Ἅγιος Νεκτάριος: «μὴν αὐτοκτονήσεις, ἐγώ… ὁ πατέρας σου θὰ τὰ κανονίσω»

Τὸν πρῶτο χρόνο στὴν Εὔβοια ὡς ἱεροκήρυκας ὁ Ἅγιος Νεκτάριος μέσα σέ διάφορα περιστατικά καὶ περιπτώσεις «παραμυθίας καὶ ἀνακουφίσεως», λίγο μετὰ τὸ Πάσχα, ἦρθε καὶ τὸν ζήτησε βράδυ στήν κάμαρά του ἕνας ἔφηβος, ἕνα δεκαπεντάχρονο ἀγόρι. «Ἦταν ἡ περίοδος ποὺ ἑτοίμαζε καὶ τύπωνε τὸ σύγγραμμά του: «Περί τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ». Μὲ οἰκονομικές θυσίες, στερήσεις καὶ ἀτέλειωτες προσπάθειες κατάφερε να στείλει στο τυπογραφεῖο τῆς ᾿Αθήνας τὰ χειρόγραφα. Σχεδόν κάθε τέσσερις μέρες ἔφταναν μὲ τὸ ταχυδρομείο τὰ «δοκίμια», οἱ διορθώσεις καὶ πολλές φορές ξενυχτοῦσε νὰ τὶς προλάβει.

Δὲν ἔδιωχνε ποτέ κανέναν ἀπ’ ὅσους τὸν ζητοῦσαν. Δὲν ἔδιωχνε ἀκόμη οὔτε καὶ τὰ ζῶα, οὔτε τοὺς γάτους τῆς γειτονιᾶς ποὺ γοργοπερνοῦσαν μὲ ὕπουλη διάθεση νὰ βροῦν ἀνοιχτό το κελάρι γιὰ νὰ κλέψουν.

Τὸ ἀγόρι αὐτό φοροῦσε ντρίλινα ξεφτισμένα ροῦχα, φτηνά σάνδαλα καὶ ἦταν κουρεμένο γουλί. Μᾶλλον ὑψηλοῦ ἀναστήματος μὲ ὄψη κέρινη. Τὰ μάτια του τόξευαν βαθύ παράπονο.

– Πάτερ, ἔπιασε νὰ λέει, καθώς τὸν ἀντίκρυσε μὲ τὸ ἀντερὶ καὶ τὴν πέννα στὰ δάκτυλα. Πάτερ, παραβρέθηκα τὴν Κυριακὴ στὸ κήρυγμά σας, ποὺ λέγατε κάτι γιὰ τὴν αἰσχύνη. Εγώ… ἐγὼ γεννήθηκα δίχως πατέρα.

– Κόπιασε μέσα παιδί μου, κάθησε νὰ σὲ φιλέψω λίγο γλυκό.

– Εὐχαριστῶ εἶναι ἀργά… δὲν πειράζει.

Με κόπο κατάφερε νὰ μπάσει αὐτὸν τὸν ἀπροσδόκητο ἐπισκέπτη στην κάμαρά του. Μόλις τὸν ἔπεισε νὰ καθίσει πρόχειρα σιμὰ στὸ τραπεζάκι μὲ τὰ χειρόγραφα καὶ τὰ δοκίμια, τὸ ἀγόρι ἀναλύθηκε σὲ λυγμούς.

– Θὰ σκοτωθώ πάτερ, δὲν ἀντέχω πιά. Θὰ πέσω νὰ πνιγῶ στὸν πράσινο κάβο. Ἡ μάνα μου κάπου κάπου κλαίει καὶ χτυπιέται μὰ δὲν τὸ ψιλοκοσκινίζει. Ὅπου σταθῶ κι᾿ ὅπου βρεθῶ μὲ φωνάζουν μοῦλο. Ξέκοψα κι’ ἀπὸ τὸ σχολειό καὶ ρογιάστηκα παραγυιός στοὺς ταρσανάδες, μὰ κεῖ ‘ναι χειρότερα.

– Ποὺ εὑρίσκεται ἡ μητέρα σου;

– Προσοχή! Μὴν πᾶς καὶ τῆς πεῖς τίποτα, γιατί θὰ τελειώνω μιὰ ὥρα ἀρχήτερα. Τη λυπάμαι. Ποιός ξέρει, γιατί ἁμάρτησε. Ἤτανε, λέει, ὁ ἄντρας της καραβομαραγκός καὶ τόσκασε μὲ τὰ πειρατικά, τὴν ἄφησε νέα καὶ μονάχη, δίχως διάφορο, δίχως προστασία. Τέτοια μοῦ λέει κάθε στιγμή. Ὁ Θεός ξέρει, πάτερ. Τι νὰ πεῖς, εἶναι μάνα μου καὶ τὴ λυπάμαι. Μποροῦσε, σὰν ἤθελε, καὶ νὰ μὲ χαλάσει μικρό, μὰ δὲν τόκανε. Μακάρι νὰ τὄχε κάμει. Δὲν σηκώνω πιὰ τὴν καταλαλιά, τὸ φαρμακερό κουσούρι… Ἦρθα νὰ σὲ βρῶ, νὰ σ’ ανταμώσω, νὰ παρακαλέσεις τὸν ἀφέντη τὸ Χριστὸ νὰ σπλαχνιστεί κι’ αὐτὸς τὴ μάνα μου, τώρα πού δεν παίρνει πιὰ ἀναβολὴ καὶ θὰ δώσω τέλος στη ζωή μου.

Τὰ μάτια του κόκκινα σὰν παπαρούνες τόξευαν σπαραγμό.

– Παιδί μου, παιδί μου, φώναξε καὶ σηκώθηκε, πλησίασε τό αγόρι. Δὲν τὸ γνωρίζεις, ὅτι ὅσοι δὲν ἔχουν σὰν καὶ σένα Πατέρα, σκύβει ὁ Εσταυρωμένος, ὁ ἀφέντης, ὅπως ὀρθῶς τὸν ἀπεκάλεσες, ὁ Κύριος και τοὺς υἱοθετεῖ; Καὶ τὸν Κύριό μας τὸν εἶπανε οἱ Φαρισαίοι νόθο… Τὸν ἀποκαλοῦν μέχρι σήμερα οἱ παράνομοι Εβραίοι. Ἐγώ, παιδί μου, ἕνας έλάχιστος κληρικός, τυγχάνω ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ σὲ ἀναλαμβάνω. Ὅποιος τοῦ λοιποῦ σὲ λέγει νόθο, θάρθεις νὰ μὲ τὸ πεῖς. Ἐπὶ πλέον δὲν θὰ παραμείνεις εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Θέλεις νά ταξιδεύσεις;

Ὁ έφηβος ἔπιασε να συνέρχεται. Τὸν κύτταξε μὲ τὰ πονεμένα του μάτια, τὸν κύτταξε φιλοπερίεργα.

– Δὲν ἔχω λεφτά, ψιθύρισε.

– Θὰ σοῦ βρῶ ἐγώ… ὁ πατέρας σου. Θὰ τὰ κανονίσω.

Ἐκείνη δὰ τὴ περίοδο με κάτι ἐλεημοσύνες καὶ μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου δὲν εἶχε μήτε ἐφημερίδα ν’ ἀγοράσει.

– Πὼς δὲν θέλω… Θέλω καὶ παραθέλω. Θὰ μὲ σώσεις.

– ᾿Από δῶ καὶ κατόπιν θὰ μὲ θεωρεῖς γονέα. Θὰ κάμεις ὀλίγον ὑπομονὴν ἕως ὅτου γράψω καὶ μὲ ἔλθει ἀπάντησις. Θὰ σὲ ἀποστείλω εἰς Αίγυπτον. Εἰς τὴν μεγαλούπολιν τοῦ Καΐρου. Ενοεῖται εἰς φιλικά μου πρόσωπα. Ἐκεῖ θὰ ἐργασθεῖς καὶ ταυτοχρόνως θὰ σπουδάζεις. θὰ μάθεις γράμματα διὰ νὰ δοξάζεις ἀργότερον τὸν Εὐεργέτην σου, τὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό, παιδί μου. Μή κλαίγεις πλέον, μὴν ἐπαναπροφέρεις τὴν δηλητηριώδη λέξιν τῆς αὐτοκτονίας. Μετανόησε καὶ ἐλθέ μεθαύριον Σάββατον ἵνα σοῦ ἀναγνώσω τὴν εὐχὴν συγχωρήσεως. Ὡς ἐλαφρυντικόν σοῦ καταλογίζω τὸ νεαρόν τῆς ἡλικίας σου…

Τὸ ἀγόρι κινήθηκε, ἔπεσε χάμου στὰ γόνατα καὶ τοῦβρεχε τὶς παντόφλες μὲ τὰ δάκρυά του.

– Πάτερ, δὲν τὸ περίμενα. Μέ βγάζεις μέσα ἀπὸ τὸν τάφο, μὲ τραβᾶς ἀπὸ τὰ δόντια τοῦ χάροντα… Ὁ Χριστός πάτερ, ὁ Χριστός…

Πήρε ὅπως συνήθιζε τὴν ὑπόθεση στά σοβαρά. Ξεκίνησε καὶ βρῆκε τὴν μητέρα, τῆς εἶπε ὅτι χρειαζόταν νὰ τῆς πεῖ καὶ σὲ κάμποσο διάστημα τὸ τακτοποίησε τὸ παιδί, ποὺ τὸν ἔλεγαν Στέφανο. Ἔπειτα ἀπὸ δυὸ μῆνες κρατώντας τὰ μπογαλάκια του μπαρκάριζε ἀπὸ τὸ λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ γιὰ τὴν ᾿Αλεξάνδρεια. Ἐκεῖ ποὺ πήγαινε δὲν θὰ ξανάκουγε ποτὲ τὸ παρανόμι ποὺ τοῦ σπάραζε τὴν καρδιά. Θὰ δούλευε σὲ φιλικά χέρια καὶ θὰ σπούδαζε στὰ περίφημα σχολεῖα τῆς Κοινότητας.

᾿Αλλὰ τὸ σύγγραμμα τυπώθηκε μὲ παθητικό κι’ ἀναγκάστηκε νὰ βάλει κι’ ἄλλο χρέος. Ὅταν ἔφθασαν τὰ πρῶτα ἀντίτυπα, τρισευτυχισμένος ποὺ ἔβλεπε τὸν «οἰκοδομοῦντα λόγον» στὸ χαρτί μὲ τὰ μικρά στοιχεῖα, ἔπιασε καὶ τὰ σκόρπισε σέ διάφορους, τζάμπα.

Ἡ τοπικὴ ἐφημερίδα «ΕΥΡΙΠΟΣ» ἔγραψε στήν πρώτη σελίδα:

«Ὑπὸ τοῦ σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλᾶ, ἐξεδόθη βιβλίον πραγματευόμενον «περὶ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ». Τὸ σύγγραμμα διαιρεῖται εἰς τρία μέρη. Ἐν τῷ πρώτῳ μέρει ὁ λόγιος συγγραφεύς πραγματεύεται περὶ τῶν θαυμάτων καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι λογικῶς ἀδύνατα, οὐδὲ ἀρνεῖται αὐτὰ ὁ ὀρθὸς λόγος. Ἐν τῷ δευτέρῳ μέρει γίνεται ἀνάπτυξις πλατυτέρα τοῦ αὐτοῦ θέματος καὶ ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐν δὲ τῷ τρίτῳ ἀποδεικνύεται ἡ ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ἐκ τῆς Ἱστορίας. Τὸ βιβλίον εἶναι διδακτικώτατον καὶ χρησιμώτατον εἰς στερέωσιν τῆς πίστεως, διὸ συνιστῶμεν θερμῶς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ εἰς πάντας. Τὸ βιβλίον ἀφιεροῦται τοῖς Χαλκιδεῦσι καὶ Κυμαίοις, διανέμεται δὲ δωρεάν, ὅπερ πολύ τιμᾶ τὴν ἀφιλοκέρδειαν τοῦ συγγραφέως, ἐξ ἰδίων δαπανῶντος πρὸς φωτισμὸν καὶ διδασκαλίαν τῶν χριστιανῶν».

Ἔπειτα ἀπὸ δυὸ μῆνες ἀκριβῶς συνέβηκε καὶ μιὰ ἄλλη, παρόμοια σχεδὸν μὲ τὴν παραπάνω περίπτωση. Τώρα στη θέση τοῦ ἀγοριοῦ ἦταν κοπέλλα. Μιὰ νέα κοπέλλα, ὥσαμε δεκαπέντε χρονώ, μέτρια στὸ ἀνάστημα, μᾶλλον παχουλή, κακοντυμένη, μὲ τσόκαρα στὰ πόδια. Ήρθε πρωί μετὰ τὸν ὄρθρο κι’ ἔβγαλε τὸ φακιόλι της καὶ χύθηκαν τρόγυρα σὰν ἔβενος τὰ μαῦρα μαλλιά της κι’ ἔπεσε στὰ πόδια του κι ἔκλαιγε μ’ ἀναφυλλητά, χωρὶς νὰ σταματάει, χωρίς νὰ παίρνει μιὰ ψύχα ἀνασεμιά.

– Ὁ πατέρας μου, σεβασμιώτατε, ὁ πατέρας μου, τὸν ἔπιασε θυμός καί… σκότωσε. Σκότωσε τὸ θεῖο μου, τὸν ἀδελφό του, πάνω στὶς διαφορές στὰ κτήματα. Τί θ’ ἀπογίνουμε τώρα οἱ δόλιες, τρεῖς ἀδελφάδες;… Τὸν πῆραν οἱ χωροφύλακες… τὸν τράβηξαν μὲ κλωτσὲς καὶ τὸν πῆγαν στ’ ᾿Ανάπλι, στοὺς κακούργους. Ταχειὰ θὰ τὸν κρεμάσουν, παππούλη…

᾿Απόμεινε ἄναυδος. Κύτταξε κατά πρόσωπο, περιεργάστηκε φιλέρευνα τὸ δυστυχισμένο ἐκεῖνο πλᾶσμα, τὸ πλᾶσμα τοῦ Ὑψίστου ποὺ ἦταν ἄνθρωπος, ποὺ ἦταν κοπέλλα, ἀπόγονος τῆς Εὔας, ὁμόφυλος τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ τοῦ κοβόταν ἡ μιλιά. Ὦ αὐτὴ ἐδῶ κάτω ἡ γῆ, ἡ κοιλάδα τοῦ πόνου!

Κάθε τι ἀπὸ τὴ νεαρὴ ἐκείνη φυσιογνωμία, ἀπὸ τὰ ἄγουρα ἐκεῖνα νειᾶτα, τὰ μάτια, τὰ χείλη, τὸ σαγώνι, τὰ χέρια, κι’ αὐτὰ ἀκόμα τὰ μαλλιά, συμπλήρωναν τὴν ὀδύνη. Πλαισίωναν τὸ δρᾶμα.

– Πῶς σὲ λέγουν; κατάφερε γιὰ μιὰ στιγμὴ νὰ ρωτήσει.

– Ροδόπη.

– Ἅκουσε κόρη μου, Ροδόπη. Σταμάτησε, μὴν κλαίγεις.

– Δὲ μοῦ μένει παρὰ νὰ σκοτωθώ.

– Εἶσαι νέα, ἀρκετὰ νέα, καὶ βιάζεσαι. Θὰ φροντίσω νὰ πάει ἱερέας εἰς τὸ Ναύπλιον νὰ βρεῖ τὸν πατέρα σου, νὰ τὸν ἀνακουφίσει, νὰ τὸν σώσει.

– Πῶς νὰ τὸν σώσει;

–᾿Απὸ τὸ ἁμάρτημα. ᾿Απὸ τὸ θανάσιμο ἁμάρτημα τοῦ φόνου.

– Ἅδικα οἱ κόποι σας… Θὰ τὸν κρεμάσουν.

– Οἱ ἄνθρωποι ἂς τὸν κρεμάσουν. Ἔχουν ἰδικούς των νόμους. Να μὴν τὸν ἐγκαταλείψει ὁ Θεός, παιδί μου… Ἅν τὸν ἐγκαταλείψει… θὰ τὸν ξανακρεμάσει ὁ Σατανᾶς. Καὶ τότε νὰ κλαίγεις. Τότε νὰ πονεῖς μὲ τὸ δίκιο σου. Μὰ ὄχι, δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος… θὰ φροντίσω. Κι᾿ ὅσο διὰ σᾶς τὰς ἀδελφάς… ἔχετε μητέρα;

– Ἔχουμε.

– Διὰ σᾶς καὶ τὴν μητέρα σας, θὰ παρασταθῶ ἀπὸ σήμερον παρὰ τὸ πλευρόν σας. Θὰ φροντίσω νὰ σᾶς εὕρω ἐργασίαν… θὰ φροντίσω ἐὰν ζήσω, νὰ σᾶς ἀποκαταστήσω.

– Πῶς παππούλη μου, πῶς, ποὺ ὅλοι ἐδῶ στὰ μέρη μας, θὰ μᾶς πομπεύουν, θὰ μᾶς κράζουν θυγατέρες τοῦ φονηᾶ…

– Θὰ σᾶς ἀποστείλω εἰς Αἴγυπτον… Θὰ φροντίσω. ᾿Από σήμερον θὰ ἀναλάβω τὸν ρόλον τοῦ πατέρα σας. Ὁ Θεὸς τυγχάνει Πανευεργέτης. Κανέναν, κανέναν δὲν ἀπελπίζει.

Καὶ πάλι πῆρε τὴν ὑπόθεση στὰ ζεστά. Κι’ ἔγραψε γράμματα καὶ φρόντισε καὶ τοποθέτησε καὶ μητέρα καὶ ἀδελφὲς σὲ γνωστὰ ἀρχοντόσπιτα στὴν Αἴγυπτο διά μέσου τῆς κυρίας Τζένης Δημοσθένους Χωρέμη, τῆς εὐγενέστατης αὐτῆς κυρίας, ἀνηψιᾶς τοῦ παλαιού του προστάτη, ποὺ τόσο τοῦ παραστεκόταν σε κάθε δύσκολη ώρα.

Πηγή: «Ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μᾶς (Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλάς)», Σώτου Χονδρόπουλου, ἐκδ. Ἱερὰς Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος (Ἅγιος Νεκτάριος) Αἰγίνης, ἔκδοση Ε’, σέλ.83-86

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *