Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης καὶ τὰ παιδιά

Δέν εἶναι λίγοι αὐτοί πού ἔβλεπαν τόν π. Ἀθανάσιο τήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας, ἤ κατά τή Μεγάλη Εἴσοδο, ἀλλά καί ἄλλες στιγμές ἀκόμη καί ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία, νά λάμπει το πρόσωπό του καί νά μήν πατάει στό ἔδαφος. “Αἰθέριος ὡς ἕνα πῆχυν ἵστατο τάς χείρας καί τό ὄμμα εἰς οὐρανούς ἀνέχων καὶ Θεῷ ἡσύχως προσομιλῶν” (Συναξάρι Ὀσ. Κλήμεντος τοῦ ἐν Σαγματίῳ). Συχνά κάποιοι μεγάλοι πού ἔβλεπαν αὐτό τό ἐξαίσιο θέαμα, ἔμεναν ἀποσβολωμένοι. Μόλις καί μετά βίας συγκρατοῦσαν τήν ἔκπληξή τους καί ἔπνιγαν τή φωνή τους γιά νά μή δημιουργήσουν ἀταξία. Ὅμως τα μικρά παιδιά δέν μποροῦσαν νὰ κρατηθοῦν. Διέκοπταν με τίς φωνές τους τή λειτουργία καί φώναζαν:
-Μαμά, ὁ παπάς δέν πατάει στή γῆ. Ὁ παπάς πετάει!

Ἡ κ. Γ. Κ. θυμᾶται μέ πολύ συγκίνηση.
“Ήμουν πέντε χρονών κοριτσάκι τότε καί τόν εἶδα στο ἱερό νά εἶναι μισό μέτρο πάνω ἀπ’ τή γῆ. ῎Αρχισα να φωνάζω:
-Ο παπάς δέν πατάει στή γῆ!
Ὁ γέροντας ἔβγαινε ἀπό τό ἱερό με γλυκό ύφος καὶ μοῦ ἔλεγε:
-Ε! παιδί, σε παρακαλώ, μήν το λές.
Καί ὅσο παρακαλοῦσε ὁ γέροντας, τόσο ἐγώ φώναζα πιό πολύ:
-Ο παπάς δέν πατάει στή γῆ! Μαμά, θα πέσει κάτω!”.

Ὁ γέροντας Ἀθανάσιος ἔτρεφε ἰδιαίτερη αγάπη στα παιδιά καί στούς νέους. Φερόταν με πολύ στοργή καί γλυκύτητα. Στο κελλί του εἶχε μια φοντανιέρα γεμάτη καραμέλες γιά νά φιλεύει τά παιδάκια. Ἔτσι δημιουργοῦσε εὐχάριστο περιβάλλον καί τά παιδιά ἔνιωθαν σα στο σπίτι τους. Ὅταν περνοῦσε ἀπό κάποιες γειτονιές τὰ παιδιὰ τὸν ἀναγνώριζαν. ῎Αφηναν το παιχνίδι κι ἔτρεχαν κοντά του φωνάζοντας: “Περνάει ὁ Χριστούλης”. Τοῦ φιλοῦσαν το χέρι, τον τραβούσαν ἀπ’ τὸ ράσο, δὲν τὸν ἄφηναν να φύγει. Ο γέροντας χαμογελούσε καλοκάγαθα.

Σε ἄλλη γειτονιά, ὅταν τὸν ἔβλεπαν, ἀνέβαιναν στα δέντρα, ἔκοβαν φροῦτα καὶ τοῦ τὰ ἔδιναν με μια χαριτωμένη παιδική ἀθωότητα. Ὁ γέροντας τα δεχόταν, ἀλλά μέχρι να φτάσει στη Νερατζιώτισσα τα μοίραζε στούς ἐργάτες πού συναντοῦσε στο δρόμο.

Μέσα στήν ἐκκλησία εἶχε τον τρόπο να εἰρηνεύει τα παιδιά, εἰδικά τήν ὥρα τῆς θείας Κοινωνίας. Καί μόνο το βλέμμα του ἦταν ἀρκετό νά τά ἠρεμήσει. Κι ἄν οἱ γονεῖς ἔλεγαν:
– Ἔλα, θα πάρεις γλυκό, ἤ χρυσό δοντάκι… ὁ γέροντας τούς διόρθωνε:
– Ὄχι παιδί, ὁ Χριστός εἶναι, τό Χριστό θα πάρεις.

“Η κόρη μου”, λέει ἡ κ. Μ. Λ., “φοβόταν πολύ ὅταν τήν πήγαινα στήν ἐκκλησία. Δέν ἤθελε νὰ δεῖ ἱερέα καθόλου, οὔτε μποροῦσα νά τήν κοινωνήσω. Παρόλο πού τήν πήγαινα συνεχῶς γιά νά συνηθίσει ἀντιδροῦσε κι ἔκλαιγε. Δέν ἤξερα τί να κάνω. Μιά Κυριακή τήν πῆγα στήν Παναγία (Μητρόπολη ᾿Αμαρουσίου). Ὁ ἐφημέριος π. Ι. παραξενεύτηκε.
– Μα τί τοῦ ἔκανες τοῦ παιδιοῦ καί ἀντιδρᾶ ἔτσι; Δέν το πᾶς στον π. ᾿Αθανάσιο;
Πράγματι το πῆγα. Ο γέροντας το κοίταξε με πολλή τρυφερότητα, το σταύρωσε καί ἀπό κείνη τήν ἡμέρα το παιδί ἠρέμησε”.

Μέσα τό ἱερό τῆς Νερατζιώτισσας γέμιζε ἀπό παιδιά. Ἦταν στενός ὁ χῶρος καί ὁ γέροντας ἀποφάσισε να λάβει “μέτρα”.
– Θα ντύνονται μόνον ὅσοι ἔρχονται πρώτοι.
Καί ἄρχισε ὁ ἀνταγωνισμός! Τά παιδιά, γιά να προλάβουν, ἔρχονταν πρωί-πρωί, πρίν χτυπήσει ἡ καμπάνα καί πρίν βγεῖ ὁ γέροντας. Ὁ π. Αθανάσιος μοίραζε στούς πρώτους τίς στολές. Παρόλο πού ἦταν τόσο ἀγαπητός, δέν χαριζόταν ὅταν ἄκουγε τήν παραμικρή φασαρία. Νουθετοῦσε με πολύ ἀγάπη καί ἐπέβαλλε τήν ἡσυχία. Τίς περισσότερες φορές ἀρκοῦσε καί μόνον ἕνα βλέμμα. Ἦταν ἡ καλύτερη παρατήρηση, σά νά ἔλεγε χίλιες λέξεις. Ὅπως γράφει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος:
“Καί ὀφθαλμός παιδευτοῦ σιωπῶσα διδασκαλία”, δηλ. καί το βλέμμα τοῦ δασκάλου, εἶναι διδασκαλία χωρίς λόγια.

Χαιρόταν πολύ ὅταν κάποιο ἀπό τά παιδιά ἤθελε νά μάθει να ψέλνει. Τά ἐνθάρρυνε, καθόταν μέ ἐνδιαφέρον νά τούς μάθει το τυπικό, νά τούς βοηθήσει να μάθουν δύσκολες λέξεις, ἤ νά τούς ἑρμηνεύσει τή σημασία τους. Τίς καθημερινές πολύ συχνά ἔβλεπε κανείς νά τόν βοηθοῦν στὸ ἀναλόγιο μικρά παιδιά.

Μερικά παιδιά περνοῦσαν κάθε πρωί, πρίν πᾶνε στο σχολεῖο, γιά να πάρουν τήν εὐχή του. Ιδιαίτερα ὅμως ὅταν ἔγραφαν διαγωνισμούς. Τότε θά περνοῦσαν ἀπαραιτήτως. Ὁ γέροντας χαμογελοῦσε κι ἔλεγε στούς μεγαλύτερους:
– Εἶδες; Τα παιδιά εἶναι πονηρά! Τώρα πού ἔχουν ἐξετάσεις ἔρχονται να πάρουν εὐλογία για να γράψουν καλά…

Ιδιαίτερη προσοχή καί ἀγάπη ἔδειχνε στα παιδιά πού προσέρχονταν στήν ἐξομολόγηση. Τὰ ἀντιμετώπιζε ὑπεύθυνα, μέ μια ἔξοχη δεξιοτεχνία. Ο π. Α. Φ. θυμάται:
“Η πρώτη μου ἐξομολόγηση ἦταν σ’ αὐτόν. Ἕνα ἀπόγευμα, μαθητής Δ’ Δημοτικοῦ, μέ πῆρε ἀπό τό χέρι ἡ γιαγιά μου καί με πῆγε στή Νερατζιώτισσα νὰ ἐξομολογηθεῖ καί αὐτή καί ἐγώ. Φοβόμουν καί ντρεπόμουν, περιμένοντας δέν ξέρω τί…, ἐπιπλήξεις, τιμωρίες. ᾿Αλλά ἡ ἀγγελική του μορφή, τα γλυκά του λόγια καὶ ἡ ἐμφανής ἀγάπη του μοῦ ἔδωσαν θάρρος καί φτερά, κι ἔτσι ἔγινε σωστή καί σωτήρια ἡ πρώτη μου ἐξομολόγηση”.

Ὁ κ. Α. Π. διηγεῖται:
“Ήμουν μικρό παιδί καί εἶχα ἀρχίσει να ψιλοκλέβω. Ἡ μητέρα μου μέ πῆγε στον π. Ἀθανάσιο. Ἐντυπωσιάστηκα ἀπό τή μορφή του. Ἐξομολογήθηκα καί τοῦ ἀνέφερα τό παράπτωμά μου. Δέν θέλησε να το παραβλέψει. Μοῦ εἶπε με πολλή καλοσύνη λίγα λόγια καί αὐτό πού θυμᾶμαι εἶναι ὅτι ἔφερε ὡς παράδειγμα τόν Ἰούδα, «ὅτι κλέπτης ἦν, καί τό γλωσσόκομον εἶχε καί τά βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ιωάν. 12,6). Μοῦ τό εἶπε μέ τέτοιο τρόπο, πού ἀπό κείνη τη στιγμή σταμάτησα να κλέβω. Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση ή διάκρισή του καί ἡ ἐλευθερία του. Ἄλλοτε πάλι ἡ μητέρα μου τόν ἐπισκέφθηκε γιατί εἶχε πρόβλημα μέ τόν ἀδελφό μου πού ἀντιδροῦσε σφόδρα γιά τήν ἐκκλησία. Πῆγε ἀπελπισμένη στόν π. Ἀθανάσιο. Με ἁπλές κουβέντες τήν καθησύχασε.
-Παιδί, μέ τή βία δέν κερδίζεις τίποτα. Νά μήν τόν πιέζεις καί νά μήν τόν στέλνεις μέ τό ζόρι. Αφησέ τόν ὁ ἴδιος νά ἀποφασίσει”.

Ὁ γέροντας, κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου (Ματθ. 18,3), ἔμοιαζε μέ τά παιδιά καί εἶχε μαζί τους μια τόσο όμορφη ἐπικοινωνία. Γι’ αὐτό καί στή μνήμη ὅλων αὐτῶν τῶν παιδιῶν μένουν ἀνεξίτηλα τά λόγια του, ἀλλά κυρίως ἡ στοργή καί ἡ ἀγάπη του.

Πηγή: “Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης”, Ἄρχιμ. Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σέλ.43-44, 126-129

 

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *