
Ὅταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔχτιζε τὸ μοναστήρι του στὴν Αἴγινα, ἐρχόταν συχνὰ καὶ τὸν ἔβλεπε ἕνας ψαρᾶς ἀπὸ τὸν Πόρο. Τὸν ἔλεγαν μπαρμπα-Θόδωρο καὶ γνωρίστηκαν τυχαῖα σὲ κάποιον ἑσπερινό.
Ἀπὸ τότε ὁ μπαρμπα-Θόδωρος, ὅταν οἱ ψαρόβαρκες ποὺ κουμαντάριζε, ἔφθαναν στὰ νερὰ τῆς Αἴγινας ἔπαιρνε ποδαρόδρομο τὴν ἀνηφοριὰ καὶ πεζοποροῦσε δύο ὧρες γιὰ νὰ τοῦ φέρει κάνα φρέσκο σκάρο, κανένα χταπόδι, καμιὰ στεῖρα. Κατασυγκινοῦσε τὸν Ἅγιο ἡ ἄδολη, ἡ γεμάτη ἀγάπη τούτη προσφορά. Δῶρο μὲ Θεϊκὴ ἁπλότητα κι εὐωδία. Καὶ συχνὰ θυμόταν καὶ προσευχόταν στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο γιὰ τὸν μπαρμπα-Θόδωρο, γιὰ τὴν ἄγνωστη γυναῖκα του, γιὰ τ’ ἄγνωστα παιδιά του.
Κάποια μέρα, στὶς ἀρχὲς τοῦ 1914, ἦρθε ὁ μπαρμπα-Θόδωρος, μὲ βουρκωμένα μάτια, μισοσκισμένα καὶ παραμπαλωμένα ροῦχα, τρύπιες μπότες καὶ μὲ ἄδεια χέρια…
Μόλις ἀνταμώθηκαν οἱ ματιές τους ξέσπασε σὲ βουβὸ κλάμα!
– Τί συνέβη, Θεόδωρε; Γιατί ὀδυνάσαι; Μήπως πέθανε κανεὶς ἀπὸ τοὺς προσφιλεῖς σου; Tὸν ρώτησε.
– Παππούλη μου, ὄχι, δὲ μὲ βρῆκε θανατικό, ἀλλὰ κάτι χειρότερο.
– Χειρότερο; Ποιό;
– Ἔπεσαν σκύλοι στὰ παραγάδια μᾶς καὶ μᾶς τὰ καταστρέφουν. Δολώνω ξεδολώνω καὶ δὲν πιάνω οὔτε μισὸ λαβράκι γιὰ μεζέ. Κινδυνεύω νὰ χάσω τὰ σύνεργα, νὰ πουλήσω καὶ τὶς βάρκες, ν’ ἀπομείνω παντέρημος. Τὰ παιδιὰ στὸ σπίτι κοιμοῦνται τώρα τέσσερις ἑβδομάδες νηστικά! Ντρέπομαι νὰ βγῶ στὸ παζάρι νὰ ζητιανέψω.
– Τί εἶναι οἱ σκύλοι, δὲν κατανοῶ.
– Πῶς νὰ τὸ πῶ… σκυλόψαρα. Κοπάδια μὲ σκυλόψαρα. Πίκρα καὶ ρήμαξη στὰ διαβατάρικα ρέματα.
– Σ’ ὅλη τὴν παραλία;
– Παντοῦ, παππούλη μου, παντοῦ! Ἀπὸ τὴν Ἑρμιόνη ἴσαμε τ’ Ἀγγίστρι. Ἄχ…
– Καὶ δὲν ἐννοοῦν νὰ τραβηχθοῦν, ν’ ἀλλάξουν πορεία;
– Μπά, παππούλη μου, ἅμα λάχει τέτοια πληγή, πάει, χάνεται γιὰ πέντε χρόνους τὸ ψάρι. Καταστροφή, σοῦ λέω.
Ἄρχισε πάλι νὰ κλαίει.
– Μὴν κλαῖς. Κάθισε νὰ γευθεῖς λίγο φαγητό, νὰ σὲ ἐνισχύσουμε μὲ ὅτι μποροῦμε. Ἂν καὶ τὸ βαλάντιο μᾶς τυγχάνει πολὺ ἰσχνό. Ποῦ ἔχεις τὰ σύνεργα σου;
– Κάτω στὴν Αἴγινα.
– Θέλεις νὰ μοῦ τὰ φέρεις ἐδῶ;
– Ἂν θέλω, παππούλη μου; Θέλω καὶ παραθέλω. Ἐσένα τοὐλάχιστον σ’ ἀκούει ὁ μεγάλος ἀφέντης, ὁ Χριστός.
–Ἐσένα ἀκούει περισσότερο.
Ἔφυγε στὸ ἇψε-σβησε, πέταξε σὰν γλάρος καὶ ἀργὰ τὸ δειλινὸ ξαναγύρισε. Σήκωνε στὸ κεφάλι δυὸ κοφίνια μὲ μαύρους σπάγγους κι ἀγκίστρια. Ἦταν παραγάδια.
Χαμογέλασε ὁ δεσπότης, τὰ πῆρε σιωπηλός, τὰ σήκωσε στὰ χέρια, αἰσθάνθηκε τὴ θαλασσινὴ ψαράδικη ἁρμύρα. Ὕστερα τὰ πῆγε μέσα στὸν ναό, ἐμπρὸς στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο. Κάτι ψιθύρισαν τὰ χείλη του καὶ τὰ εὐλόγησε. Στὴ σκέψη του στριφογύριζαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι ἄδολοι καὶ ταπεινοὶ ψαρᾶδες της Τιβεριάδος ποὺ ὁ Κύριος «κατέστησε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης».
– Πᾶρε τα, μπαρμπα-Θόδωρε, σιγοψέλλισε ἐκεῖ στὸν περίβολο, στὴν αὐλή, χαμογελῶντας μὲ τὸ καλόβολο καὶ γλυκὸ χαμόγελό του. Πᾶρε τα καὶ ρῖξε τα πάλι. Ἐλπίζω νὰ φύγουν οἱ σκύλοι.
Πέρασαν δεκαπέντε μέρες καὶ νὰ σοῦ πάλι ὁ μπαρμπα-Θόδωρος χοροπηδῶντας στὰ βράχια μὲ δύο μεγάλες συναγρίδες.
– Παππούλη μου, παππούλη μου, φώναζε σὰν μαθητούδι ἀπὸ χαμηλά, ἀπὸ κάτω, ἀπὸ τὸ γεφυράκι. Ἔβγα νὰ δεῖς, νὰ καμαρώσεις, παππούλη μου. Ἅγιο καὶ πανάγιο τὸ χεράκι σου, ἅγια κι ἡ ψυχή σου. Τά ’ριξα μόλις τὰ εὐλόγησες καὶ δὲν προλαβαίνω νὰ ξεδολώνω! Ἔφυγαν τὰ καταραμένα, τὰ σκυλιά, γέμισε πάλι ὁ γιαλὸς εὐλογία. Ψάρι νὰ τὰ χάνεις, παππούλη μου, ψάρι λαχταριστό. Ὅσο ζεῖ ὁ μπαρμπα-Θόδωρος θὰ σοῦ φέρνει. Ἀκόμα καὶ χέλι ποὺ ἀγαπᾶς.
Κοίταξε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο στὰ μάτια καὶ δάκρυσαν.
– Ὁ Θεός, φίλτατε, εἶναι ἀπείρως καλός, ψιθύρισαν τὰ χείλη του. Ἀπείρως καλός… Εὐχαριστῶ γιὰ τὸ δῶρο. Ἔλα νὰ προσφέρουμε πρόχειρα μία δοξολογία.
Πηγή: «Ὁ Ἅγιος τοῦ αἰῶνα μᾶς» ἐκδ. Ἱερὰς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, 1977
