Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ Βατοπαιδινὸς ἐξηγεῖ τί ἐννοοῦμε ὅταν λέμε «θέωση»

«Θέωση» ὅταν λέγομε, ἐννοοῦμε τὴν εἰς τὸ ὑπὲρ φύσιν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωσή του μὲ τὸ Θεό -πρᾶγμα ποὺ γίνεται κατορθωτὸ χάρις στὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὸν ἐκ τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἁγιασμό.

Εἶναι δὲ ἡ θέωση τὸ κέντρο καὶ ἡ βάση τῆς Χριστιανικῆς σωτηριολογίας καὶ τοῦ ἀνθρώπινου προορισμοῦ. Σ’ αὐτὸ τὸ στόχο περιστράφηκε στὸ παρελθόν, περιστρέφεται στὸ παρὸν καὶ θὰ περιστρέφεται καὶ στὸ μέλλον ὁ ὀρθόδοξος μυστικισμὸς τὸν ὁποῖο μὲ τόσο ζῆλο καλλιέργησαν οἱ δικοί μας Πατέρες, μεταδίδοντας στὴ συνέχεια τὴν εὐγενῆ τους ἅμιλλα καὶ στὶς μετὰ ταῦτα γεννηθεῖσες θυγατέρες Ἐκκλησίες τῶν Σλαυικῶν χωρῶν.

Ἡ θέωση δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ περιγράφει μὲ ἀνθρώπινα λόγια. Ἄμυδραν εἰκόνα της ἀποκάλυψε ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ ὅρους Θαβὼρ Μεταμόρφωσή Του. Τὴ θέωση ὑπονοοῦν καὶ τὰ λόγια Του, ὅτι «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν βασιλέϊᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Μάτθ. ἰγ’ 43). Τὰ σημεῖα τῆς θεώσεως (μερικὰ ἴχνη) ἔφερε καὶ ὁ προφήτης Μωυσῆς στὸ πρόσωπό του, ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ Σινᾶ, μὲ συνέπεια νὰ μὴ μποροῦν οἱ Ἰσραηλῖτες νὰ τὸν ἀτενίσουν χωρὶς ἐκεῖνος νὰ φορεῖ κάλυμμα στὸ πρόσωπό του.

Τὴ χάρη τῆς θεώσεως ἔφεραν καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες μας, ὅπως βλέπουμε στοὺς βίους των (ὅπως π.χ. ὁ ἀββᾶς Παμβώ, ὁ ἀββᾶς Σισώης, ὁ κατὰ τὸν δ’ αἰῶνα ἀκμάσας ἅγιος Νήφων, ἐπίσκοπος Κωνσταντιανής, ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ καὶ ὅσοι ἄλλοι χάριτι Χριστοῦ ἀνέβηκαν τὴν κλίμακα τοῦ ἁγιασμοῦ).

Ἡ θεία ἐκείνη ἔλλαμψη ποὺ διεχέετο ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν θεωμένων ἁγίων ἦταν ἡ ἐντὸς αὐτῶν ἐπικρατοῦσα θεία κατάσταση, ὅπου φωτίζει καὶ ἁγιάζει ὅλο τὸ ψυχοσωματικὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅλα τὰ ψυχοσωματικὰ μέλη τοῦ ἀνθρώπου, ἁγιαζόμενα, γίνονται μέτοχα τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς εὐωδίας τοῦ ἁγιασμοῦ, ἐνῷ τὰ πρόσωπά τους φωτίζονται καὶ λάμπουν «ὡς ὁ ἥλιος», χωρὶς ἡ λάμψη αὐτὴ νὰ γίνεται πάντοτε αἰσθητὴ στοὺς ἔξω, ἐκτὸς ἐὰν ἡ θεία Χάρις τὸ ἐπιτρέψει πρὸς οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν. Αὐτὴ ἡ Xάρις εἶναι ποὺ ἁγιάζει τὰ ὀστᾶ τους, τὰ ἐνδύματά τους καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχαν γιὰ χρήση τους, ὅπως βλέπουμε στοὺς βίους τους, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ «σουδάρια καὶ σιμικίνθια» [τὰ «μαντίλια τῆς κεφαλῆς ἢ τοῦ λαιμοῦ»] (Πράξ. 19, 12) τους ἀκόμη ἐπιτελοῦσαν θαύματα καὶ ἰάσεις.

Μὲ λίγα λόγια λοιπόν, Θέωση εἶναι διὰ τῆς θείας Χάριτος μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου στὸ πρῶτον ἀξίωμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Εἶναι ἡ, δυνάμει τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, κατὰ χάριν υἱοθεσία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ μέρος τοῦ Θεοῦ.

Θέωση εἶναι ἡ ὅσον «χωρεῖ» στὴν ἀνθρώπινη φύση συμμετοχὴ στὴν θεία δόξα καὶ τὴ θεία μακαριότητα.

Εἶναι, ἀκόμη ἡ κατάσταση ἐκείνη ποὺ περιγράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὅπου «τὸ θνητὸν κατεπόθη ὑπὸ τῆς ζωῆς» [«ἡ ζωὴ θὰ νικήσει τὸν θάνατο»] (Β’ Κόρ. ε’ 4), ὅπου ὁ πιστὸς ἀνίσταται ὡς «καινὸς ἄνθρωπος», «κατὰ Θεὸν κτισθείς», «ἀφομοιωμένος κατὰ τὰ πάντα τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ».

Θέωση σημαίνει καὶ ἀπάθεια καὶ τελειότης καὶ πνευματικὴ γνώση καὶ ἀγάπη, καὶ παντελὴς ἀκινησία ὡς πρὸς τὸ κακὸ καὶ κάθαρση ἀπὸ παντὸς πάθους.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν εἰσήγηση τοῦ Γέροντα Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, «Θεάνθρωπος – Θέωση» ἡ ὁποία περιέχεται στὸ βιβλίο του, «Λόγοι παρακλήσεως», γ’ ἔκδοση, 1989, τῶν ἐκδόσεων τῆς Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὅρους.

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *