Συμβουλὲς τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου γιὰ τὸ ἦθος τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή!

  1. Οἱ ἄνθρωποι λέγονται λογικοὶ καταχρηστικὰ. Δὲν εἶναι λογικοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔμαθαν τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ᾿ ὅσοι ἔχουν λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιό εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιό τὸ κακὸ· καὶ ἔτσι ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴ ψυχή, μελετοῦν ὅμως τὰ καλὰ καὶ ψυχωφελῆ, καὶ τὰ πράττουν μὲ μεγάλη εὐχαριστία πρὸς τὸ Θεό. Μόνο αὐτοὶ πρέπει ἀληθινὰ νὰ λέγονται λογικοὶ ἄνθρωποι.
  2. Ὁ ἀληθινὰ λογικὸς ἄνθρωπος μιὰ μόνο φροντίδα ἔχει, νὰ ὑπακούει καὶ νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.
  3. Ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀνεξικακία, ἡ σωφροσύνη, ἡ καρτερία, ἡ ὑπομονὴ καὶ οἱ παρόμοιες μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις μας δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ εἶναι ἀντίθετες καὶ ἀντιστέκονται καὶ μᾶς βοηθοῦν στὶς ἀντίστοιχες πρὸς αὐτὲς κακίες. Ἂν γυμνάζουμε αὐτὲς τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἔχουμε πάντοτε πρόχειρες, τότε νομίζουμε ὅτι δὲν μᾶς συμβαίνει πιὰ τίποτε δύσκολο ἢ θλιβερὸ ἢ ἀβάσταχτο· γιατί σκεφτόμαστε ὅτι ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ τὰ νικοῦν οἱ ἀρετὲς ποὺ ἔχομε.
  4. Δὲν πρέπει κανένας νὰ λέει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ κατορθώσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐνάρετη ζωή, ἀλλὰ νὰ λέει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε μποροῦν νὰ κατορθώσουν τὴν ἀρετὴ οἱ τυχόντες. Τὴν ἐνάρετη ζωὴ τὴν πραγματοποιοῦν ὅσοι ἄνθρωποι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦ ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό. Γιατί ὁ νοῦς τῶν πολλῶν εἶναι κοσμικὸς καὶ μεταβάλλεται· κάνει σκέψεις ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε κακὲς· μεταβάλλεται στὴ φύση καὶ γίνεται ὑλικότερος. Ὁ νοῦς ὅμως ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεό, τιμωρεῖ τὴν κακία ἡ ὁποία ἔρχεται ἑκούσια στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἀμέλειά τους.
  5. Ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξημερώσει τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς κάνει νὰ ἀγαπήσουν τοὺς λόγους καὶ τὴν παιδεία, πρέπει νὰ λέγεται ἀνθρωποποιός. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἐκεῖνοι ποὺ μεταστρέφουν τοὺς παραδομένους στὶς σαρκικὲς ἡδονὲς πρὸς τὴν ἐνάρετη καὶ θεάρεστη ζωή, πρέπει νὰ λέγονται καὶ αὐτοὶ ἀνθρωποποιοί, ἐπειδὴ ξαναπλάθουν τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί ἡ πραότητα καὶ ἡ ἐγκράτεια εἶναι εὐτυχία καὶ δίνουν καλὴ ἐλπίδα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
  6. Ἐλεύθερους νόμιζε ὄχι ὅσους ἔτυχε νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴ ζωὴ καὶ τοὺς τρόπους ἐλεύθερους. Δὲν πρέπει πράγματι νὰ ὀνομάζομε ἐλεύθερους τοὺς ἄρχοντες ποὺ εἶναι πονηροὶ καὶ ἀκόλαστοι, γιατί εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῆς ὕλης. Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πραγματικὴ καθαρότητα καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν προσκαίρων.
  7. Ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ πουλᾶ τὴν ἐλεύθερη γνώμη του προσέχοντας πόσα χρήματα θὰ πάρει, καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι πολλὰ ὅσα τοῦ δίνουν. Γιατί τὰ πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι ὅμοια μὲ ὄνειρο, καὶ ἡ φαντασία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ ἄγνωστο εἶναι ποὺ θὰ καταλήξει καὶ λίγο καιρὸ μόνο κρατάει.
  8. Τὸ νὰ γίνει κανεὶς ἀγαθὸς καὶ σοφὸς ξαφνικά, εἶναι ἀδύνατο. Γίνεται ὡστόσο μὲ τὴν κοπιαστικὴ μελέτη, μὲ τὴ συναναστροφὴ μὲ ἐνάρετους ἀνθρώπους, μὲ τὴν πεῖρα, μὲ τὸν καιρό, μὲ τὴν ἄσκηση καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν ἔργων. Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ Θεὸ καὶ Τὸν γνωρίζει ἀληθινά, δὲν παύει νὰ κάνει πλούσια ὅσα ἀρέσουν σ’ Αὐτόν. Ἀλλὰ τέτοιοι ἄνθρωποι εἶναι σπάνιοι.
  9. Ὅταν σοῦ τύχει κανεὶς νὰ φιλονικεῖ καὶ πολεμᾶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ προφανές, πάψε τὴ φιλονικεία καὶ ἄφησέ τον, γιατί ἔχει ἀπολιθωθεῖ ἡ διάνοιά του.
  10. Σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ, δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἐμπόδιο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀμέλεια καὶ τὴν ὀκνηρία τῆς ψυχῆς.
  11. Ὁ θάνατος, ὅταν κατανοηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ἀθανασία. Δὲν τὸν κατανοοῦν ὅμως οἱ ἀμαθεῖς· γι’ αὐτοὺς εἶναι θάνατος. Καὶ ὁπωσδήποτε δὲν πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸ θάνατο, ἀλλὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, ποὺ εἶναι ἄγνοια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ φοβερὸ γιὰ τὴν ψυχή.
  12. Ἐκεῖνοι ποὺ γνωρίζουν τὸ Θεό, γεμίζουν ἀπὸ κάθε καλὴ ἔννοια καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦν τὰ οὐράνια, καταφρονοῦν τὰ βιοτικά. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οὔτε ἀρέσουν στοὺς πολλούς, οὔτε καὶ αὐτοὶ ἀρέσκονται μὲ τοὺς πολλούς. Καὶ γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο τοὺς μισοῦν ἀλλὰ καὶ τοὺς περιγελοῦν οἱ πιὸ πολλοὶ ἀνόητοι.
  13. Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος πολεμεῖται διὰ μέσου τῶν αἰσθήσεων ἀπὸ τὰ ψυχικὰ πάθη. Ὑποκύπτοντας μέσῳ τῶν αἰσθήσεων (ὅραση, ὄσφρηση, ἀκοή, γεύση, ἁφὴ) στὰ τέσσερα πάθη αἰχμαλωτίζεται ἡ ἄθλια ψυχή. Καὶ εἶναι τὰ τέσσερα πάθη τῆς ψυχῆς: κενοδοξία, χαρά, θυμός, δειλία. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ φρόνηση καὶ τὴν ἐπανειλημμένη σκέψη σὰν καλὸς στρατηγὸς γίνει κύριος τῶν παθῶν καὶ τὰ νικήσει, δὲν πολεμεῖται πλέον ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ ἔχει εἰρήνη στὴν ψυχή του καὶ στεφανώνεται ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς νικητής.

Πηγή: “ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ” τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, σελ. 28 κ. ἐξ., τ. Α’, ἐκδ. Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *