Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτένης Μητροπολίτης Θηβῶν (29/4/2026)

Ἀρχαγγελικὼς ὁμιλῶν τῇ Παρθένῳ,
Τὸ χαιρ’ ἀκούεις παρ’ αὐτῆς, Ἰωάννη.
Πτωχοὺς ἐλεῶν ὁ νέος Ἐλεήμων,
Μισθὸν λαμβάνει μὴ κενούμενον πλοῦτον.
Εἰκᾶδ’ ἐνάτη ὁ νέος Ἐλεήμων,
Ἔλαβε πότμον εἰρηναιον Ἰωάννης.

«Τῇ 29η τοῦ μηνός Ἀπριλίου μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰὠάννου Μητροπολίτου Θηβῶν καὶ ἐξάρχου πάσης Βοιωτίας τοῦ Καλοκτένους καὶ νέου Ἐλεήμονος».

Κατὰ τὸν Μέγα Συναξαριστῆ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας «διὰ νὰ μάθη τις τὸν βίον ἀνθρώπου παλαιοτέρας ἐποχής, πρέπει νὰ γνωρίση τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν κατάστασιν τῶν χρόνων ἐκείνων, νὰ γνωρίζη τὸν τρόπον τῆς ζωῆς τῶν τότε ἀνθρώπων, τὴν χώραν, εἷς τὴν ὁποίαν ἐκείνος ἔζησε, καὶ ἐπὶ τούτων στηριζόμενος ὡς ἐπὶ ἀσφάλῶν θεμελίων νὰ μελετήση καὶ περιγράψη τὸν βίον τοῦ προσώπου».

Αὐτὸ ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη του Καλοκτένη. Ἡ ἐποχὴ στὴν ὁποία ἔζησε ὁ Ἅγιος (12ος αἰῶνας μ.Χ.) χαρακτηρίζεται ἀπὸ σοβαρὰ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ κοινωνικὲς ἀνακατατάξεις ὄχι μόνο στὴν περιοχὴ τῆς Βοιωτίας, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἀπὸ τὰ βόρεια σύνορα της μέχρι τα ἀκρότατα, τὰ νοτιότατα σύνορα. Ἡ Αὐτοκρατορία ἐπὶ βασιλείας Μανουὴλ Α’ τοῦ Κομνηνοῦ ἀπειλεῖται ἀπὸ παντοῦ ἀπὸ ἐχθροὺς οἱ ὁποῖοι ὁραματίζονταν τὸν πλοῦτο τοῦ Κράτους. Οἱ Νορμανδοὶ μὲ τὸ βασιλιᾶ τους Ρογῆρο κατέρχονταν πρὸς τὰ νότια καὶ ἀπειλοῦσαν τὶς ἀκραῖες περιοχὲς τοῦ Βυζαντίου. Οἱ πρῶτοι Σταυροφόροι ἐγκαθιδρυμένοι ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴν περιοχὴ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀπειλοῦνταν ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς καὶ ζητοῦσαν βοήθεια ἀπὸ τὴ Δύση τὴν ὁποία καὶ ἔδωσαν οἱ βασιλεῖς τῆς Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ’ καὶ τῆς Γερμανίας Κονράδος Γ’. Ταυτόχρονα οἱ Νορμανδοὶ εἰσβάλλουν στὴν Ἑλλάδα, καταλαμβάνουν την Κέρκυρα, περιπλέουν τὴν Πελοπόννησο, λεηλατοῦν τὴν Αἰτωλοακαρνανία, εἰσπλέουν στὸν Κορινθιακὸ καὶ μέσῳ τῆς Κρίσας (σημερινὸ Χρυσὸ) ἐπιτίθενται ἐναντίον τῶν Θηβῶν.

Ἡ Θήβα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη εἶχε μεγάλη ἀκμή. Ἦταν σπουδαῖο ἐμπορικὸ καὶ βιομηχανικὸ κέντρο. Φημισμένα ἦταν τὰ μεταξουργεῖα τῶν Θηβῶν. Ἡ πόλη κατεῖχε τὰ πρωτεῖα στὴ Στερεὰ Ἑλλάδα καὶ ἦταν πρωτεύουσα της. Ἐκεῖ εἶχε τὴν ἕδρα του ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν ὁ ὁποῖος ἔφερνε τὸν τίτλο «Ἔξαρχος πάσης Βοιωτίας». Στὴν πόλη αὐτὴ ἐπέδραμαν οἱ Νορμανδοί, τὴν βρῆκαν ἀνυπεράσπιστη, ἐπειδὴ τὰ βασιλικὰ στρατεύματα φρόντιζαν τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ τὴν κατέλαβαν. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περιγραφὴ τοῦ ἐθνικοῦ μας Ἱστορικοῦ Παπαρρηγόπολου «Χρυσός, ἄργυρος, πολύτιμοι λίθοι, τὰ πάντα ἀπήχθησαν, ἐμπορικαὶ ἀποθῆκαι, ἰδιωτικαὶ οἰκίαι, ἱεροὶ Ναοί, τὰ πάντα ἐγυμνώθησαν καὶ ἔπειτα πάντες οἱ πολῖται ἠναγκάσθησαν νὰ ὀμόσωσιν ὅτι οὐδὲν ἀπέκρυψαν τῶν πολυτίμων πραγμάτων, καὶ οὐδὲ τοῦτο ἤρκεσεν, ἀλλὰ πολλοὶ ἠχμαλωτεύθησαν καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ μάλιστα ὅσοι ἐφημίζοντο ὡς ἐπιτήδειοι μεταξουργοί». Τὴν ἴδια ἐποχὴ λεηλατήθηκαν ἡ Κόρινθος, ἡ Ἔυβοια καὶ ἡ Ἀθήνα. Οἱ Θηβαῖοι αἰχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στὸ Πάνορμο τῆς Σικελίας ὅπου δίδαξαν τὴν τέχνη τοῦ μεταξιοῦ στοὺς κατοίκους.

Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες γεννήθηκε στὰ μέσα τοῦ 12ου αἰῶνα μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς – τὸν Κωνσταντῖνο Καλοκτένη καὶ τὴ σύζυγό του Μαρία – ὁ Ἰωάννης. Παιδὶ προσευχῆς (μιᾶς καὶ οἱ γονεῖς του ἦσαν γιὰ χρόνια ἄτεκνοι) ὁ Ἰωάννης ἀφιερώθηκε ἀπὸ τὴ σύλληψη τοῦ ἀκόμη, ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὴν Ἐκκλησία. Ἀνατράφηκε μὲ ἐπιμέλεια ἀπὸ τὴ μητέρα του ἡ ὁποία φρόντισε νὰ λάβει ὁ Ἰωάννης τὴν ἀπαιτούμενη μόρφωση. «Ἀπὸ μαθήσεως εἰς μάθησιν προβαίνων ὁ Ἅγιος, χάρις εἰς τὴν μεγάλην αὐτοῦ ἐπιμέλειαν καὶ εὐφυΐαν, ἐγένετο πρότυπο ἀληθοῦς μαθητοῦ».

Δωδεκαετῆ τὸν παρέδωσε ὁ πατέρας του στὸν Μέγα Δομέστικο τῆς Βυζαντινῆς Αὐλῆς, στὸν ἀρχηγὸ τῶν στρατιωτικῶν, προκειμένου νὰ τὸν ἐκπαιδεύσει στὰ στρατιωτικά. Ὅμως ἡ κλίση τοῦ πρὸς τὴν Ἐκκλησία παρὰ πρὸς τὸ στρατό, ἡ ἐπίδραση τῆς μητέρας του, ἀλλὰ καὶ ἡ εὐχὴ ποὺ εἶχαν κάνει οἱ γονεῖς του, ὑποχρέωσαν τὸν Μέγα Δομέστικο νὰ τὸν κατατάξει στὴν τάξη τῶν ἱερομονάχων. Ἔκτοτε ὁ Ἰωάννης ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται μὲ περισσότερη δραστηριότητα γιὰ τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἔδειξε τὴν κλήση του στὰ γράμματα. Σπούδασε τὰ «ἱερὰ γράμματα», Ρητορική, Φιλοσοφία ἄλλες «θύραθεν ἔπιστῆμες».

Λόγῳ τῆς μεγάλης εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης του πρὸς τὴ Θεοτόκο ἀξιώθηκε νὰ ἀκούσει τὴ φωνὴ Ἐκείνης ὅταν κάποια μέρα διάβαζε τοὺς χαιρετισμούς: «Χαῖρε, Νύμφη, Ἀνύμφευτε», «Χαίροις καὶ ἐσὺ τῶν Θηβῶν προστάτα» ἦταν ἡ συνομιλία.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση στὴν πόλη τῶν Θηβῶν ἦταν ἀπελπιστική. Ὁ Μητροπολίτης Θηβῶν ἀπὸ τὴ μεγάλη λύπη γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ καὶ λόγῳ τῶν καταπιέσεων τῶν Νορμανδῶν πέθανε. Ὁ νέος Μητροπολίτης ποὺ ἐκλέγεται στὴν Κωνσταντινούπολη, πεθαίνει καθ’ ὁδόν. Τὸ Πατριαρχεῖο δὲν εἶχε λάβει σοβαρὰ ὑπόψη τὴν κατάσταση τῆς Θήβας. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὴν πίεση τῶν Θηβαίων ἐπέλεξε ὡς καταλληλότερο πρόσωπο γιὰ τὴν ἕδρα Πάσης Βοιωτίας τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ Μονὴ τῆς Κωνσταντινούπολης. Ὁ ἤδη ἐκλεγμένος ἀπὸ τὴ Θεοτόκο προστάτης τῶν Θηβῶν δὲν μποροῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἐκλογὴ καὶ τὴ χειροτονία του ὡς Μητροπολίτη Θηβῶν. Ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ χαροποίησε τοὺς Θηβαίους καὶ τοὺς ἔδωσε ἐλπίδες καὶ δυνάμεις.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὑπῆρξε ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος καὶ τῆς δράσης. Ὄχι μόνο ἀνακούφιζε τοὺς πτωχοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐπαρχίας του μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε καὶ ἔδωσε ὤθηση στὴν κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ζωή. Βρῆκε κατεστραμμένη τὴν πόλη καὶ τὴν περιοχὴ καὶ γι’ αὐτὸ ξεκινᾶ ἀμέσως τὸ δύσκολο ἔργο του.

Καὶ πράγματι μὲ τὴν εἴσοδό του ὁ Ἅγιος στὴν πόλη ἄρχισε ἀμέσως νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν εὐτυχία της. Τὰ ἐμπόδια ἦταν πολλά. Ἀπὸ τὴ μία οἱ Νορμανδοὶ εἶχαν στὴν κυριολεξία ἀφανίσει κάθε πλοῦτο ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ 2.000 περίπου Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχαν καταφθάσει, προσπαθοῦσαν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ φρόνημα τῶν Θηβαίων προσφέροντες δουλειὰ καὶ χρήματα. Ἡ ἀπουσία ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ἡ διάβρωση τῆς Χριστιανικῆς πίστης ἦταν δύο μέτωπα ἐναντίον τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθεῖ ὁ Ἅγιος.

Ἡ ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου μὲ χρήματα ἀπὸ τὴν πατρική του περιουσία, ἡ πατρικὴ διδασκαλία του, ἡ διαρκὴς ἐλεημοσύνη του καὶ βοήθεια ἔκανε πολλοὺς Ἑβραίους καὶ Ἀρμένιους νὰ ἀσπαστοῦν τὴ Χριστιανικὴ πίστη, ὁ δὲ πιστὸς λαὸς ἀπὸ τότε τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Νέου Ἐλεήμονος.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἅγιος ἔκανε πολλὰ ἔργα κοινῆς ὠφέλειας στὴν πόλη. Ἡ ἐκτροπὴ τοῦ ποταμοῦ Ἴσμηνου προσέφερε στὴν πεδιάδα τῶν Θηβῶν, ἀλλὰ καὶ στὰ προάστια, Πυρὶ καὶ Ἅγιος Θεόδωρος γονιμότητα καὶ δύναμη, θέτωντας σὲ λειτουργία ὑδρόμυλους καὶ θεμελίωσε ὑδραγωγεῖα. Τὸ ποτάμι αὐτὸ πῆρε ἀργότερα τὸ ὄνομα Ἀγίαννης. Στὸ σημεῖο τῆς ἐκτροπῆς οἱ Θηβαῖοι ἔκτισαν ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου, ἐρείπια τοῦ ὁποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Κατασκεύασε γέφυρες, διευκολύνοντας τὴ διέλευση τῶν ἀνθρώπων. Ὀνομαστὴ ἡ «Ἰωαννιάδα» του, (κατὰ μίμηση τῆς Βασιλειάδας). Ἵδρυσε Γηροκομεῖο, Πτωχοκομεία, Νοσοκομεῖα καὶ Σχολεῖα τόσο χρήσιμα τὰ ἔργα αὐτὰ γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου. Σὰν ἄλλο δὲ Ὑπουργεῖο περιβάλλοντος ὁ Ἅγιος μὲ τὴν μεταφορὰ τῶν ὑδάτων στὴν πόλη φρόντισε γιὰ τὴν δεντροφύτευση ἰδιαίτερα μουριῶν κατάλληλων γιὰ τὴν σηροτροφία. Ὅλα τὰ ἔργα τὰ ἐπέβλεπε καθημερινὰ προσωπικῶς. Ρηξικέλευθο ἔργο του ὁ Παρθενῶνας (Σχολὴ Γυναικῶν). Μάθαιναν γράμματα καὶ τέχνες. Μὲ τὰ χειροτεχνήματα τους, βοηθοῦσαν τους ἐμπερίστατους. «Δὲν ἄφησε τὸ πλοῖον εἰς τὴν διάκρισην τῶν ἀνέμων καὶ τῆς τρικυμίας, ἀλλ’ ως ἐπιδέξιος κυβερνήτης προεφύλαττε τοῦτο ἀπὸ πάσης ἐπικινδύνου πορείας, ἵνα μὴ ἐπιπίπτουν εἰς τοὺς βράχους συντριβὴ» σημειώνει ὁ Συναξαριστής.

Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Ἅγιος τὴ δύσκολη ἐκείνη ἐποχὴ ὄχι μόνο ἔσωσε τὴν πόλη ἀπὸ ὁλοσχερῆ καταστροφή, τέτοια ποὺ οὔτε τὰ θεμέλια τῆς δὲν θὰ βρίσκαμε σήμερα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνύψωσε σὲ θέση περιωπῆς καὶ τὴν κατέστησε μεγάλο βιομηχανικὸ καὶ ἐμπορικὸ κέντρο. Γι’ αὐτὸ οἱ Θηβαῖοι ἐν ὅσῳ ἀκόμη ζοῦσε ὁ Ἅγιος τὸν εἶχαν ἀνακηρύξει προστάτη τους.

Ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1166 μ.Χ. ἐπὶ Αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ. Ἀπὸ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς τῆς Συνόδου, διασώζεται ἡ θεολογικὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου: «Ἐρωτηθεὶς ὁ Θηβῶν Ἰὠάννης εἶπεν: Ἐπεῖ τὸν Υἱὸν συγκτίστην καὶ συνδημιουργὸν τῷ Πατρὶ οἶδα, δι’ Αὐτοῦ γὰρ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν , ἴσον ἔχω Τοῦτον τῷ Πατρί. Ἐπεῖ δ’ εἶπεν ὅτι ὁ Πατήρ μου μείζων μοῦ ἐστι, καὶ ἐτυπώθη τῆ προτεραῖα κατεξετασθῆναι, πῶς τινες τῶν Ἁγίων προσέθεντο. Καὶ κατὰ τὸ ἀνθρώπινον νοῶ τοῦτο εἰρῆσθαι παρ’ Αὐτοῦ διὰ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἄκραν συγκατάβασιν πρὸς τὴν φύσιν τὴν ἀνθρωπίνην ἣν προσελάβετο, καθ’ ἣν παραπλησίως ἡμῖν σαρκὸς καὶ αἵματος κεκοινώνηκεν». Ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἶναι πολὺ σημαντική, διότι ἀποδεικνύει τὴ μεγάλη θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴ βαθιὰ πίστη τοῦ Ἁγίου.

Μετὰ τὴν εἰρηνικὴ κοίμησή του μεταξὺ τοῦ 1182 καὶ 1193 μ.Χ. καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος τοῦ ἀνήγειραν μεγαλοπρεπῆ Ναὸ ὅπου κατέθεσαν τὰ Λείψανα του. Σήμερα ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν σώζεται. Στὰ θεμέλια τοῦ κτίστηκε στὰ τέλη τοῦ περασμένου αἰῶνα περικαλλὴς Ναὸς ὁ ὁποῖος καὶ σώζεται μέχρι τὶς μέρες μας.

Ὑπάρχουν φῆμες πὼς τὰ Τίμια & Χαριτόβρυτα Λείψανά του βρίσκονται στὴν Ἰταλία.

Μέχρι σήμερα διατηρεῖται ἡ ἀνάμνηση τῶν ἔργων ὑποδομῆς τοῦ Ἁγίου μεταξὺ τῶν κατοίκων τῶν Θηβῶν, καὶ τῆς γύρω περιοχῆς.

 

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.

Ἐκ μέσης τὸν Κύριον, ἐπιποθήσας ψυχῆς, τὰ ῥέοντα ἔφυγες, καὶ ἐπιπόνῳ ζωή, τὴν σάρκα ἐξέτηξας· ἔσπευσας Ἱεράρχα, Βοιωτὼν Ἰωάννη, φίλος Χριστοῦ γενέσθαι, διὰ οἶκτον πενήτων· διὸ καὶ νέος ἐλεήμων, ἐκλήθης μακάριε.

 

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ σοφὲ τοὺς οἴακας, ἐπιστημόνως χειρισθεὶς ταύτην ἀκύμαντον, διεχήρησας μακάριε Ἰωάννη, τὰς ζαλώδεις καταιγίδας ἐκκρουσάμενος, καὶ βιαίας τρικυμίας τῶν αἱρέσεων· ὅθεν κράζω Σοι· Χαίροις, Πάτερ πανεύσπλαγχνε.

 

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
29 Ἀπριλίου 2026 ἑορτάζουν:

Ἅγιοι Ἰάσονας καὶ Σωσίπατρος οἱ Ἀπόστολοι

Ἁγία Κέρκυρα ἡ Μάρτυρας

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Καλοκτένης Μητροπολίτης Θηβῶν

Ἅγιοι Εὐσέβιος, Ζήνων, Βιτάλιος καὶ Νέων

Ἅγιοι Ἑπτὰ Μάρτυρες Σατορνίνος, Ἰακισχόλος, Φαυστιανός, Ἰανουάριος, Μαρσάλιος, Εὐφράσιος καὶ Μάμμινος

Ἅγιοι Κυντιανὸς καὶ Ἀττικός

Ἅγιος Χριστόδουλος ὁ Αἰθίοψ

Ἅγιοι Ἀγάπιος καὶ Σεκουνδίνος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοῖς Τέρτουλα καὶ Ἀντωνία οἱ Παρθένες, ἀνωνύμου Μάρτυρος μετὰ τῶν δύο τέκνων αὐτῆς

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Θαυματουργὸς ἐκ Σερβίας

 

 

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *