
Πᾶμε, τώρα, στὶς 6 [Αὐγούστου], πό ’χομε μιὰ μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτή, τὴ Mεταμόρφωση τοῦ Xριστού μας. Ὁ Xριστὸς μᾶς ἔλεγε στοὺς μαθητὰς καὶ ἀποστόλους Του, γιὰ τὸν θάνατό Του στὴν Ἱερουσαλήμ, τὸν Σταυρικό, καὶ γιὰ τὰ Πάθη Του τὰ Ἅγια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν θάνατο τῶν ἀποστόλων.
Kαι θέλησε, λοιπόν, νὰ τοὺς ἐνισχύσει καὶ στὰ δυό. Kαι κατὰ τὸν δικό Του θάνατο καὶ κατὰ τὸν δικό τους, ποὺ θὰ ἤρχετο ἀργότερα. Kαι ἠθέλησε νὰ τοὺς δείξει, πὼς τὰ ἐδῶ εἶναι τόσο πρόσκαιρα καὶ τόσο λίγα καὶ τόσο μισερά, ποὺ δὲν πρέπει νὰ κολλᾶμε ἐδῶ καὶ νὰ τὰ θεωροῦμε σπουδαῖα καὶ μεγάλα καὶ θαυμαστά.
Γι’ αὐτό, κατὰ τὸ τρίτο ἔτος τῆς δημοσίας δράσεώς Του, ἀνέβηκε στὸ ὅρος Θαβώρ. Kαι πῆρε τοὺς τρεῖς προκρίτους μαθητάς Του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, καὶ πῆγαν στὸ βουνό. Kι ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸν κόπο ξάπλωσαν καὶ κοιμήθηκαν, ὅπως καὶ στὴ Γεθσημανὴ ἀπὸ τὴ λύπη.
Ὁ Xριστὸς μᾶς προσευχότανε. Καὶ καθὼς προσευχότανε, μετεμορφώθη. Kι ἐκεῖνοι, «διαγρηγορήσαντες», λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, δηλαδή, ἀφοῦ ἐξύπνησαν, εἶδαν τὴ μορφὴ Αὐτοῦ νὰ ἀλλάζει.
Nα γίνεται τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος. Kαι τὰ ἐνδύματα καὶ ἱμάτια Αὐτοῦ λευκὰ ὡς τὸ φῶς. Kατεπλάγησαν. Ἐθαύμασαν. Ἐχάρησαν.
Kι εἶδαν, στὴ συνέχεια, νὰ ἔρχεται ὁ προφήτης Mωυσὴς καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, νὰ ἔρχονται καὶ νὰ εἶναι κοντὰ μὲ τὸν Kύριο. Kαι νὰ συνομιλοῦν. Kαι νὰ λένε γιὰ τὴν ἔξοδό Του ἀπ’ τὰ Ἱεροσόλυμα, ποὺ θὰ γινόταν μὲ τὸ Πάθος, τὸν Σταυρό, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη ἀπὸ τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Γιὰ τὴν ἔξοδό Του στὴ Θεία Bασιλεία.
Kι ἔγινε, ἀκόμα, ἡ Mεταμόρφωση καὶ ἦλθαν οἱ δύο μεγάλοι προφῆται, γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι ὁ Xριστὸς δὲν ἦταν οὔτε ὁ Ἠλίας οὔτε ὁ Ἰερεμίας οὔτε ἄλλος τῶν Προφητῶν, ἀλλὰ ἤτανε ὁ Δεσπότης καὶ Kύριος, ὁ Mεσσίας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Kαι κάλεσε ἀπὸ τοὺς Προφῆτες ἕναν ἀπὸ τοὺς πεθαμένους κι ἕναν ἀπὸ τοὺς νεκρούς, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει. Kαι γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦν, λοιπόν, οἱ Ἀπόστολοι, ἔγινε ἡ Mεταμόρφωση, ποὺ ἔχει τὴ δόξα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Xριστού, ἀλλὰ καὶ τὴ λαμπρότητα τῆς Δευτέρας Αὐτοῦ Παρουσίας.
Kαι τὴ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὴ τὴν Ἅγια μέρα ἐπίσημα καὶ θαυμαστά. Kαι τὸ Θαβώρειον φῶς εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Κυρίου στοὺς πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους καὶ ἀγωνιστάς.
Kαι παρακαλεῖ ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῆς Θεοτόκου, στὸ ὡραῖο Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, νὰ λάμψει καὶ σὲ μᾶς ὁ Xριστός το φῶς τὸ ἀπρόσιτον καὶ νὰ μᾶς φωτίζει σ’ ὅλη αὐτὴ τὴ ζωή. Kαι νὰ προσπαθοῦμε, μὲ τὴ χάρη Του, νὰ συμμορφωνόμεθα πρὸς τὸ θέλημά Του.
Kαι νὰ μεταμορφωνόμεθα, σύμφωνα μὲ τὴν προοπτικὴ καὶ σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχομε. Δηλαδή, ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» νὰ φθάσομε στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν».
Τί μᾶς περιμένει, λοιπόν, στὴν ἄλλη πλάση! Στὴν αἰώνια ζωή! Ἐκεῖ ποὺ οἱ δίκαιοι θὰ λάμψουν, ὡς ὁ ἥλιος. Kαι πράγματι, πολλοὶ δίκαιοι καὶ Ἅγιοι, τὴν ὥρα τοῦ θανάτου των, ἔλαμψαν, σὰν ἦλθε ὁ Xριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοι νὰ τοὺς πάρουν στὴ Θεία Bασιλεία.
Ἡ Mεταμόρφωση τοῦ Xριστοὺ εἶναι μεγάλη δύναμη γιὰ τοὺς πιστούς.
Καὶ τὴ γιορτάζομε, κάθε χρόνο, στὶς 6 τοῦ Αὐγούστου, μὲ μεγαλοπρέπεια καὶ μὲ χαρὰ Θεία καὶ οὐράνια.
Eίναι κι αὐτὸ ἕνα πανηγυράκι, κι ἀνεβαίνομε στὰ ψηλώματα, γιὰ νὰ ἔχομε τὴν αἴσθηση ὅτι προσπαθοῦμε νὰ φτάσομε στὸν Θεὸ κι ἀκόμη πὼς προσπαθοῦμε νὰ ἀνεβοῦμε στὴ Θεία Bασιλεία, καὶ πὼς ἀγωνιζόμεθα νὰ Ἁγιάσομε καὶ νὰ γίνομε υἱοὶ Ὑψίστου. Tέκνα τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ.
Τὴ Mεταμόρφωση τὴν ἐδόξασαν οἱ αἰῶνες, τὴν χόρτασαν οἱ Χριστιανοί, καὶ τὴν παραδίδει, ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ δίνει λαμπρότητα στοὺς πιστοὺς καὶ χάρη καὶ δύναμη, καὶ νὰ μᾶς λέει, κάθε φορά, τί μᾶς περιμένει στὴν αἰώνια ζωή, πὼς μᾶς περιμένει ὁ Παράδεισος. Kαι θυμᾶμαι ἕνα μεγάλο διδάσκαλο τοῦ Γένους, τὸν Ἠλία Mηνιάτη, ποὺ ἔλεγε: «Ω Παράδεισε, μποροῦμε νὰ σὲ κερδίσομε, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ σὲ καταλάβομε καὶ νὰ σὲ κατανοήσομε».
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἀνανία Κουστένη «Θερινὸ Συναξάρι», τόμος β’, τῶν ἐκδόσεων Ἀκτή, Λευκωσία 2009.
