυθμίσει έτσι, έτσι κι έτσι… κάνεις αυτό κι αυτό κι αυτό… σε παρακολουθώ με αγάπη…».

Δεν φαντάζεστε τι ασφάλεια ένοιωθα κάτω από το άγρυπνο διορατικό μάτι της γιαγιάς… οι συμβουλές της, καθοριστική πυξίδα ζωής:

«Άκου καμάρι μου… θέλω η καθαρότητά σου να ’ναι η καλύτερη προίκα στο γάμο σου…  τα καθαρά χωράφια βγάζουν τα καλύτερα φυτά!  Τα χρησιμοποιημένα βγάζουν άρρωστες και ανώφελες καλλιέργειες… ένα χρησιμοποιημένο θέλει λίπασμα, κοπριά, ξεκούραση και πάλι δεν γίνεται σαν το καθαρό.  Έτσι και η ύπαρξη του ανθρώπου.  Αν βρωμίσει με αμαρτίες, βγάζει ανώφελα παιδιά, προβληματικά.  Θέλει μετά εμπλουτισμό από τα έργα της μετάνοιας και πάλι δεν γίνεται σαν το καθαρό.  Τα αμαρτήματα αυτά δημιουργούν χάσματα μεγάλα και θέλουν αγώνα μετά να κλείσουν…»

«Φωτεινούλα μου, τον σύζυγό σου θα τον ζητάς από τον Αρχάγγελο.  Θα σου στείλει το κατάλληλο για σένα παιδί, να είσαι σίγουρη και θα το καταλάβεις τότε από ένα δυνατό σήμα στην καρδιά.  Όχι στον εγκέφαλο.  Θα είναι ηρεμία, σιγουριά, αποφασιστικότητα, αγάπη.  Όλα μαζί θα ’ναι.  Δεν θα το εξηγείς αλλά θα το ζεις…»

« Θα καταλάβεις αν πραγματικά σε αγαπά ο σύζυγός σου, αν σε σέβεται.  Αν δεν σε σέβεται, αγαπά τον εαυτό του μόνο και τα πάθη του και εσύ θα είσαι το μέσον να τα χορτάσει.  Δεν θα είσαι η συμπληρωματική του αγάπη…».

«Θα προσέχεις από τα τρία θανάσιμα αμαρτήματα των παντρεμένων για να ζεις πάντα θεϊκά, όμορφα στο γάμο σου

  • Άμβλωση (έκτρωση)

  • Ατιμία (μοιχεία)

  • Ανωμαλία (παρά φύση πράξεις). Και θα προσέχετε τα Σαββατόβραδα, τα σκολόβραδα και τις Άγιες μέρες… ».

Μου έλεγε: «θα θυμιατίζεις κάθε μέρα για να αγιάζεις το σπίτι σου….».  Και μου υπέδειξε πώς να προσεύχομαι και να αναπέμπω το θυμίαμα στο Θεό.  Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι αυτό θα ήταν καθημερινότητα στον οικογενειακό βίο μου.  Ήρθε, όμως, φυσικά και αβίαστα, σαν αύρα λεπτή αυτή η συνήθεια, από την αλησμόνητη μαθητεία μου κοντά της.

Τα χρόνια πέρασαν αστραπή.  Έφυγα από την αγαπημένη Κρήτη.  Γύρισα δασκάλα στη Σύμη.  Τα τηλεφωνήματα καθημερινά.  Τα ταξίδια συνεχή.  Κυρίως για την γλύκα μου, την Γεροντισσούλα μου. Ώσπου ήρθε η σωματική πτώση.  Μικροεγκεφαλικά.  Σταδιακή απώλεια της μνήμης.  Δεν με γνώριζε πιά.  Τελευταία παρακαταθήκη.  «Θα εξομολογείσαι πάντα στον π. Αντώνιο.  Και θα κάνεις ό,τι σου λέει».

Το 2017 γνώρισα τον άνδρα μου.  Στρατιωτικό.  Η γιαγιά πλέον κατάκοιτη, δεν θυμόταν κανένα, δεν άκουε σχεδόν τίποτα.  Τα βιώματα που ένοιωσα στην γνωριμία μου με τον μέλλοντα σύζυγό μου, ήταν εκείνα που μου περιέγραφε ότι θα νοιώσω όταν τον συναντήσω, έπειτα από συνεχή προσευχή.  Όμως ήθελα την επικύρωσή της.  Αδύνατη όμως η επικοινωνία μαζί της.  Έκανα προσευχή και τηλεφώνησα.  Απάντησε η Ριρίκα.  Είπα όσα με απασχολούσαν.  Κάποια στιγμή, έκπληκτες ακούμε την φωνή της γιαγιάς: «Ριρίκα, δώσε μου το τηλέφωνο»!  Το δίνει η Ριρίκα ξαφνιασμένη.  Και ακούω την γιαγιά, σαν τον παλιό αλησμόνητο καιρό:  «Άκου παιδί μου.  Αυτός είναι ο άνδρας σου.  Δεν είχε καλύτερο να σου στείλει ο Αρχάγγελος.  Προχώρα και μη φοβάσαι»!!!  Τί να πω;  Υπάρχουν λόγια;  Δρομολογήθηκε με την ευχή και την έγκρισή της η καινούργια ζωή μου.  Και είναι όντως ευλογημένη.

Λησμόνησα να αναφέρω, ότι μου τόνιζε πολύ τον Κυριακάτικο εκκλησιασμό.  Και μάλιστα από το πρωί, γιατί θα εμφανισθεί ο αναστημένος Χριστός μέσα από το Ευαγγέλιο που θα βγάλει για προσκύνηση ο Ιερέας.  Αν δεν είμαστε πρωί, θα στερηθούμε την ευλογία Του.  Μια Κυριακή δεν ξυπνούσα.  Ένα κατάλευκο μεγάλο περιστέρι τίναξε έντονα τα φτερά του στα πόδια μου.  Ξύπνησα, το χάζεψα αλλά το έχασα… τί ήταν αυτό πάλι;  Αναρωτήθηκα.  Αργότερα, μου εξήγησε αυθόρμητα η γιαγιά: «Βρε υπναρού!  Πρέπει να στέλνουμε περιστέρια και αγγέλους να σε ξυπνούνε;».

Η μητέρα μου χρόνια έλεγε:  <άντε να πάω να δω τη Γερόντισσα και ας φύγει μετά μόνο να την προλάβω>.  Αξιώθηκε επιτέλους κάποια φορά να την επισκεφθεί και όταν την πρωτοαντίκρυσε της κάνει με νόημα η γιαγιά νεύμα με το χέρι να πάει κοντά της.  Της είπε με χαμόγελο: «ήρθες και με είδες.  Τώρα να φύγω;  Μ’ αφήνεις να φύγω;».  Έμεινε κόκκαλο η μαμά μου γιατί είχε διαβάσει τη σκέψη της και την επιθυμία της.  Επίσης μου έλεγε ότι το χρώμα του ουράνιου φωτός είναι σαν ένα λουλουδάκι που έχει στην αυλή της, γαλάζιο και με απόχρωση μωβ.  Μού ’λεγε επίσης, ότι να έτσι όπως καθόμαστε το Άγιο Πνεύμα περνά από πάνω μας σαν βοή βουητό.  Επίσης εκεί που καθόμασταν σταυροκοπούσε τον ουρανό γιατί έλεγε περνούσαν από πάνω αεροπλάνα και μαχητικά κι εγώ δεν άκουγα τίποτα.

Είπε πάλι σ’ εμένα κάποτε:  «Κρίμα να αδικούν οι γονείς τα παιδιά».  Δεν κατάλαβα τι εννοούσε αλλά με προσανατόλισε έπειτα σε κάποια συνάδελφό μου…  Εγώ τότε την είχα γνωρίσει και δεν ήξερα τις συνθήκες ζωής της, ούτε είχα τόσο αέρα να ρωτήσω.  Όταν της το είπα κάποια στιγμή, μου εξήγησε ότι το είπε, επειδή ο πατέρας της δεν της είχε φερθεί ποτέ καλά…

Όταν πάλι, έγιναν οι φονικές πλημμύρες στην Σύμη πριν τρία χρόνια, η γιαγιά ήταν κοντά μας.  Και ενώ κινδυνεύσαμε, δεν μας συνέβη κακό.  Κατάκοιτη ήταν και με πλήρη αμνησία.  Και όμως φώναζε εκείνο το πρωινό και έκανε τη Ριρίκα να απορήσει:  «Παναγία μου!  Η Φωτεινή, η δασκάλα…».  Κατάλαβε τον κίνδυνο και μας είχε έγνοια.

Αυτές είναι οι πτωχές καταθέσεις μου για την νεοφανή μεγάλη Αγία της Κρήτης.  «Ακούραστη» και τώρα θα προστρέχει δίπλα μας, αφού στην ουράνια κατοικία το συνεχές έργο είναι απαλλαγμένο από τα στοιχεία του άγχους, του άχθους και του μόχθου.  Ακούραστη, χωρίς το παραμικρό ίχνος δυσαρέσκειας, μας συμπαραστάθηκε και όταν ζούσε στη γη, σαν αληθινή μάνα που έκανε ασκητική διάνοιξη στην καρδιά της για να χωρέσει με αγαπητική πρόσληψη όλο τον κόσμο.

Αλλά ας περατώσω τον λόγο.  Είπα πολλά αλλά και ελάχιστα για την μεγαλειωδέστερη μορφή που σφράγισε την ψυχή μου.  Η ζωή και το έργο της Γερόντισσας με λίγα λόγια, μας γυρίζουν πίσω.  Σε χρόνους αποστολικούς.  Μας ανοίγουν σελίδες των πρώτων χριστιανικών αιώνων.  Και ξαναζωντανεύουν μορφές και πράξεις από την «Φαβιόλα» και το Συναξαριστή.  Κάπου εκεί, στις στροφές των κατακομβών και στις λυχναψίες του όρθρου μας καλεί η πνευματοφόρος Γερόντισσα – τελευταίο της αρχοντικό κάλεσμα «εν υπερώω τόπω».  Τον π. Αντώνιο το παιδί της, τον Αντώνη της, τη Σούλα της, τον Ηρακλή της, τη Ριρίκα της, την Αντωνία της, τον Ανδρέα και την Κατερίνα της, τον Γιώργη και τη Λίτσα της και όλα τα παιδιά της.

Πιστεύω, έσχατη πάντων «ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι» κι εμένα την αμαρτωλή.  Μας καλεί για να μας μεταποιήσει και να μας αφήσει ελεύθερους έπειτα να περιπλανηθούμε μέσα σε φως ιλαρό, δόξης αγίας.  Αυτό που έζησε και ενθουσιωδώς έψαλλε. Αμήν!

 

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *