
Ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 5ῃ Αὐγούστου 2026
Ἄρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἀποτελεῖ κεντρικὸ γεγονὸς τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας, κατέχει δὲ ἐξέχουσα θέση στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ δράση τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ καὶ περιγράφεται καὶ ἀπὸ τοὺς τρεὶς συνοπτικοὺς εὐαγγελιστὲς ὡς γεγονὸς ποὺ ἔλαβε χώρα ὀλίγον πρὸ τοῦ πάθους. Ἐπίσης καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μας δίδει σαφῆ ὑπαινιγμὸ περὶ αὐτοῦ στὸ Εὐαγγέλιό του μὲ τὴν φράση: «καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰω.1,14), ὅπου ὁμιλεῖ ἐκ πείρας ὡς αὐτόπτης μάρτυς τοῦ θαύματος. Οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ποὺ περιγράφουν τὸ γεγονὸς εἶναι βέβαια συντομώτατες, τὸ πνευματικὸ ὅμως καὶ θεολογικὸ βάθος τῶν ἀληθειῶν ποὺ ἀναδύονται μέσα ἀπὸ αὐτὸ εἶναι ἀπροσμέτρητο καὶ ἀπρόσιτο σὲ ψυχὲς μὴ τεθεωμένες, σὲ νόες ἐσκοτισμένους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ σὲ κάθε ἕναν, ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ τὸ προσεγγίσει μὲ τὴν δύναμη τῆς λογικῆς. Μόνον ψυχὲς ποὺ ἔχουν ἀνέβει σὲ ὑψηλὰ πνευματικὰ μέτρα θεώσεως καὶ ἔχουν τὴν ἐμπειρία τοῦ θείου Φωτός, καὶ αὐτοὶ βέβαια εἶναι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, μόνον αὐτοὶ μποροῦν νὰ μᾶς χειραγωγήσουν μὲ ἀσφάλεια καὶ νὰ μᾶς ἀποκαλύψουν κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως ἐφικτὸν μὲ κτιστὲς λέξεις καὶ νοήματα τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ μυστηρίου καὶ τὶς σωτηριολογικές του προεκτάσεις.
Γύρω ἀπὸ τὸ ὑπερφυὲς αὐτὸ γεγονός μας ὁμιλεῖ προφητικὰ ὁ προφητάναξ Δαυΐδ στὸν 23ο Ψαλμό του: «Τὶς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὅρος τοῦ Κυρίου καὶ τὶς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ;».
Ποιός εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀνεβεῖ στὸ ὅρος τοῦ Κυρίου καὶ νὰ σταθεῖ στὸν ἅγιο τόπο του; Ὁ ἴδιος ὁ Ψαλμωδὸς δίνει καὶ τὴν ἀπάντηση: «Ἀθῶος χερσὶ καὶ καθαρὸς τὴ καρδία, ὀς οὐκ ἔλαβεν ἐπὶ ματαίῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ». Αὐτὸς τοῦ ὁποίου τὰ χέρια, οἱ πράξεις του καὶ ἡ καρδιά του εἶναι ἀθώα καὶ καθαρά. Αὐτὸς ποὺ τὴν ψυχή του δὲν τὴν ἔστρεψε σὲ γήινες ματαιότητες, ἐνῷ στὶς σχέσεις του μὲ τὸν πλησίον ὑπῆρξε πάντοτε εὐθὺς καὶ εἰλικρινής, χωρὶς δόλο καὶ πονηρία. Αὐτὸς μόνο θὰ λάβει τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀνέλθει μαζί Του στὸ ὅρος τὸ ὑψηλό, τῆς Μεταμορφώσεως, καὶ νὰ ἀπολαύσει τὴ θεϊκὴ Τοῦ δόξα.
Μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἔχουμε πρωτίστως καὶ κυρίως τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὸ Φὼς ποὺ ἔλαμψε πάνω στὸ ὅρος Θαβὼρ εἶναι τριαδικὸ Φὼς καὶ ἡ πανήγυρις τῆς Μεταμορφώσεως τριαδικὴ πανήγυρις, παρόμοια μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε ἀκριβῶς ὀκτὼ μῆνες νωρίτερα. Ὅπως δὲ στὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων «ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις», ἔτσι καὶ ἐδῶ στὴν Μεταμόρφωση ἔχουμε πάλι τριαδικὴ φανέρωση. Ἡ φωνὴ τοῦ Πατρὸς ἀκούγεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ μαρτυρεῖ περὶ τοῦ Υἱοῦ, ὁ Υἱὸς καταλάμπεται ὅλος ἀπὸ τὸ ἄκτιστο τριαδικὸ Φῶς, τὸ δὲ Πνεῦμα ἐμφανίζεται ὄχι πλέον ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἀλλ’ ἐν εἴδει φωτεινῆς νεφέλης. Ἡ φωτεινὴ νεφέλη δὲν εἶναι φυσικὸ ἀτμοσφαιρικὸ φῶς, ἀλλὰ ἄκτιστο Φῶς καὶ αἰώνιο. Ὅπως παρατηρεῖ σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὕμνους τῆς ἑορτῆς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «Ὁ στῦλος τῷ Μωϋσεὶ Χριστόν τον μεταμορφούμενον, ἡ δὲ νεφέλη σαφῶς τὴν Χάριν τοῦ Πνεύματος τὴν ἐπισκιάσασαν ἐν τῷ Θαβωρίω παρεδήλου ἐμφανέστατα».
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, μεγάλος ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγει σὲ μιὰ ὁμιλία του στὴ Μεταμόρφωση, ὅτι ἡ νεφέλη τῆς Μεταμορφώσεως, ἦταν ἡ ἴδια ἡ περιστερά, ποὺ φάνηκε στὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο: «Νεφέλη… φωτεινή…η ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην μικρὸν ἔμπροσθεν καταπτάσα περιστερά, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κατιὸν ἄνωθεν ἐν εἴδει περιστερᾶς…».
Μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἔχουμε ἀκόμη τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς Θεότητος τοῦ Χριστοῦ, τῆς κεκρυμμένης ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀνθρωπίνης Τοῦ φύσεως. Ἡ δόξα τῆς Μεταμορφώσεως ἐνῷ εἶναι τριαδική, εἶναι ταυτόχρονα καὶ χριστολογικὴ δόξα. Ὁ Χριστός, ὅπως διδάσκουν οἱ Πατέρες, κατὰ τὴν Μεταμόρφωσή του ἀπεκάλυψε τὴν «πατρώα δόξα», δηλαδὴ τὴν δόξα τῆς Θεότητός του. Δίδει «σῆμα θεοπρεπὲς» κατὰ τὴν ἔκφρασιν ἑνὸς τροπαρίου, δηλαδὴ θεϊκὸ σημάδι τῆς Θεότητός του. Ἀφήνει νὰ φανεῖ «ἡ δυναστεία του», ἡ θεϊκή του δύναμη, καταυγάζοντας τοὺς μαθητὰς μὲ τὸ προαιώνιο καὶ ἄκτιστο Φῶς, τὸ ὁποῖον ἔλαμψε ὑπὲρ τὸν ἥλιον, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλο τὸ σῶμα του. Ἡ ἀποκάλυψη δὲ αὐτὴ δὲν ἦταν ὁλόκληρη, ἀλλὰ ἔγινε σὲ πολὺ περιορισμένο βαθμό, κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητος καὶ χωρητικότητος τῶν μαθητῶν. Οἱ μαθητὲς εἶδαν τὴν δόξα τῆς Θεότητος «ὡς ἠδύναντο», σύμφωνα μὲ τὸ ἀπολυτίκιο καὶ «ὡς ἐχώρουν» κατὰ τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, διότι ἀποκάλυψις μεγαλύτερης δόξης θὰ ἐσήμαινε ἀπώλεια τῆς ζωῆς των κατὰ τὴν ἔκφραση ἄλλου τροπαρίου: «τὸ μὲν πληροφορῶν αὐτούς, τὸ δὲ καὶ φειδόμενος μήπως σὺν τὴ ὁράσει καὶ τὸ ζῆν ἀπολέσωσιν». Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀνάστασή του «διήνοιξε τὸν νοῦν» τῶν μαθητῶν «του σινιέναι τὰς γραφὰς» διανοίγει τώρα τοὺς ψυχικοὺς καὶ σωματικούς των ὀφθαλμοὺς καὶ τοὺς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ βλέπουν. Τὸ σῶμα Τοῦ ἂν καὶ ἀκτινοβολεῖ ὁλόκληρο ἀπὸ τὸ ἄϋλον Θεῖον Φῶς, παραμένει γνήσια ἀνθρώπινο. Ἡ σάρκα του μεταμορφώνεται, ἐκλαμπρύνεται, ἀλλὰ δὲν ἀναιρεῖται. Μεταμορφωμένος στὸ ὅρος Θαβὼρ ὁ Χριστὸς παραμένει τόσο τέλεια ἄνθρωπος, ὅσο ἦταν στὴν κάθε ἄλλη στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Μόνον γιὰ λίγο παραμερίζεται «τῆς σαρκὸς τὸ πρόσλημμα», ἡ ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ δόξα τῆς Θεότητος, ποὺ ἦταν κρυμμένη κάτω ἀπὸ αὐτήν, χωρὶς πάντως νὰ ἐξαλείφεται, ἢ νὰ χάνεται μέσα στὸ θεῖον Φῶς. Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ θείου Φωτὸς δὲν ἦταν κάτι ἐπίκτητο, κάτι ποὺ δόθηκε ἔξωθεν στὴν ἀνθρώπινη φύση Του, ἀλλὰ ὑπῆρχε πάντοτε μέσα σ’ αὐτὴν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς συλλήψεως.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σὲ ὁμιλία του στὴν Μεταμόρφωση παρατηρεῖ: «Μεταμορφοῦται τοίνυν οὐχ ὁ οὔκ ἥν προσλαβόμενος, ἀλλ’ ὅπερ ἥν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐκφαινόμενος, διανοίγων τούτων τὰ ὄμματα».
Μέσα στὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἔχομε τρίτον τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τῆς θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ ἀμαυρωθεῖσα λόγῳ τῆς πτώσεως φύσις τοῦ Ἀδάμ, ἐκλαμπρύνεται στὸ ἀρχέτυπον κάλλος της καὶ στὴ θεία δόξα της στὸ πρόσωπο τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ. Ὅπως διατυπώνει ὁ ὑμνογράφος στὸ πρῶτο ἀπόστιχο τοῦ Ἑσπερινοῦ: «Σήμερον ἐπ’ ὅρους Θαβώρ, μεταμορφωθεῖς ἐπὶ τῶν μαθητῶν, ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος, ἐν ἑαυτῷ τὴν ἀνθρωπίνην ἀναλάβών οὐσίαν». Ἡ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὡστόσο, δὲν περιορίζεται μόνον στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δυνάμει τῆς ἀπολυτρωτικῆς Τοῦ θυσίας, ἐπεκτείνεται στὴν κάθε ἀνθρώπινη φύση. Στὴ δόξα τῆς Μεταμορφώσεως ὁ κάθε πιστὸς βλέπει τὴν δόξα τῆς ἰδικῆς του προσωπικῆς θεώσεως: «Ἐν τῇ θείᾳ σήμερον Μεταμορφώσει ἡ βροτεία ἅπασα φύσις προλάμπει θεϊκῶς, ἐν εὐφροσύνῃ κραυγάζουσα…», ἐπισημαίνει ὁ ὑμνογράφος στὸ προεόρτιο κοντάκιο.
Ἡ δόξα τῆς Μεταμορφώσεως ἔχει καὶ ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα, διότι εἰκονίζει ὄχι μόνον τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Δευτέρα του παρουσία, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁγίων, ὅταν ὁ Χριστὸς θὰ φανερωθῇ ὡς Θεὸς ἐν μέσῳ θεῶν, ὅταν «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Μάτθ.13,43), κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ἢ σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Παύλου: «ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κόλ.3,4). Μ’ ἄλλα λόγια στὴν Μεταμόρφωση ἔχουμε ὄχι μόνον τὴν ἐπάνοδο τῆς ἀμαυρωθείσης λόγῳ τῆς πτώσεως ἀνθρωπίνης φύσεως στὴν πρὸ τῆς πτώσεως κατάσταση, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο, τὴν ἐσχατολογικὴ ἀνύψωσή της στὴν δόξα τῆς θεώσεως, τὴν ὁποία θὰ ἀξιωθοῦν οἱ ἅγιοι κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. «Τὴν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν», λέγει ἕνα τροπάριο τοῦ ὄρθρου, «τὴν μετὰ δόξης σοῦ Σωτήρ, ἐν τῇ Δευτέρᾳ καὶ φρικτὴ τῆς σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπὶ τοῦ ὅρους Θαβὼρ μετεμορφώθης». Κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο οἱ μαθητές, ζοῦν «τὰ προοίμια τῆς ἐνδόξου αὐτοῦ παρουσίας», βιώνουν τὴν αἰωνιότητα μέσα στὸν χρόνο.
Ἀτενίζοντες πρὸς τὸ Θαβὼρ μ’ αὐτὴ τὴν ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ καὶ κατανοοῦντες τὸ ὕψος τῆς θεώσεως, στὸ ὁποῖο μᾶς ἐκάλεσε ὁ Κύριος, συνειδητοποιοῦμε ταυτόχρονα τὸ μέγεθος τῆς ἀποστάσεως, ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν τελικό μας προορισμό, καθὼς καὶ μετὰ τὸ βάπτισμα, δυστυχῶς, ἀμαυρώσαμε τὸ κατ’ εἰκόνα μὲ πλῆθος προσωπικῶν ἁμαρτημάτων.
Κατανοοῦμε ἀκόμη τὴν ἀναγκαιότητα τῆς μετανοίας καὶ τῆς καθάρσεως, ποὺ εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς πρὸς ἐπανάκτηση τοῦ ἀρχαίου κάλλους, ἡ μόνη ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν προσωπική μας θέωση, στὴ μέθεξη καὶ ἐμπειρικὴ βίωση τοῦ θείου Φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως. «Χθαμαλὸς νοῦς» γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας «οὐκ ἂν γένοιτο πρὸς θεωρίαν ἐπιτήδειος, ἀλλ’ ὁ των γηΐνων κατεπαρθείς… καὶ τῆς τῶν παθῶν ὑψηλότερος καταδυναστείας χρηματίσας» (PG 72, 653). Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει σηκωθεῖ πάνω ἀπὸ τὰ γήινα καὶ ἔχει γίνει ὑψηλότερος ἀπὸ τὴν καταδυνάστευση τῶν παθῶν, μόνο ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος νὰ ἀπολαύσει πνευματικὰ θεάματα καὶ νοήματα.
Μὲ τὴν μετάνοια, λοιπόν, καὶ τὴν ἀσκητικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγή, ποὺ ὑποδεικνύει ἡ Ἐκκλησία μας, ἡ καρδία τοῦ κάθε πιστοῦ μεταβάλλεται σταδιακὰ καὶ προοδευτικὰ σὲ Θαβώρ, καταυγάζεται μὲ τὸ Φῶς τῆς Θείας Χάριτος, προγεύεται ἀπὸ τώρα τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπόν, ἀδελφοί μου, νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας μὲ διαρκῆ καὶ ἰσόβια μετάνοια, ἔτσι ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ γίνουμε μέτοχοι τοῦ θείου φωτὸς καὶ τῆς θείας ζωῆς ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή, ἐν τέλει δὲ καὶ κληρονόμοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀμήν.
