
Τὸν μακρινὸ Καναδᾶ ὁ Νικόλαος Σωτηρόπουλος ἐπισκέφθηκε ὀκτὼ συνολικὰ φορές, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη χώρα τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Κατὰ τὶς ἐπισκέψεις του αὐτὲς, τὰ ἔτη 1981, 1988, 1990, 1992, 1994, 1998, 2002 καὶ 2005, μίλησε σὲ πολυπληθῆ ἀκροατήρια στὶς πόλεις Τορόντο, Μόντρεαλ καὶ Βανκούβερ, ἀγαπήθηκε πολὺ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς Ἑλληνοκαναδοὺς ὁμογενεῖς, ἀλλὰ καὶ διώχθηκε πολὺ ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή.
Κατὰ τὶς πέντε τελευταῖες ἐπισκέψεις του, τὴ φιλοξενία στὴν πόλι τοῦ Τορόντο προσέφερε ὁ γράφων, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐκ τούτου, ἔχει ἰδίαν ἀντίληψι τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν διωγμῶν, ποὺ ὑπέστη, ἀλλὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως, ποὺ χάρισε σὲ ἑκατοντάδες ἀνθρώπους μὲ τὰ ψυχοσωτήρια κηρύγματά του καὶ τὴν ὑγιαίνουσα καὶ Ὀρθοδοξοτάτη διδασκαλία του.
Τὸ καθημερινό του πρόγραμμα συμπεριλάμβανε ἐπισκέψεις σὲ σπίτια γιὰ διάλογο μὲ αἱρετικούς, συνεντεύξεις σὲ ραδιοφωνικοὺς ἢ τηλεοπτικούς σταθμούς, μία ὥρα τὸ πολὺ ξεκούραση πρὶν τὸ κήρυγμα καὶ βραδυνὴ ὁμιλία. Ἡ κάθε ὁμιλία διαρκοῦσε μιάμιση ὥρα καὶ ἔπειτα ὁ θεολόγος ἀπαντοῦσε ἀπὸ τὸ βήμα σὲ πλῆθος ἐρωτήσεις, ποὺ ὑπέβαλαν οἱ ἀκροατές. Ὅταν ἐπιστρέφαμε στὸ σπίτι, κατάκοπος ἀπὸ τὴν πολύωρη ὀρθοστασία, δὲν ξεκουραζόταν οὔτε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ φαγητοῦ, ἀφοῦ καὶ τότε ἀκόμη κτυποῦσε ἀδιάκοπα τὸ τηλέφωνο καὶ ζητοῦσαν νὰ τοῦ μιλήσουν γιὰ διάφορα θέματα ὄχι μόνο έκκλησιαστικά, ἀλλὰ καὶ οἰκογενειακά, ὑγείας κ.ἄ. Ποτέ δὲν εἶπε ὄχι σὲ κανέναν. Ὅλους τοὺς ἄκουε μὲ ὑπομονὴ καὶ τοὺς ἔδινε τὶς κατάλληλες συμβουλές.
Κάποτε, μᾶς παρακάλεσαν νὰ πᾶμε σ’ ἕνα σπίτι μήπως καὶ ὁ θεολόγος μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του καταφέρει καὶ μεταστρέψει μία μέσης ἡλικίας Ἑλληνοκαναδὴ Μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ στὴν Ὀρθοδοξία. Πήγαμε καὶ ἔγινε ἐκτενὴς συζήτησι καὶ ἔρευνα τῶν Γραφῶν, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ταλαίπωρη ἐκείνη γυναῖκα σὲ φοβερὸ ἀδιέξοδο.
Ἡ ἀλήθεια τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα, στὰ ὁποῖα τὴν παρέπεμπε, αὐτὴ ὅμως ἀρνεῖτο πεισματικὰ νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. «Τί εἶπε ἐδῶ στὸ Ἰωάν. 20:28 ὁ Θωμᾶς, βλέποντας τὸν Χριστὸ ἀναστημένο; “Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου”. Τὸ εἶπε ἢ δὲν τὸ εἶπε;», τὴν ρώτησε. «Τὸ εἶπε», ἀπάντησε ἐκείνη. «Επομένως, ὁ Χριστὸς εἶναι Κύριος, δηλαδή Γιαχβέ (στὰ Ἑβραϊκά), καὶ Θεός». «Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Θεός», τοῦ ἀπάντησε ἐκείνη. «Τί λέει στὸ Τίτ. 2:13; Δὲν λέει, “προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ”;», τὴν ξαναρώτησε. «Τὸ λέει», ἀπάντησε ἐκείνη. «Άρα, συμφωνεῖς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὄχι ἁπλῶς Θεός, ἀλλὰ ὁ μεγάλος Θεὸς καὶ σωτῆρας;», τὴν ξαναρώτησε. «Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Θεός», ἦταν ἡ ἀπάντησι. Ὁ διάλογος κράτησε μία περίπου ὥρα. Θαύμαζα τὴν ὑπομονή του, ἡ ὁποία, όπως ἀποδείχθηκε, εἶχε καὶ αὐτὴ τὰ ὅριά της. Τελικά, βλέποντας τη σατανική εμμονή της στην αἵρεσι καὶ τὴν ψυχική της πώρωση και αμετανοησία, σηκώθηκε ἐπάνω πλήρης ἱεροῦ θυμοῦ καὶ ἀγανακτήσεως καὶ τῆς λέγει μὲ ἐκείνη τὴ βροντερή φωνή του: «Έχεις τὸν διάβολο μέσα σου»! Καὶ αὐτὸ δὲν ἦταν ὕβρις· ἦταν ἡ σκληρή πραγματικότητα. Εἶθε ἡ ψυχὴ αὐτὴ νὰ μετανόησε καὶ νὰ σώθη, ἂν καὶ ἀμφιβάλλω σφόδρα.
Στὴν ἐπίσκεψι τοῦ 1992, ἡ προσέλευσι τοῦ λαοῦ στις ὁμιλίες ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Στὴν τελευταία ομιλία με θέμα «Αντίχριστος καὶ Οἰκουμενισμός» κατέκλυσαν τὴν αἴθουσα πάνω ἀπὸ 1.200 άτομα! Ήταν τόση ή δύναμι καὶ ἡ χάρι τῶν ἀνεπανάληπτων ἐκείνων κηρυγμάτων καὶ τόσος ὁ παλμὸς καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ, ὥστε εξερχόμενοι οἱ ἀκροατὲς ἀπὸ τὴν αἴθουσα ἐπαναλάμβαναν τὸν λόγο τῶν Ἰουδαίων ἐκείνων, ποὺ ἔστειλαν οἱ Φαρισαῖοι νὰ κατασκοπεύσουν τὸν Χριστό, ἐλαφρώς παραλλαγμένο! «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν θεολόγος, ὡς οὗτος ὁ θεολόγος»!
Εὐσεβὴς δὲ γυναίκα μᾶς εἶπε ἀργότερα, συγκλονισμένη, ὅτι τὴν ὥρα τοῦ κηρύγματος ἔβλεπε φλόγες νὰ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ χαρισματικοῦ ἱεροκήρυκα! Πράγματι, ὁ λόγος του ήταν πύρινος.
Καὶ ὅπως τὸ ὑλικὸ πῦρ φωτίζει, ἀλλὰ καὶ φλογίζει καὶ καίει, ἔτσι καὶ τὸ πνευματικὸ πῦρ τῶν κηρυγμάτων τοῦ φλογεροῦ ἱεροκήρυκα φώτιζε, ὅπως τὸ πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς, τὶς ἀγαθὲς ψυχές, συγχρόνως ὅμως ἦταν καὶ «πῦρ τὰς φρυγανώδεις αἱρέσεις καταφλέγον»!

Οἱ ἐπισκέψεις τοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου στὸν Καναδά, ὅπως καὶ στὴ Γερμανία καὶ ἀλλοῦ, δὲν ἦταν ἀνέφελες. Ἀπὸ τὶς ὀκτὼ φορές, ποὺ ἐπισκέφθηκε τὴ χώρα, καμμία φορὰ δὲν τοῦ δόθηκε ἄδεια νὰ κηρύξῃ σὲ ναούς! Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ, ὁ ἀγωνιστὴς θεολόγος ήταν πάντοτε persona non grata, πρόσωπο δηλαδὴ ἀνεπιθύμητο! Σὲ μιὰ ὁμιλία του, ὁ ἱεροκήρυκας ἀναφέρει σχετικά: «Ὅταν ἦλθα ἄλλοτε στὸν Καναδά, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἀναρχικό στοιχεῖο, ἀπὸ τὸ Μόντρεαλ τηλεφώνησα στὸν Ἐπίσκοπο Τορόντο. “Θεοφιλέστατε”, τοῦ εἶπα, “ἦλθα μὲ καλὴ διάθεσι. Θέλω νὰ μοῦ δώσετε τὴν εὐλογία σας νὰ κηρύξω σὲ ναούς, σὲ αἴθουσες ἐκκλησιαστικές. Πνευματικά κηρύγματα θὰ κάνω, Ὀρθοδοξία θὰ κηρύξω, αἱρέσεις θὰ πολεμήσω”. Ἀπάντησι: “Νὰ πᾶς ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦρθες. Δὲν σὲ θέλω. Δὲν σοῦ δίνω εὐλογία”. “Δὲν μὲ θέλεις ἐσύ, μὲ θέλει ὁ λαὸς καὶ θὰ μείνω καὶ θὰ κηρύξω. Καὶ δὲν θὰ ξαναεπικοινωνήσω μαζί σου γιὰ λόγους ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας”» (χειροκροτήματα τοῦ ἀκροατηρίου).
Σὲ μεταγενέστερη περιοδεία του, ὁ ἱεροκήρυκας συνάντησε τὸν τότε Ἐπίσκοπο καὶ μετέπειτα Μητροπολίτη Καναδά Σωτήριο, μέσα στὸ γραφεῖο τοῦ ἱερέως τοῦ Ἱ. Ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸ Μόντρεαλ, καὶ διαμείφθηκε μεταξύ τους ὁ ἑξῆς διάλογος:
Ἐπίσκοπος Τορόντο: Καὶ ποῦ τὸ βρῆκες νὰ περιοδεύῃς καὶ νὰ κηρύττῃς;
Ν. Σωτηρόπουλος: Ἐκεῖ, ποὺ βρῆκες καὶ σύ, Θεοφιλέστατε, τὸ ἐπισκοπικό σου ἀξίωμα. Ἡ Ἁγία Γραφή, ποὺ μιλάει γιὰ ἐπισκόπους, μιλάει καὶ γιὰ εὐαγγελιστάς, καὶ ἐννοεῖ περιοδεύοντες κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἐπίσκοπος Σωτήριος (εἰρωνευόμενος): Ὥστε μᾶς ἔγινες καὶ εὐαγγελιστής; Θὰ γράψῃς καὶ κανένα πέμπτο Εὐαγγέλιο;
Ν. Σωτηρόπουλος: Δὲν γράφω πέμπτο Εὐαγγέλιο, ἑρμηνεύω τὰ τέσσερα.
Καὶ ὁ ἱεροκήρυκας συνεχίζει τὴν ἀφήγησι: «Ἐγὼ δὲν εἶμαι κανένας αίρετικός, κανένας ἐγκληματίας. Εἶμαι ἕνας Ὀρθόδοξος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου. Σπούδασα, πῆρα δύο πτυχία, δὲν διορίστηκα, γιὰ νὰ εἶμαι ἀπερίσπαστος νὰ περιοδεύω νὰ κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ κηρύττω τὴν Ὀρθοδοξία καὶ νὰ πολεμῶ τὶς αἱρέσεις. Εἶναι καλὸ ἢ κακὸ αὐτό; (Ἀκροατήριο: Καλό! – χειροκροτήματα). Ἐσεῖς τὸ λέτε καλό, ὁ ἐπίσκοπος Τορόντο τὸ θεωρεῖ κακό»!
»Πέντε φορὲς ἦλθα στὸν Καναδὰ ἀπὸ τὸ ’81 μέχρι σήμερα, καμμία φορὰ δὲν μοῦ ἔδωσε εὐχὴ καὶ ναὸ γιὰ νὰ κηρύξω. Ἐσεῖς κτίζετε καὶ συντηρεῖτε τοὺς ναούς, ἀλλὰ εἶναι ἀτομικὴ ἰδιοκτησία τῶν ἐπισκόπων! Ἔτσι κατήντησαν τὰ πράγματα. Ὁμοιάζει ὁ ἐπίσκοπος Τορόντο μὲ τὸ Διοτρεφή!
Ποιός ἦταν ὁ Διοτρεφής; Ανοίξετε, ὅταν θὰ πᾶτε στὸ σπίτι, τὴν Γ’ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Ἰωάννου. Ἦταν ἕνας ἐπίσκοπος τοπικῆς Ἐκκλησίας. Πήγαιναν οἱ εὐαγγελιστές, οἱ περιοδεύοντες κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ τὸν βοηθήσουν στὸ ἔργο του, νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ καλλιεργήσουν τὸν λαό. Καὶ αὐτὸς δὲν τοὺς δεχόταν, καὶ αὐτοὺς ποὺ τοὺς δέχονταν καὶ τοὺς φιλοξενοῦσαν, τοὺς πετοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ήταν “φιλοπρωτεύων”, δηλαδὴ ἐγωϊστὴς μεγάλος, κενόδοξος, ματαιόδοξος, δικτάτωρ τῆς Ἐκκλησίας! Ἀφώριζε τοὺς πιστούς. Καὶ τοὺς εὐαγγελιστὰς δίωκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καὶ τοὺς πιστούς, ποὺ τοὺς δέχονταν, πετοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Δὲν ἔμοιαζε μὲ τὸν Τορόντο; Ἀνοίξετε ἐπίσης τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου στο 10ο κεφάλαιο νὰ ἰδῆτε τί λέγει. Έστειλε (ὁ Χριστὸς) τοὺς Ἀποστόλους στὸ κήρυγμα. “Ὅταν πᾶτε κάπου”, λέγει, “καὶ δὲν σᾶς δεχθοῦν, νὰ ξέρετε, ὅτι αὐτοί, ποὺ δὲν θὰ σᾶς δεχθοῦν, δὲν θὰ δεχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιο”, – καὶ ἐμεῖς, ἀδελφοὶ, τὸ Εὐαγγέλιο κηρύττουμε. Δὲν εἴμαστε Ἀπόστολοι, ὅπως ἐκεῖνοι, οὔτε τὸ ἕνα χιλιοστό, οὔτε τὸ ἕνα μυριοστό, ἀλλὰ τὸ ἴδιο Εὐαγγέλιο κηρύττουμε – “αὐτοί, ποὺ δὲν θὰ δεχθοῦν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ τιμωρηθοῦν σκληρότερα ἀπὸ ποιούς; Ἀπὸ τοὺς Σοδομῖτες καὶ τοὺς Γομορρῖτες!”. Ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε, δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς…». [Ὁμιλία Νο 73Α, «Ὁ Ἅγιος Τορόντο», (Μόντρεαλ 1994)]
Ἂς ἀναφέρουμε καὶ ἕνα προσωπικό περιστατικὸ τοῦ γράφοντος, τὸ ὁποῖο συνέβη κατὰ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου, τὸ 1994, στο Τορόντο. Τὴν ἡμέρα, ποὺ ὡς πρόεδρος τῆς Ἀδελφότητος «Μέγας Ἀθανάσιος» ενοικίασα τηλεφωνικῶς τὸ κινηματοθέατρο «Music Hall» γιὰ ὁμιλίες μιᾶς ἑβδομάδος, φεύγοντας ἀπὸ τὴν ἐργασία μου γιὰ νὰ πάω νὰ ὑπογράψω τὸ σχετικό συμφωνητικό, εἶχα ἕνα τροχαῖο ἀτύχημα. Συγκεκριμένα, ἕνα ἡμιφορτηγό, τρέχοντας στὸν αὐτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας μὲ μεγάλη ταχύτητα καὶ δίχως ὁ ὁδηγός του νὰ τηρῇ τὴν ἀναγκαία ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἔπεσε μὲ δύναμι στὸ πίσω μέρος τοῦ ὀχήματός μου, προξενῶντάς του τόσο σοβαρὴ ζημία, ὥστε κρίθηκε ἀναγκαία ἡ ρυμούλκησί του σὲ φανοποιεῖο. Τυχαῖο, ἆραγε, γεγονός νὰ εἶναι αὐτὸ τὸ πρῶτό μου ἀτύχημα στὰ 15 ἕως τότε χρόνια ὁδήγησης καὶ μάλιστα τὴν ἡμέρα, ποὺ «ἔκλεισα» τὴν αἴθουσα γιὰ τὶς ὁμιλίες καὶ ἔπρεπε νὰ παραλάβω τὸν ἱεροκήρυκα ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιο; Κάποιος κοσμικὸς, ἴσως τὸ ἀπέδιδε στὴν τύχη, ἐγὼ τὸ ἀπέδωσα σὲ πειρασμὸ τοῦ Πονηροῦ, ποὺ ἔδειχνε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο πόσο μισοῦσε τὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς.
Ἂν καὶ ἡ σύγκρουσι ἦταν σφοδρή, εὐτυχῶς δὲν τραυματίσθηκα, κάτι ποὺ ἀπέδωσα στὴν προστασία τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὸ εἰκονάκι τοῦ ὁποίου εἶχε ἐκτιναχθῆ ἔξω ἀπὸ τὸ ντουλαπάκι τοῦ συνοδηγοῦ, εἶχε καταλήξει ἐπάνω στὸ κάθισμα καὶ μὲ «κοιτοῦσε»! Μετὰ τὸ πρῶτο σόκ, ποὺ ὑπέστην, συνειδητοποίησα, ἀμέσως, ὅτι θὰ ἔμενα γιὰ πολλὲς ἡμέρες χωρὶς τὸ αὐτοκίνητό μου, μὲ τὸ ὁποῖο εἶχα σκοπὸ νὰ ἐξυπηρετήσω τὸν ἱεροκήρυκα κατὰ τὴν παραμονή του στὴν πόλι μας. Ἐξήγησα στὸν ἰδιοκτήτη τοῦ φανοποιείου τὸ πρόβλημά μου καὶ αὐτός, ἂν καὶ ἦταν ξένος, ἑτερόδοξος καὶ τὸν συναντοῦσα γιὰ πρώτη φορά, προθυμοποιήθηκε νὰ μοῦ δώσῃ τὸ δικὸ του αὐτοκίνητο γιὰ ὅσες ἡμέρες θὰ ἐπισκεύαζε τὸ δικό μου! Λίγα λεπτὰ ἀργότερα μοῦ παρέδιδε τὰ κλειδιὰ μιᾶς μαύρης πολυτελοῦς Κάντιλακ! Ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸ πικρὸ εἶχε βγάλει γλυκύ! Στὴν ἀρχὴ, σκέφθηκα· τί θὰ λέγῃ ὁ κόσμος, βλέποντας τὸν ἁπλὸ καὶ ταπεινὸ Νικόλαο Σωτηρόπουλο νὰ μεταφέρεται στὰ κηρύγματα μ’ ἕνα τόσο πολυτελές αὐτοκίνητο. Μετά, ὅμως, καθησύχασα τὴ συνείδησί μου μὲ τὴ σκέψι, ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἕνα μάθημα στὸν διάβολο, τιμῶντας συγχρόνως μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν πιστό, ἀφοσιωμένο καὶ πανταχόθεν διωκόμενο θεολόγο του μὲ ὑπουργικὲς καὶ ἀρχιερατικές τιμές!
Ὁ διωγμὸς τοῦ ἱεροκήρυκα δὲν περιωρίστηκε μόνο στὴν πάγια ἄρνησι τοῦ μητροπολίτου νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ κηρύξῃ σὲ ναούς, ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε καὶ σὲ ἄλλους χώρους, μὲ σκοπὸ νὰ ἐμποδιστῇ παντοιοτρόπως τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου.
Στὴν περιοδεία τοῦ ἔτους 1998, καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Μητροπολίτης δὲν ἔδωσε ἄδεια νὰ γίνουν κηρύγματα σὲ ναούς, ἡ Ἀδελφότητα «Μέγας Ἀθανάσιος» μίσθωσε τὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ κοινοτικοῦ κέντρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος τοῦ Τορόντο, ὥστε νὰ γίνουν ἐκεῖ οἱ ὁμιλίες. Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ Μητροπολίτης, ἐπικοινώνησε ἀμέσως μὲ τὸν Πρόεδρο τῆς Κοινότητος, ἰατρὸ κ. Ἀναστάσιο Καραντώνη, καὶ τοῦ ζήτησε νὰ μὴ δοθῇ ἡ αἴθουσα στὴν Ἀδελφότητα! «Ὁ ὁμιλητής, ποὺ θὰ μιλήσῃ, εἶναι ἀφωρισμένος», τοῦ εἶπε, «καὶ αὐτοί, ποὺ μίσθωσαν τὴν αἴθουσα εἶναι πλανεμένοι». «Εδῶ, εἶναι Καναδᾶς, Σεβασμιώτατε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Πρόεδρος, «καὶ ὑπάρχουν νόμοι. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀκυρώσουμε τὸ μισθωτήριο συμφωνητικό. Ἐξ ἄλλου, ἡ Κοινότητα ἀνήκει σὲ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ σ’ αὐτούς, ποὺ ἐσεῖς θεωρεῖτε πλανεμένους»!
Στὴν τελευταία ὁμιλία, ὅταν 800 περίπου πιστοὶ ἔφθασαν στὸ Κοινοτικό Κέντρο Νεότητος «Μ. Ἀλέξανδρος» τοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Scarborough, κατὰ τὶς 7 μ.μ., τὰ φῶτα ἦταν ὅλα σβησμένα, οἱ θύρες κλειδωμένες καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ κέντρου ἄφαντοι! Τί εἶχε συμβῆ; Ἀσκήθηκαν πιέσεις ἄνωθεν καὶ κάποιοι ἔκλεισαν τὸ κέντρο, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ὁμιλία! Ὁ κόσμος ὠργισμένος καὶ παγωμένος ἀπὸ τὸ ψῦχος, ποὺ ἐπικρατοῦσε, διαμαρτυρόταν ἔντονα καὶ ἀπαιτοῦσε ἐξηγήσεις, ἀλλὰ ἁρμόδιος δὲν ὑπῆρχε γιὰ νὰ τὶς δώσῃ. Τελικά, ὅμως, δὲν ἔγινε τὸ θέλημα τοῦ Διαβόλου, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας ἀδελφός, ὁ ἀείμνηστος Κωνσταντίνος Μαυρίδης, θυμήθηκε, ὅτι μία εὐσεβής καὶ ἔμπιστη ἐνορίτισσα, ἡ Μαρία Ζερβουδάκη, εἶχε καὶ αὐτὴ κλειδί τοῦ Κοινοτικοῦ κέντρου. Ἔτσι, εἰδοποιήθηκε ἀμέσως, οἱ θύρες τοῦ κέντρου ἄνοιξαν καὶ ἡ ὁμιλία ἔγινε πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ καταισχύνη ὅσων διώκουν τὸν λόγο Του.

Ἄς σημειωθῇ, ὅτι στὴν περιοδεία ἐκείνη τὸν ἱεροκήρυκα συνώδευε καὶ ὁ θεολόγος –μοναχὸς τότε καὶ μετέπειτα ἱερομόναχος-, μακαριστὸς πλέον π. Αὐγουστῖνος Ἀνδριτσόπουλος, (οἱ δύο ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου συνεργάστηκαν πολλὲς φορὲς ἱεραποστολικώς, ὁ δὲ πρόωρος καὶ ξαφνικὸς θάνατος τοῦ π. Αὐγουστίνου στὶς 12/8/2010, σε ἡλικία 42 ἐτῶν, ἔθλιψε τὰ μέγιστα τὸν Νικόλαο Σωτηρόπουλο) κηρύττων ἐναλλὰξ μὲ τὸν διδάσκαλό του, μὲ περισσὴ χάρι, τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δεχθῇ καὶ ἐκεῖνος τὴν μῆνι τοῦ Μητροπολίτου Τορόντο, ὁ ὁποῖος ἀπαίτησε τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸν τότε Μητροπολίτη Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Θεόκλητο, στοῦ ὁποίου τὴ δικαιοδοσία ἀνῆκε ὁ μοναχός, νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ στὴν Ἑλλάδα, διότι κήρυττε δίχως τὴν ἄδειά του καὶ διετάρασσε μὲ τὰ κηρύγματά του τὸ ποίμνιό του! Ὁ π. Αὐγουστῖνος, ὅμως, παρ’ ὅλες τὶς πιέσεις ποὺ δέχθηκε, παρέμεινε στὸν Καναδᾶ καὶ συνέχισε τὰ κηρύγματα μέχρι τέλους. Στὴν ἀπόφασί του αὐτὴ συνετέλεσε, ὅπως διηγήθηκε ὁ Ν. Σωτηρόπουλος σὲ ὁμιλία του, καὶ τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ περιστατικό: «Ὅταν τὸ πρωΐ μᾶς εἰδοποίησαν, ὅτι ἐστάλη φὰξ ἀπὸ τὸν δεσπότη τοῦ Καναδᾶ στὸν Μητροπολίτη Αἰτωλίας γιὰ νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν π. Αὐγουστῖνο πάραυτα στὴν Ἑλλάδα, ἄνοιξα τὴν Ἁγία Γραφὴ νὰ ἰδῶ σὲ ποιο χωρίο θὰ πέσῃ τὸ μάτι μου, διότι μερικὲς φορὲς ὁ Θεὸς ὁμιλεῖ καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὅταν ἔχῃς κάποιο ζήτημα, προσεύχεσαι, ἀνοίγεις τὴ Γραφὴ, καὶ μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ σοῦ ἀπαντήσῃ μ’ ἕνα χωρίο τῆς Γραφῆς. Ποῦ ἔπεσε τὸ μάτι μου μόλις ἄνοιξα τὴ Γραφὴ; Ἔπεσε σ’ ἕνα χωρίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Τί λέγει τὸ χωρίο; Οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Ἰσραήλ, αὐτοὶ ποὺ σταύρωσαν τὸν Χριστό, εἶπαν στοὺς Ἀποστόλους: “Δὲν σᾶς δώσαμε αὐστηρὴ παραγγελία νὰ μὴ ξανακηρύξετε στὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου (δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ); Καὶ ἐσεῖς γεμίσατε τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὰ κηρύγματά σας”. Ἡ ἀπάντησι τῶν Ἀποστόλων: “Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις”. Θὰ ὑπακούσωμε στὸ Θεὸ καὶ ὄχι στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ πῆγαν καὶ στάθηκαν προκλητικά, θὰ ἔλεγα, στὸ χῶρο τοῦ ναοῦ καὶ κήρυτταν. Ὅταν οἱ ἀρχιερεῖς ζητοῦν πράγματα ἀντίθετα ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ζητεῖ ὁ Θεός, θὰ ὑπακούωμε στὸ Θεό, ὄχι στοὺς ἀνθρώπους»! (Ὁμιλία Νο 78Α «Ἁλυσίδα ἀρετῶν», Μόντρεαλ 1998).
Ἐμπόδια συνάντησε ὁ ἱεροκήρυκας καὶ στὸ Βανκούβερ, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα περιέγραψε κάποτε καὶ σὲ ὁμιλία του, ὡς ἑξῆς:
«Σᾶς εἶπα καὶ ἄλλοτε, θὰ τὸ ἐπαναλάβω, δὲν τὸ ὑποφέρω αὐτό. Ἔχω πάει ἐπανειλημμένως στὸ Βανκούβερ τοῦ Καναδᾶ, εἶναι κάπου 25.000 Ἕλληνες ἐκεῖ. Ἕνας παπᾶς μίλησε στὸ ἐκκλησίασμα. Καὶ τί εἶπε; “Μᾶς λένε, ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης. Λάθος. Ὁ Ἰωάννης ἔλεγε νὰ μὴν λέμε καλημέρα στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς αἱρετικούς. Ἐνῷ ἐμεῖς ἀγκαλιάζουμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους”! Ἐκτὸς ἐννοεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους!
»Ὅταν πῆγα νὰ κηρύξω στὸν Καναδά, στὸ Βανκούβερ, ἡ κοινότης μοῦ παρεχώρησε τὴν αἴθουσα –τὴν κυβερνοῦσε ἡ κοινότης τὴν αἴθουσα τῆς Ἐκκλησίας- γιὰ νὰ κάνω τὸ κήρυγμα. Ναὸ δὲν μοῦ ἔδιναν, δὲν μοῦ ἔδινε ὁ παπᾶς καὶ ὁ δεσπότης. Καὶ παρέτεινε τὸν ἑσπερινὸ γιὰ νὰ μὴ μοῦ δοθῇ χρόνος νὰ χρησιμοποιήσω τὴν αἴθουσα νὰ κηρύξω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Κρατοῦσε τὸν κόσμο.
»Λέω “Τί γίνεται, τελείωσε ὁ ἑσπερινός;”. “Όχι”, λέει. “Τελείωσε ὁ ἑσπερινός;” Πέρασαν δέκα λεπτά, δεκαπέντε. “Όχι”. Πέρασε μισή ὥρα. “Τελείωσε ὁ ἑσπερινός;”. “Όχι”. “Πέστε στὸν παπᾶ”, λέω, “θὰ μιλήσω μὲ θέμα ἐναντίον του!”. Τότε ἀναγκάστηκε καὶ ἔφυγε καὶ ἦλθαν οἱ χριστιανοὶ νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα. Αὐτὸς ὁ παπᾶς λέει, ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Ἰωάννη! Ποῦ καταντήσαμε!» (Ὁμιλία Νο 439, «Τό κήρυγμα τοῦ Προδρόμου» 15/1/2006)
Πηγή: «Νικόλαος Σωτηρόπουλος. Ὁ Θεολόγος καὶ Ὁμολογητής», Χρήστου Κων. Λιβανοῦ, Ἀθήνα 2020, ἐκδ. Σαΐτης, σέλ.138-146
