
Γράφει ἡ Καλλιόπη Ζτούπα
-Γέροντα μου, θὰ ἤθελα πολὺ νὰ μοῦ πεῖς κάποιο γνωμικό ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὡραῖα ποὺ συνηθίζεις νὰ μᾶς λές.
Ἐκεῖνος γελῶντας μοῦ ἀπαντάει:
-Βρήκαμε δουλειά! Τί θέλεις νὰ σοῦ πῶ;
-Ξέρεις ἐσύ. Ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ γνωστά…
-Καλῶς, θα σοῦ πῶ μερικά!
«Γέροντα μου, Χρυσοχέρη, μία στὸ ἀμόνι, τρεῖς στὸ χέρι», δηλαδὴ καὶ ἀνεπρόκοπος, δὲν ἤξερε καλὰ τὴν δουλειά του, καὶ ἔκανε και ζημιές.
«Μὴν ἐμπιστευθῇς τὸν φίλο σου καὶ εἰπῆς τὸ μυστικό σου. Ὁ φίλος στὸν φίλο του θὰ τὸ πῇ καὶ θά ‘ναι κακό δικό σου. Τὸ μυστικό σου νὰ τὸ εἰπῇς εἰς τὸν πνευματικό σου». Ἡ ἐμπιστοσύνη εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Πρέπει νὰ ἐμπιστευόμαστε σωστοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ καθοδηγούμαστε ὀρθά.
Πολλὲς εἶναι οἱ ἱστορίες ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν ζημιωθεῖ στη ζωή τους άνεπανόρθωτα. Χωρὶς νὰ ἐξετάσουν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπιστεύονται ἔχουν πάθει μεγάλες ζημιές, γιατί οἱ φίλοι ἢ ἀπὸ ζήλεια ἢ ἀπὸ κακία τοὺς κατέστρεψαν.
«Σάπια σανίδια μὴν πατᾶς, μηδὲ σάπια δοκάρια. Τὰ σάπια, σάπια εἶναι τα καὶ σπάζουν τὰ ποδάρια».
-Τί ἐννοεῖς μὲ αὐτό, Γέροντα;
-Θέλει νὰ πῇ νὰ προσέχουμε πού πατᾶμε, ποὺ βρισκόμαστε, τί λέμε καὶ τί παρέες κάνουμε. Τὰ πάντα νὰ προσέχουμε!
-Θέλει νὰ ἔχουμε διάκριση, Γέροντα, καὶ ἐμεῖς δὲν τὴν ἔχουμε. Πῶς γίνεται νὰ φυλαχτοῦμε;
-Μὲ τὴν ἐγκράτεια. Νὰ μὴν μιλάμε. Νὰ μιλάμε λίγο. Ὅταν ἕναν ἄνθρωπο τὸν βλέπεις ὅτι δὲν πάει καλὰ καὶ ὑποκρίνεται, άρρωσταίνεις.
-Γέροντα, τί κάνουμε σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση;
-Ἐκεῖ εἶναι ἡ ουσία. Παλεύεις ἐσύ, παλεύει καὶ αὐτός. Παλεύει, εἰδικότερα, τὸ καλὸ μὲ τὸ ἄσχημο. Ὁ πειρασμός παλεύει, ἄς ποῦμε μὲ μένα ἀλλὰ παλεύει καὶ μὲ ἐκεῖνον. Ὅταν νικήσει ὁ δικός μου ὁ πειρασμός, ἐγὼ κουράζομαι. Ὅταν νικήσω ἐγώ, ὄχι ἐγώ βέβαια ἀλλά ὁ Θεός, μὲ πολεμάει πολὺ ὁ πειρασμὸς καὶ ἐγὼ κουράζομαι. Μοῦ προκαλεῖ ἐξάντληση. Δὲν μπορῶ οὔτε νὰ μιλήσω. Αισθάνομαι καταβεβλημένος σὰν νὰ ἔχω σκάψει ἕνα ἀμπέλι.
-Ὁ νέος αὐτὸς ποὺ ἦρθε σήμερα καταβαλλόταν ἀπὸ τὸν πειρασμό; Τὸ ἀντιλήφθηκες ἀπὸ τὴν ἀρχή;
-Ναί, τὸ κατάλαβα. Γι’ αὐτὸ καὶ προσπάθησα νὰ τοῦ δώσω νὰ καταλάβει ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ κάνει δὲν εἶναι σωστά. Βλέπεις γνώρισε μία κοπέλα, τὴν παράτησε, μετὰ βρῆκε ἄλλη καὶ ἔκανε τὸ ἴδιο και οὐ τῷ καθεξῆς.
Ἐγὼ τὸν ἐπέπληξα λέγοντάς του: «Τί εἶναι αὐτά; Εμπόριο σάρκας κάνεις; Ἔκανες καὶ πολιτικό σύμφωνο… Δὲν πράττεις ὀρθά. Θὰ ἔχεις συνέπειες γι’ ὅλα αὐτά. Θὰ πληρώσεις. Τώρα δὲν τὰ καταλαβαίνεις, μετὰ θὰ εἶναι ἀργά».
Μοῦ ἀνταπάντησε γιὰ νὰ ἐλαφρύνει τὴν θέση του ὅτι τὸν πήγανε καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τότε, τοῦ ἀπάντησα μὲ αὐστηρὸ τρόπο ὅτι: «Τὸ σῶμα σου μπορεῖ νὰ ἦταν ἐκεῖ, ἐσὺ δὲν ἤσουνα ὅμως». Στὴ συνέχεια, γονάτισε κλαίγοντας καὶ κατάλαβε ὅτι ὅσα ἔκανε δὲν ἦταν σωστά. Τοῦ ἐξήγησα ὅτι οἱ πράξεις του ἦταν ἄτιμες. Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἐμπορευόμαστε τὸ σῶμα μας. Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε καὶ ὀφείλουμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ζοῦμε. Νὰ καταλάβουμε τί ἐστὶ ἄνθρωπος. Καὶ τὰ ζῶα ἀκόμη δὲν συμπεριφέρονται ἔτσι, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς. Τοῦ μίλησα αὐστηρὰ γιατί δὲν θὰ καταλάβαινε ἀλλιῶς.
Ὁ Θεὸς εἶναι πονόψυχος, εἶναι ἐλεήμων, μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει πάντες σωθῆναι. Ἂς προσευχηθοῦμε στὸν Θεὸ νὰ μᾶς λυπηθεῖ γιατί δὲν ξέρουμε ἀκόμη ποὺ θὰ φτάσουμε. Ἔχουμε πάρει μεγάλη κατρακύλα.
Ἐμεῖς εἴμαστε ἐνάντια στὸ καλὸ καὶ ἐνισχύουμε τὸ κακό. Τὸ καλὸ τὸ πυρπολοῦμε ἀντὶ νὰ τὸ βοηθήσουμε νὰ εὐοδωθεῖ. Νομίζουμε ὅτι λόγῳ τῆς σύγχρονης πολυτέλειας ποὺ μᾶς παρέχεται καὶ τῆς τάσης μας γιὰ ξενομανία ὅτι εἴμαστε καλά. Ὄχι, παιδιά μου! Εἴμαστε σκλάβοι! Ὅταν πέφτουμε σὲ κάποιο ἁμάρτημα, θὰ πρέπει νὰ μετανοοῦμε καὶ νὰ μὴν ὑποδουλωνόμαστε στὰ ἁμαρτήματά μας. Ἐπιβάλλεται νὰ σηκωνόμαστε, νὰ ἀλλάζουμε ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα καὶ νὰ μὴν λέμε «δὲν πειράζει».
Ή φράση «δὲν πειράζει» εἶναι ἐπιπόλαιη φράση καὶ θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀποφεύγουμε. Νὰ ἀποφεύγουμε νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη, νὰ μετανοοῦμε. Ὅλοι μας πέφτουμε, ἄνθρωποι εἴμαστε, ἀλλὰ νὰ προσέχουμε νὰ τὸ διορθώσουμε καὶ νὰ μὴν τὰ ἐπαναλαμβάνουμε, νὰ τὰ ἐξομολογούμαστε.
Πρέπει νὰ ἀνορθωνόμαστε ἀκόμη καὶ ἐὰν ξαναπέσουμε ἢ ἀπὸ ἐγωισμὸ ἢ ἀπὸ άδυναμία ἢ ἀπὸ ἐπιπολαιότητα ἢ ἀπὸ γινάτι. Τὸ γινάτι βγάζει μάτι λέμε! Θα πρέπει νὰ προσέχουμε καὶ νὰ ἐνστερνιστοῦμε τὴν ἀρετὴ τῆς μετανοίας, διότι υπάρχει ὁ ἀνήφορος, ὑπάρχει καὶ ὁ κατήφορος. Ὅταν πέσουμε στὸν κατήφορο, παίρνουμε κουτρουβάλες. Ἀλίμονό μας! Ποῦ θὰ πᾶμε, κανένας μας δὲν ξέρει. Στὸν ἀνήφορο δυσκολευόμαστε, ἀλλὰ θὰ φτάσουμε σὲ ὄμορφο καὶ ὡραῖο μέρος ἀνάπαυσης καὶ ἠρεμίας. Ἐνῷ στὸν κατήφορο, μπορεῖ νὰ πάρουμε κουτρουβάλες καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ θὰ φτάσουμε, ποῦ θὰ σταματήσουμε. Ὁ κατήφορος ἔρχεται ἀπὸ τὴν μεγάλη ύπερηφάνεια καὶ τὸν ἐγωισμό. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ὅταν πετάξει ἀπὸ μέσα τὸν ἐγωισμὸ καὶ πέσει σὲ ταπείνωση ἔχει κέρδος. Ὅταν ἐπιμένει καὶ ἐμμένει στὴν ὑπερηφάνεια καὶ στὸν έγωισμό, κάνει κατάχρηση τῆς καλοσύνης ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεός. Τὸ καλό παράδειγμα ποὺ θὰ πρέπει νὰ δώσουμε εἶναι νὰ ταπεινωθοῦμε. Πρέπει πάντα μὲ ἕνα καλό παράδειγμα νὰ δώσουμε στὸν συνάνθρωπό μας νὰ καταλάβει τὸ συνετὸ μὲ τὴν ταπείνωση, μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ὑπομονή.
-Δηλαδή, Γέροντα; Θὰ πρέπει νὰ ὁπλιστοῦμε μὲ γερὰ νεῦρα;
-Ἀκριβῶς! Ἀνάλογα μὲ τὸν τρόπο καὶ τὸ φέρεστε. Ἀνάλογα μὲ τὸν καιρὸ καὶ θὰ ἀρμενίσω. Εἶναι βοριᾶς θὰ ἀρμενίσω μὲ τὴν πνόα. Εἶναι νοτιὰς; Θὰ φροντίσω νὰ μὴν τούμπάρω.
-Δὲν ἔχεις, Γέροντα, συγκεκριμένη συμβουλὴ νὰ μοῦ δώσεις;
-Συγκεκριμένη δὲν ὑπάρχει. Τὸ καθένα θέλει το δικό του. Σὰν σύνολο εἶναι ὁ καλός τρόπος, τὸ καλὸ παράδειγμα. Καὶ τὸ πρῶτο ή ταπείνωση καὶ οἱ καλοὶ λογισμοί. Ἀπὸ τὴν ταπείνωση ἔρχεται ή μετάνοια καὶ ἡ ἀγάπη.
Πηγή: «Στύλος Ορθοδοξίας» αρ. φ. 283, σελ.20
