«Δὲν φύγαμε γιὰ νὰ ἀσωτέψουμε, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φύγαμε!»

Ἀνησύχησε πολύ ὁ κυρ Γιώργης ὁ Χασάπης σὰν τοῦ εἶπε ή γυναίκα του ή Μαγδαληνή, πὼς τὰ δίδυμα ἀγόρια τους ἦταν ἄφαντα. Τὰ ἄκουσε καὶ ἡ γιαγιά Λωξάντρα καὶ σταυροκοπήθηκε. «Δώδεκα χρονῶν παιδιά, ποῦ εἶναι τόσες ὧρες;». Ἦρθε τὸ ἀπόγευμα, ἦρθε τὸ βράδυ καὶ καμία εἴδηση ἀπὸ τὰ δύο παιδιά. Ἔκατσαν ἄυπνοι ὅλο τὸ βράδυ. Σὰν ξημέρωσε ὁ Θεὸς τὴ μέρα, βγῆκε ὁ Γιώργης ἀνήσυχος στὸν μαχαλά. «Ἔ, Γιώργη, τὰ μικρά σου ψάχνεις;» ρώτησε ἕνας ἐργάτης ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα πήγαινε στη δουλειά του. Καὶ πρὶν προλάβει νὰ τοῦ ἀπαντήσει ὁ πατέρας, συνέχισε ἐκεῖνος: «Στο Σταυροβούνι εἶναι, στὸ μοναστήρι. Τὰ βρῆκε νὰ περπατοῦν (1) στον δρόμο ἕνας γείτονάς μου μὲ τὸ κάρο καὶ τὰ ρώτησε ποῦ πηγαίνουν. Ὅταν τὰ ἀνέβασε πάνω, τὰ γνώρισε. “Τοῦ Ὀρουντιώτη (2) δὲν εἴσαστε, βρέ;”»

Ὁ πατέρας δὲν χρειάστηκε ν’ ἀκούσει ἄλλο. Τὴν ἴδια μέρα ἦταν ἐκεῖ. Ἀπέναντί του κάθησε ὁ ἡγούμενος καὶ δίπλα του τὰ δύο αγόρια του, ὁ Σοφοκλής – ὁ μετέπειτα ἱερομόναχος Φιλούμενος καὶ ἅγιος πλέον τῆς Ἐκκλησίας μας- καὶ ὁ Ἀλέξανδρος (μετέπειτα π. Ελπίδιος). Θὰ περίμενε ὁ πατέρας πὼς θὰ εἶχαν κατεβασμένα τὰ κεφάλια καὶ τὰ μάγουλά τους θὰ ἦταν κόκκινα ἀπὸ ντροπή. Μά, ἐκεῖνα τὸν κοιτοῦσαν σταθερὰ στὰ μάτια καὶ τὸ βλέμμα τους ἦταν σοβαρό.

«Πατέρα» εἶπε ὁ Σοφοκλής, «ἐδῶ καὶ πολύ καιρό διαβάζοντας τὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτη, πήραμε τὴν ἀπόφαση να φύγουμε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ νὰ μείνουμε ἐδῶ. Ὄχι, πατέρα, δὲν εἶναι ἐπιπόλαιη ἀπόφαση. Σοῦ τὸ λέμε καὶ σένα, τὸ εἴπαμε καὶ στὸν ἡγούμενο ποὺ δὲν θέλει νὰ μᾶς κρατήσει».

«Ἀφῆστε μας ἐδῶ καὶ θὰ δεῖτε!» συμπλήρωσε ὁ Ἀλέξανδρος. «Δὲν φύγαμε γιὰ νὰ ἀσωτέψουμε, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ φύγαμε!»

«Εἶστε μικροί» εἶπε ὁ ἡγούμενος. Ὁ πατέρας κούνησε μὲ ἱκανοποίηση τὸ κεφάλι.

«Τουλάχιστον, νὰ τελειώσετε τὸ σχολεῖο… Θὰ θυσιάσετε τὶς σπουδές σας;» εἶπε ὁ πατέρας.

«Πατέρα, τὸ ἔχουμε ἀποφασίσει. Ἂν μᾶς πάρεις μὲ τὴ βία, θὰ βροῦμε εὐκαιρία, πάλι νὰ τὸ σκάσουμε. Αὐτὸ θέλεις; Έχεις τόσα παιδιά. Δὲν θέλεις δύο ἀπὸ αὐτὰ νὰ τὰ δώσεις στὸν Χριστό;»

Προβληματίστηκε ὁ πατέρας. Δὲν ἤθελε νὰ τὰ πάρει μὲ τὴ βία. Οὔτε ἀντίρρηση εἶχε γιὰ νὰ δώσει κάποια ἀπὸ τὰ παιδιά του στὸν Χριστό. Το σκέφτηκε πιό ψύχραιμα. Δὲν ἤθελε νὰ δημιουργήσει ἐντάσεις. Ἂν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ ἔμεναν στὸ μοναστήρι. Ἂν ὄχι, σὲ λίγο καιρὸ θὰ ἔφευγαν.

Ἔμειναν πέντε ὁλόκληρα χρόνια στο μοναστήρι. Ὁ σοφὸς ἡγούμενος δὲν τὰ ἔγραψε στη δύναμη τοῦ μοναστηριοῦ, οὔτε τοὺς φόρεσε ράσο. Μάλιστα, ὅταν ἔτυχε νὰ ἀρρωστήσουν κι ἔπρεπε νὰ τύχουν φροντίδας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ παρέχει τὸ μοναστήρι, τὰ ἔστειλε στὴν οἰκογένειά τους μέχρι v’ ἀναρρώσουν. Ξαναγύρισαν ἔχοντας ἐπηρεάσει σὲ μεγάλο βαθμό καὶ τ’ ἀδέλφια τους στὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς.

Καὶ ὁ πατέρας τους ὁ Γιώργης ἔλεγε στὰ στερνά του: «Τὰ καλύτερα παιδιά μου εἶναι τὰ καλογέρια!»

(1) Ἡ Ἱερά Μονή Σταυροβουνίου βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 40 περίπου χιλιομέτρων, τὴν ὁποία τὰ δύο ἀδέλφια ἔκαναν πεζή.

(2) Ο πατέρας τους, ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ τὸ χωριό Όρούντα τῆς Λευκωσίας, εἶχε το προσωνύμιο Όρουντιώτης.

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.388-390

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *