
Ὅταν ἔφυγαν οἱ Ἰταλοὶ ἀπὸ τὰ Δωδεκάνησα ἐγκατέλειψαν στὴν τύχη τους δεκάδες παιδιὰ τοῦ Ὀρφανοτροφείου τῆς Ρόδου. Μέχρι τότε τὴν εὐθύνη τους εἶχαν καθολικές καλόγριες πού φρόντιζαν –καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο- νὰ πετύχουν τὸν πλήρη ἀφελληνισμὸ τῶν Δωδεκανήσων καὶ τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο μὲ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Διοικητὴς τῆς Ρόδου μαζὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη κάλεσαν τὸν Ἅγιο Ἀμφιλόχιο καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ ἀναλάβουν οἱ μοναχὲς τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴ φροντίδα τῶν ὀρφανῶν καὶ τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ Βρεφοκομείου καὶ τοῦ Ὀρφανοτροφείου Ρόδου.
Ὁ Ἅγιος, ἂν καὶ ἔβλεπε τὶς τεράστιες δυσκολίες, κάμφθηκε βλέποντας τὴν κατάσταση τῶν παιδιῶν. Ἡ ψώρα κατέτρωγε τὰ κορμάκια τους, ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ ἀβεβαιότητα ἦταν ζωγραφισμένη στὰ μάτια τους τὴν ὥρα ποὺ οἱ ψεῖρες πολλαπλασιάζονταν ἀνενόχλητες στὰ μαλλάκια τους. Οἱ μοναχές ἀνέλαβαν ἀμέσως δράση. Πάντα μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ τους πατέρα.
«Ζητάει τὸ ὀρφανό πατέρα, μὰ πατέρα δὲν ἔχει. Ζητάει μάνα, μὰ μάνα δὲν ἔχει. Ζητάει ἀδελφή, οὔτε ἀδελφὴ ἔχει. Ἐσεῖς πρέπει νὰ γίνετε καὶ μάνα καὶ πατέρας καὶ ἀδελφὴ» ἔλεγε στὶς ἀδελφές. «Ὅ,τι κι ἂν κάνετε, ἀκόμα καὶ στὸ πιὸ μικρό παιδάκι, στὸν Χριστὸ τὸ κάνετε. Προσέξτε μὴν πληγώσετε καμιά ψυχούλα. Μέσα τους κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἂν σᾶς λένε κάτι, ξανὰ καὶ ξανά, τοὺς τὸ λέει ὁ ἄγγελος τους».
Οἱ ἀδελφές ἀγκάλιασαν μὲ ὅλη τὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς τους τοῦτα τὰ πληγωμένα πουλάκια πού βρῆκαν κοντά τους ζεστή φωλιά καὶ στοργή. Ἔφτασαν σε τόσο ὑψηλὸ ἐπίπεδο οἱ ὑπηρεσίες πού πρόσφεραν οἱ μοναχές, ὥστε σὲ λίγα χρόνια ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ παράλληλα καὶ ἐσωτερικό Δημοτικό Σχολεῖο καὶ τὸ Ὀρφανοτροφεῖο ἀνακηρύχθηκε πρότυπο ἵδρυμα καὶ βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.
Τὰ καλοκαίρια, σὰν τέλειωναν τὰ μαθήματα τὰ παιδιὰ ἔκαναν τὶς δικές τους διακοπές στο μοναστήρι. Χαρές ποὺ ἔκαναν τὰ μικρούλια, σὰν ἔφταναν στον εὐλογημένο τόπο!
Δύο κοριτσάκια ἀπ’ αὐτὰ παρακολούθησαν ἕνα καλοκαίρι τὶς μοναχές νὰ ζυμώνουν πρόσφορα. Μὲ ἔκπληξη καὶ χαρὰ ἔμαθαν πώς στο τέλος τῆς Λειτουργίας θὰ διανεμηθεῖ ἀντίδωρο ἀπὸ τὸ πρόσφορο αὐτό. Περίμεναν πῶς καὶ πῶς νὰ πάρουν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἁγίου το ἀντίδωρο. «Ὁ Γέροντας θὰ μᾶς δώσει ψωμάκι τῆς Ἐκκλησίας!» ἔλεγαν καὶ ξανάλεγαν μὲ ἐνθουσιασμό.
Τὸ ἔμαθε ὁ Ἅγιος καὶ βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση. Τὰ κορίτσια ἦταν ἀλλόθρησκα. Ἀπὸ τὴ μιὰ δὲν μποροῦσε νὰ δώσει ἀντίδωρο σὲ ἀβάπτιστους άνθρώπους κι ἀπό τὴν ἄλλη προβληματιζόταν πῶς θὰ τοὺς τὸ πεῖ. Δὲν ἤθελε νὰ τὸ πάρουν στραβά καὶ νὰ τὶς ἀπομακρύνει ὁριστικά ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Το πρωί τῆς Κυριακῆς κατά τή θεία Λειτουργία, ἀφοῦ εὐλόγησε τὸ ἀντίδωρο την καθορισμένη ὥρα, προσέθεσε ξεχωριστὰ στὴν ἄκρη στὸ πανέρι δύο κομματάκια ἀπὸ πρόσφορα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν εὐλογηθεῖ.
Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, σὰν ἔφτασε ἡ σειρὰ τῶν κοριτσιῶν νὰ πάρουν ἀντίδωρο, πῆρε διακριτικὰ μὲ τὸ δεξί χέρι τὰ δύο αὐτὰ κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε στὰ κορίτσια ποὺ πετοῦσαν ἀπὸ τὴ χαρά τους.
Δὲν πέρασε πολύς καιρός καὶ τὰ δύο κορίτσια ζήτησαν νὰ βαπτισθοῦν. Μὲ τὴν κατάλληλη κατήχηση καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου ἔγιναν σύντομα μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας.
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.161-163
