
Ἀνατροπὲς καὶ ἀποφάσεις ποὺ ἄλλαξαν τὴν ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου. Θυμίζουν συναξάρι ἁγίων, παλιῶν ἐποχῶν, ποὺ ἴσως πολλοὶ νὰ ποῦνε ὅτι εἶναι ὑπερβολές. Εἶναι μεγάλη, ὅμως διδαχή, γιὰ τὸν κάθε ἀναγνώστη καὶ πίστωση ἀληθείας γιὰ τὴν μόνη καὶ ἀληθινὴ θρησκεία μας, τὴν ζωντανὴ καὶ ἀποκαλυπτική.
Δὲν προβάλλει μόνον ἐνάρετους, ἁγίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ἁμαρτωλούς, ὥστε διαβάζοντας τὴν προσπάθειά τους νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴ φροντίδα τῆς ψυχῆς. Στὴ δεύτερη κατηγορία, δηλαδὴ στοὺς ἁμαρτωλούς, ἀνήκει καὶ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ ἀφηγηθοῦμε τὸν βίο του. Εἶναι ὁ Εὐάγγελος. Ἡ καταγωγή του ἀπὸ φτωχὴ ἐν γένει περιοχή, ἄγονη ὥστε οἱ κάτοικοι στὴν προσπάθειά τους γιὰ καλύτερη ζωὴ ξενιτεύονταν σὲ διάφορες χῶρες τῆς γῆς. Ἔτσι καὶ ὁ Βαγγέλης βρέθηκε στὸν Καναδᾶ, νέος μὲ πολλὰ ὄνειρα, φιλόδοξος, δυνατὸς καὶ ὡραῖος ἔκανε ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα, ἀρκεῖ νὰ ἐπιφέρει χρήματα.
Δούλευε καὶ σὰν μπράβος σὲ κέντρα διασκέδασης καὶ ἐκεῖ μὲ ἄλλους νέους ἔκαναν ἀκόμη καὶ παράνομες δουλειές, χρησιμοποιῶντας ἄλλο ὄνομα γιὰ λόγους προστασίας. Ἀποφασίσανε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ἑλλάδα καὶ σχεδιάζανε νὰ ἐπισκεφτοῦν τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὄχι ἀπὸ πίστη ἢ ἀγάπη, ἀλλὰ πονηρὰ σκεπτόμενοι.
Νοικιάσανε φουσκωτὸ καὶ ξεκινήσανε. Μὲ τὸ ποὺ ἀνοιχτήκανε, χάλασε ὁ καιρὸς. Τὰ πολλὰ μποφὸρ τοὺς προκάλεσαν φόβο. Ἔτσι προσάραξαν στὰ Καυσοκαλύβια μέχρι νὰ κατευνάσει ὁ καιρὸς καὶ κατόπιν νὰ συνεχίσουν τὸν προορισμό τους. Κατεβήκαν καὶ περίμεναν. Ἐκεῖ τὸν πλησίασε ὁ Γέροντας Βασίλειος. Τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του:
Εὐάγγελε, παιδί μου, ἔλα ἐδῶ.
Ὁ Εὐάγγελος σάστισε γιατί κανένας δὲν γνώριζε τὸ πραγματικό του ὄνομα. Πῆγε κοντά του καὶ ὁ Γέροντας Βασίλειος τοῦ ἔδωσε νὰ κρατήσει μία ὑφαντὴ τσάντα (τορβᾶ) ποὺ ἦταν πολὺ βαριά. Ἀργότερα εἶδε ὅτι ἦταν γεμάτη μὲ πέτρες, ὅπως εἶχε πεῖ ο Βαγγέλης. Στὸν δρόμο ὁ Γέροντας τοῦ ἐξιστοροῦσε τὴν ζωή του μιλῶντας σὰν νὰ εἶναι δική του. Και μίλησε γιὰ γεγονότα ποὺ δὲν τὰ γνώριζε κανείς. Ἔχασε τὴν γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Ξαφνιάστηκε γιατί τὸ ὄνομά του δὲν τὸ γνώριζε κανένας. Ὅλοι τὸν γνωρίζανε μὲ τὸ παρατσούκλι του. Ὁ Εὐάγγελος τὸν ἀκολούθησε καὶ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας:
Εὐάγγελε, ἂν σὲ βάλουμε σὲ ἕνα τεράστιο δωμάτιο γεμᾶτο μὲ μπριγιάν, διαμάντια χρυσά καὶ ἄλλα κοσμήματα χωρὶς ψωμί, οὔτε νερό, τίποτε, θὰ ἐπιβιώσεις;
Ὄχι, τοῦ ἀπάντησε ὁ Βαγγέλης.
Ἐὰν σὲ κλείσω σὲ ἕνα δωμάτιο, συνέχισε ὁ Γέροντας Βασίλειος, μὲ ἀντίδωρο καὶ ἁγιασμὸ γιὰ ὅλη τὴν ἑβδομάδα , θὰ ζήσεις;
Ναί, Γέροντα, ἀπάντησε ὁ Βαγγέλης.
Αὐτὸ νὰ κάνεις, τοῦ εἶπε ὁ Γέροντας. Ὁ Βαγγέλης ἐνθουσιάστηκε τόσο πολὺ, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε ἐνῷ ἀνηφόριζε στὸ βουνό. Κάποια στιγμὴ ὁ Γέροντας ῥώτησε τὸν Βαγγέλη:
Οἱ φίλοι σου ποὺ εἶναι; Ὁ Βαγγέλης καθὼς βρισκόταν ψηλὰ στὸ βουνὸ μὲ θέα κάτω στὸ μικρό λιμανάκι, κοίταξε νὰ δεῖ ποὺ ἦταν τὸ φουσκωτὸ καὶ εἶδε τοὺς φίλους του νὰ ἀπομακρύνωνται ἐγκαταλείποντάς τον. Πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μείνει μόνιμα στὸν Γέροντα, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τὴν περίοδο ζοῦσε στὴν σπηλιά. Τὸν ῥώτησε ὁ Γέροντας Βασίλειος ἂν θέλει νὰ γίνει ὑποτακτικός του, συμπληρώνοντας ὅτι ὁ ἴδιος τὸ ἐπιθυμεῖ πολύ. Ὁ Βαγγέλης χαμογελῶντας μὲ χαρὰ δέχθηκε.
Θὰ νηστέψουμε καὶ θὰ προσευχηθοῦμε ἐπὶ τρεῖς μέρες στὴν Παναγία μας καὶ θὰ δοῦμε τὸ θέλημά της. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ μὲ ἀντικαταστήσεις. Τὸν ῥώτησε πρῶτα ἂν το ἐπιθυμοῦσε ὁ ἴδιος γιατί ἤθελε τὴν ἐλεύθερη βούλησή του.
Νηστέψανε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες μὲ πολὺ ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Τὴν Τρίτη ἡμέρα ὁ Γέροντας πῆρε εἰδοποίηση ἀπὸ τὴν Παναγία:
Ἡ ἐπιθυμία Της, εἶπε στὸν Βαγγέλη, εἶναι νὰ βγεῖς ἔξω στὸν κόσμο. Δὲν θὰ γίνεις μοναχός. Ἔξω στὸν κόσμο θὰ βοηθήσεις πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, θὰ γνωρίσεις την Ἀναστασία, θὰ γίνη σύντροφός σου καὶ θὰ νουθετήσεις τον γιό της. Θὰ γίνεις πατέρας γι’ αυτόν. Σὲ ἔχει ἀνάγκη καὶ σὲ χρειάζεται.
Ὁ Βαγγέλης ὅταν ἀποφάσισε νὰ μείνει μὲ τὸν Γέροντα, τοῦ εἶπε ὅτι πρῶτα θὰ βγεῖ ἔξω καὶ θὰ μοιράσει ὅλα του τὰ λεφτὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ μετὰ θὰ γυρίσει πίσω. Ὁ Βαγγέλης μὲ πολλὴ χαρὰ τὸ ἔκανε, μοίρασε ὅλα τὰ λεφτά του σὲ φτωχοὺς καὶ γύρισε πάλι στὸν Ἅγιον Ὄρος. (Σημειωτέον ὅτι τὰ λεφτά ποὺ εἶχε δὲν ἦταν τίμια).
Γέροντα, ἔκανα ὅπως μοῦ εἶπες. Μοίρασα ὅλα τὰ λεφτά.
Ὄχι, παιδί μου, δὲν τὰ μοίρασες ὅλα. Στὸ τάδε βιβλίο ποὺ ἔχεις στὴν βιβλιοθήκη σου, στὸ σπίτι σου, ἔχεις μέσα διακόσια εὐρώ. Νὰ πᾶς καὶ νὰ τὰ δώσεις καὶ αὐτά.
Βγῆκε ξανὰ ὁ Βαγγέλης καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Ἔψαξε στὴ βιβλιοθήκη ποὺ τοῦ ὑπέδειξε ὁ Γέροντας Βασίλειος καὶ στὸ βιβλίο ποὺ τοῦ εἶπε, ὄντως ὑπῆρχαν διακόσια εὐρὼ ποὺ τὰ εἶχε βάλει γιὰ ὥρα ἀνάγκης καὶ τὰ εἶχε ξεχάσει. Τὰ πῆρε καὶ τὰ μοίρασε καὶ αὐτὰ στοὺς φτωχούς. Ὅταν ὅμως πῆγε στὴν Οὐρανούπολη γιὰ νὰ μπεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, διαπίστωσε ὅτι δὲν εἶχε κρατήσει λεφτὰ οὔτε γιὰ τὸ καραβάκι καὶ γιὰ τὸ διαμονήτηριο. Κοίταξε στὸν οὐρανὸ καὶ μὲ πίστη καὶ ἀγωνία εἶπε στὴν Παναγία:
«Παναγία μου, ἐγὼ τὰ ἔδωσα ὅλα τὰ λεφτά μου καὶ ξέχασα νὰ κρατήσω γιὰ εἰσιτήριο γιὰ νὰ πάω στὸν Γέροντά μου. Τί νὰ κάνω;» Ἐκείνη τὴν στιγμὴ φύσηξε ἕνα ἁπαλὸ ἀεράκι καὶ ἦλθε καὶ κόλλησε στὸ στῆθος του ἕνα χαρτονόμισμα τῶν 100 εὐρώ.
Καὶ ἔτσι μπῆκε μέσα καὶ πῆγε στὸν Γέροντα. Ὅταν τοῦ εἶπε τὸ περιστατικό, χαμογέλασε καὶ τοῦ εἶπε: «Τί νόμιζες; Θὰ σὲ ἄφηνε ἡ Παναγία ἔξω;»
Ὁ Βαγγέλης ἔμεινε στὸν Γέροντα Βασίλειο πάνω ἀπὸ 6 μῆνες, ἴσως καὶ χρόνο. Ταπεινός, ὑπάκουος, ἀκολουθοῦσε ὅλο τὸ τυπικὸ τοῦ Γέροντα. Στὴν ἀρχὴ πρῶτα στὴ σπηλιὰ καὶ ἔπειτα στὴν καλύβη του. Χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν σπηλιὰ ἔλεγε ὅτι: «Ζούσαμε μὲ τὸ λίγο ἀντίδωρο ποὺ τρώγαμε ὅλη τὴν ἡμέρα καὶ μᾶς κρατοῦσε. Δὲν πεινούσαμε καθόλου, περίεργο πρᾶγμα». Ἔκανε στροφὴ 360 μοῖρες, δὲν θυμόταν τίποτα ἀπὸ τὰ παλιά. Μὲ καθαρή ἐξομολόγηση, πολὺ προσευχὴ καὶ μεγάλη ἄσκηση, αὐστηρὴ νηστεία, μπῆκε σὲ μετάνοια.
Ξημερώματα στὶς 28 Ἀπριλίου 2013, Κυριακὴ τῶν Βαΐων ὁ Βαγγέλης βρισκόταν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου σὲ ἀγρυπνία. Ἐνῷ καθόταν στὸ στασίδι, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἱερᾶς μονῆς καὶ ἔκανε κομποσκοίνι, ἦταν δίπλα του ἕνας μοναχὸς ποὺ τὸν ἐνοχλοῦσε συνέχεια. Τὸν σκουντοῦσε, τὸν ἔβριζε.
Ὁ Βαγγέλης ἀναστατώθηκε καὶ ἄλλαξε μέρος. Ὁ μοναχὸς τὸν ἀκολούθησε. Ὁ Βαγγέλης ἀγανάκτησε πάρα πολὺ μὲ τὴν συμπεριφορὰ τοῦ μοναχοῦ καὶ τοῦ ἐρχόταν νὰ τὸν χτυπήσει. Εὐτυχῶς συγκρατήθηκε. Ἕνας μοναχὸς ποὺ εἶδε τὸ περιστατικό τοῦ εἶπε: «Μὴν τοῦ δίνεις σημασία. Αὐτὸς ἦταν παλιὸς μάγος καὶ μελλοντολόγος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ δαιμόνια». Ὅταν τελείωσε ἡ ἀγρυπνία, ὁ Βαγγέλης πῆγε στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο καὶ προσευχήθηκε: «Παναγία μου, ἐγὼ ἔχω ἔρθει γιὰ Σένα μόνο γιὰ Σένα». Ὅταν προσκύνησε τὴν εἰκόνα της, ἐμφανίστηκε δίπλα του μία μαυροφορεμένη γυναῖκα. Ὁ Βαγγέλης ἀπευθυνόμενος τῆς εἶπε: «Περᾶστε, Ἁγία Ἡγουμένη». Τότε ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε : «Περᾶστε». Ὁ Βαγγέλης τῆς ξαναεῖπε: «Περᾶστε προηγεῖστε». Τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι, τοῦ δείχνει τὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Βαγγέλης μέχρι αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν εἶχε δεῖ τὸ πρόσωπό της. Πηγαίνει καὶ κάνει στρωτὲς μετάνοιες στὴν εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ ἔκανε μετάνοιες διαπιστώνει ὅτι ἀκριβῶς δίπλα του κάνει ἡ Ἁγία Ἡγουμένη καὶ ἐκείνη μετάνοιες. Ὁ Βαγγέλης σκέφτηκε ὅτι: «Ὥσπου νὰ κάνω μία μετάνοια ἐγώ, ἐκείνη ἔκανε πέντε μετάνοιες στρωτὲς καὶ ὅταν σηκωνόταν, ἔκανε πρῶτα τὸν σταυρό της».
Ὅταν τελείωσε τὶς μετάνοιές του ὁ Βαγγέλης, τότε ἀποκάλυψε τὸ πρόσωπό της καὶ τοῦ εἶπε: «Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια ποὺ ἔβαλες στὸν Υἱὸν Μου».
Συγκλονισμένος ὁμολόγησε ὅτι: «Δὲν ἔχω δεῖ πιὸ ὄμορφο, φωτεινὸ καὶ γαλήνιο πρόσωπο ποτέ μου». Τοῦ ἔδωσε δύο κλωναράκια δάφνες καὶ τὸν παρότρυνε λέγοντὰς του: «Πάρ’ τες νὰ τὶς κάνεις στεφάνι». Τὸν σταύρωσε καὶ τοῦ εἶπε: «Νὰ εἶσαι εὐλογημένος στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ὁ Βαγγέλης εἶχε βάλει λογισμὸ διότι δὲν εἶχε πάρει Βάϊα καὶ εἶπε δὲν θὰ πάω Βάϊα στὸν Παναγιώτη, τὸν υἱό της Ἀναστασίας. Εἶχαν δώσει μόνον στοὺς μοναχούς.
Μόλις ἀντιλήφθηκε ὅτι ἦταν ἡ Παναγία, Ἐκείνη ἐξαφανίστηκε. Δὲν πρόλαβε νὰ βάλει μετάνοια. Κάποιος μοναχὸς ποὺ βρισκόταν πίσω του, ἐπειδὴ κατάλαβε ὅτι κάτι εἶχε συμβεῖ, ἔκανε συνέχεια μετάνοιες. Ὅταν ὁ Βαγγέλης τοῦ διηγήθηκε τὶ συνέβη, τὸν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν κατέβασε στοὺς φούρνους. Τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι: «Ἑπτὰ ἡμέρες, ἀδελφέ, δὲν γίνονταν τὰ ψωμιά, δὲν φούσκωναν, δὲν ψήνονταν. Τότε, ὁ γέροντας Χρυσόστομος, ὁ μάγειρας εἶπε: «Ἔλα, Παναγία μου, ζύμωσε ἐσὺ τὰ ψωμιὰ γιατί ἔχουμε γιορτὴ καὶ δὲν θὰ ἔχουμε νὰ δώσουμε στὸν κόσμο». Σήμερα βγῆκαν ὅλα ὡραῖα καὶ μάλιστα ἕνα παραπάνω. Τοῦ τὸ ἔδωσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάει στὴ οἰκογένειά του.
Μὲ καθοδήγηση καὶ πρότυπο τὸν Γέροντα Βασίλειο, ὁ Βαγγέλης ὅταν βγῆκε ἔξω στὸν κόσμο, ἡ ζωή του ἦταν ὑποδειγματική. Ὄντως ὁ Γέροντας σὲ ὅσα τοῦ εἶπε ἐπιβεβαιώθηκε. Γνώρισε τὴν Ἀναστασία καὶ ἔγινε ὑποδειγματικὸς πατέρας γιὰ τὸν γιό της. Μπαινοέβγαινε τακτικὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ὅσο ἦταν ὁ Γέροντας ἐκεῖ, τὸν ἐπισκεπτόταν. Ἀγάπησε πολὺ καὶ σεβάστηκε ὡς καλὸς ὑποτακτικὸς τὸν Γέροντα Βασίλειο. Ὅταν ὁ Γέροντας κατ’ ἐντολήν τοῦ Κυρίου βγῆκε ἔξω μόνιμα εἰς τὴν Θεσσαλονίκη, ἐναγωνίως τὸν ἔψαχνε ὁ Βαγγέλης παντοῦ, ἀλλὰ δὲν συναντηθήκανε ξανά. Πρῶτα, ὁ Γέροντας Βασίλειος ἐξεδήμησε εἰς Κύριον καὶ ἔπειτα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἔφυγε καὶ ὁ Βαγγέλης. Ἴσως νὰ τὸ ἐπιθυμοῦσε καὶ νὰ τὸ ζήτησε ἀπὸ τὸν Γέροντα νὰ τὸν πάρει.
Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη αὐτῶν! Ἐκεῖνοι ἀπολαμβάνουν τοὺς καρπούς των ἀγώνων τους. Νὰ πρεσβεύουν γιὰ μᾶς προσευχόμενοι διότι στὶς ἐποχές ποὺ ζοῦμε ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη τὴν παρουσία τους καὶ τὶς πρεσβεῖες τους.
Πηγή: Στύλος Ὁρθοδοξίας αρ. φ. 278, σελ. 20-21
