Ὁ ἅγιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης παρακαλᾶ τὸν Ἁι-Γιώργη τὸν φουστανελά νά κάνει θαῦμα!

Ὁ ἅγιος γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης στεκόταν ἀμίλητος μπροστά στὴν ἀσημένια λειψανοθήκη. Τὰ χείλη του κινοῦνταν ἀνεπαίσθητα, ἐνῶ τὰ χέρια του έστελναν κόμπο-κόμπο τὴ δέηση στὸν Ἁι-Γιώργη τὸν φουστανελά, τὸ τριαντάχρονο παλληκαράκι ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Τοῦ εἶχε μεγάλη ἀγάπη τοῦ Νεομάρτυρα, ποὺ οἱ χριστιανοὶ τιμοῦσαν ὡς ἅγιο ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή που ἡ ψυχή του πέταξε γιὰ τὸν Οὐρανό. Καὶ ὁ Ἅγιος ἀνταπέδιδε τὴν ἀγάπη τους μὲ μύρια θαύματα, τόσο σὲ χριστιανοὺς ὅσο καὶ σὲ ἀλλόθρησκους (1).

Ἕνα τέτοιο ζητοῦσε κι ἐκείνη τή μέρα ὁ Γέροντας. Ἡ καλύβη τους ἦταν σὲ ἀναστάτωση, ὄχι μόνο γιατί εἶχαν πάει μαστόροι καὶ ρίχνανε τὴν πλάκα, μὰ γιατί δὲν ὑπολογίσανε καλὰ τὰ ὑλικὰ καὶ θὰ τοὺς ἔμενε ἡ δουλειά στη μέση. Καὶ μόνο στη σκέψη, τὰ καλογέρια ἀναστατώθηκαν.

«Ἅγιε μου Γιώργη» ἔσκυψε στὴ λειψανοθήκη καὶ μιλοῦσε στὸν Ἅγιο ὅπως θὰ μιλοῦσε σ’ ἕναν δικό του. «Κάνε μας τὸ θαῦμα σου. Ὄχι γιὰ μένα, μὰ γιὰ τὰ καλογέρια ποὺ στενοχωριοῦνται πολύ, ποὺ θὰ πάει τόσος κόπος καὶ τόσα ὑλικά χαμένα. Καὶ γιὰ τὰ μαστόρια ποὺ δὲν θέλω νὰ τὰ παιδεύω καὶ νὰ τοὺς κουβαλῶ ἐδῶ δεύτερη φορά.» Ὕστερα μὲ περισσὴ εὐλάβεια πῆρε τὴ λειψανοθήκη καὶ βγῆκε ἔξω. Κατευθύνθηκε πρὸς τοὺς μαστόρους καὶ κρατώντας τὴ λειψανοθήκη μὲ τὰ δύο του χέρια, σταύρωσε τὴν ἄμμο, τὸ τσιμέντο, τὸ χαλίκι. Τὰ μαστόρια τὸν κοιτοῦσαν ἀπορημένα, μὰ δὲν σταματοῦσαν. Θὰ δούλευαν μέχρι νὰ σωθεῖ καὶ τὸ τελευταῖο κουβαδάκι ἄμμος, μέχρι νὰ τελειώσει τὸ τσιμέντο καὶ τὸ χαλίκι. Οἱ ὧρες περνοῦσαν -τὰ ὑλικά, ὅμως, δὲν ἔλεγαν νὰ τελειώσουν! Ἐκεῖνοι δούλευαν ἀσταμάτητα. Κι ὅταν ἔριξαν πιὰ τὸ τελευταῖο μπετόν, εἶδαν μὲ ἔκπληξη καὶ θαυμασμό πώς μόνο τότε τὰ ὑλικὰ σώθηκαν!

«Εὐχαριστῶ σε, Ἁι-Γιώργη μου!» ψιθύρισε ὁ Γέροντας κι ἔτρεξε μέσα γιὰ νὰ τὰ πεῖ μὲ τὸν Ἅγιο ποὺ οὔτε κι ἐκείνη τὴ φορὰ τοῦ χάλασε χατίρι.

(1) Τρεῖς μέρες τὸν ἄφησαν οἱ Τοῦρκοι κρεμασμένο στὸ δέντρο. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τριῶν αὐτῶν ἡμερῶν ἕνα οὐράνιο φῶς ἔφεγγε πάνω ἀπὸ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Έτρεξαν οἱ χριστιανοὶ νὰ μαζέψουν χῶμα ἀπὸ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου γιὰ νὰ τὸ κάνουν φυλαχτά. Τελευταία ἔτρεξε μιὰ Τουρκάλα ποὺ ἄκουσε τοῦτα τὰ θαυμαστά. Πλησίασε τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρα ποὺ αἰωρεῖτο ἀκόμα καὶ πῆρε τήν… κάλτσα του. Τὴν ἔκρυψε στην τσέπη της κι ὅταν μπῆκε στὸν ὀντά της, τὴν ἀσπάστηκε μὲ σεβασμό. Ύστερα ἔτρεξε νὰ τὴν πάει σὲ μιὰν ἄλλη Τουρκάλα ποὺ ἤτανε βαριὰ ἄρρωστη. Ἔμειναν καὶ οἱ δύο μὲ δέος νὰ κοιτοῦν τὸ πολύτιμο αὐτὸ φυλαχτό, ὅταν στὰ ξαφνικά ή ἄρρωστη σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Ἡ ἀρρώστια εἶχε περάσει, ἦταν μόνο μιὰ κακιά ἀνάμνηση. Στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου μάλιστα, ποὺ ἱστορήθηκε μόλις 13 μέρες μετὰ τὸ μαρτύριο, εἰκονίζεται νὰ φορᾶ μόνο μία κάλτσα!

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.323-325

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *