
Ἐκεῖνοι ποὺ τρέφονται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πολλὲς φορὲς ἀδιαφοροῦν γιὰ τὶς ὑλικὲς τροφὲς ἢ ὅταν τρῶνε, δὲν αἰσθάνονται, διότι καὶ τότε τὸν Θεὸ αἰσθάνονται ἔντονα καὶ τρέφονται ἀπὸ τὴν γλυκιὰ εὐλογία τῆς ἀγάπης Του.
Ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὶς καλὲς τροφὲς εἶναι τὸ δόλωμα τοῦ πονηροῦ, καί, ὅποιος δὲν τὶς κόψει, πιάνεται ἀπὸ τὸ ἀγκίστρι τοῦ ἐχθροῦ καὶ μετὰ τηγανίζεται μὲ τὸ ἴδιο του τὸ λίπος ἀπὸ τὴν πυρωμένη του σάρκα. Ἀντίθετα, ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὶς πνευματικὲς τροφὲς ξεκόβει τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ ἀνεβάζει τὴν ψυχὴ στοὺς Οὐρανούς, καὶ γεύεται ἀπὸ τὴν τροφὴ τῶν Ἀγγέλων.
Ὅσοι δὲν φρενάρουν τὴν καρδιά τους ἀπὸ τὶς ὑλικὲς ἐπιθυμίες, τὶς μὴ ἀπαραίτητες, – οὔτε κὰν λόγος γίνεται γιὰ σαρκικὲς ἐπιθυμίες – καὶ δὲν συμμαζέψουν τὸν νοῦ τους μέσα στὴν καρδιά, γιὰ νὰ δοθοῦν ὅλα μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ στὸν Θεό, ἀλλὰ τὰ ἀφήνουν ἀδέσποτα, διπλῆ δυστυχία τους περιμένει.
Γέροντα, ὅταν ἔχω συνέχεια πτώσεις στὸν ἀγῶνα μου, μὲ πιάνει λύπη.
–Νὰ ψέλνεις τὸ «Πάντων προστατεύεις, ἀγαθὴ» καὶ τὸ «Πάντων θλιβομένων ἡ χαρά». Αὐτὸ νὰ τὸ κάνης σὰν κανόνα, καὶ ἡ Παναγία θὰ σὲ βοηθήσει. Ἡ Παναγία δὲν μᾶς ἀφήνει· μᾶς κουβαλάει στὴν πλάτη Της, ἀρκεῖ κι ἐμεῖς νὰ τὸ θέλουμε καὶ νὰ μὴν κλωτσᾶμε, ὅπως κάνουν τὰ ἄτακτα παιδιά.
–Γέροντα, θὰ ἤθελα ἡ Παναγία νὰ κρατήσει κι ἐμένα στὴν ἀγκαλιά Της, ὅπως κρατάει τὸν Χριστό.
–Δὲν σὲ κράτησε ποτὲ ἐσένα; Δὲν ἔνιωσες καμμιὰ φορὰ σὰν μωρὸ στὴν ἀγκαλιά Της; Ἐγὼ αἰσθάνομαι σὰν παιδάκι κοντά Της. Τὴν νιώθω Μάνα μου.
Πολλὲς φορὲς πηγαίνω καὶ ἀκουμπῶ στὴν εἰκόνα Της καὶ λέω: «Τώρα, Παναγία μου, θὰ θηλάσω λίγο Χάρη». Νιώθω σὰν μωρὸ ποὺ θηλάζει στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του ξέγνοιαστο, ἀμέριμνο, καὶ νιώθει τὴν μεγάλη της ἀγάπη καὶ τὴν ἀνέκφραστη στοργή της, καὶ τρέφομαι μὲ Χάρη.
–Γέροντα, γιατί ἡ Παναγία ἄλλοτε μοῦ δίνει ἀμέσως αὐτὸ ποὺ Τῆς ζητῶ καὶ ἄλλοτε ὄχι;
Ἡ Παναγία, ὅποτε ἔχουμε ἀνάγκη, ἀπαντᾶ ἀμέσως στὴν προσευχή μας, ὅποτε δὲν ἔχουμε, μᾶς ἀφήνει, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε λίγη παλληκαριά.
Ὅταν ἤμουν στὴν Μονὴ Φιλοθέου, μιὰ φορά, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγρυπνία τῆς Παναγίας μὲ ἔστειλε ἕνας Προϊστάμενος νὰ πάω ἕνα γράμμα στὴν Μονὴ Ἰβήρων.
Ὕστερα ἔπρεπε νὰ πάω κάτω στὸν Ἀρσανὰ τῆς μονῆς καὶ νὰ περιμένω ἕνα γεροντάκι ποὺ θὰ ἐρχόταν μὲ τὸ καραβάκι, γιὰ νὰ τὸ συνοδεύσω στὸ μοναστήρι μας – ἀπόσταση μιάμιση ὥρα μὲ τὰ πόδια.
Ἤμουν ἀπὸ νηστεία καὶ ἀπὸ ἀγρυπνία.
Τότε τὴν νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου τὴν χώριζα στὰ δύο· μέχρι τῆς Μεταμορφώσεως δὲν ἔτρωγα τίποτε, τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως ἔτρωγα, καὶ μετὰ μέχρι τῆς Παναγίας πάλι δὲν ἔτρωγα τίποτε.
Ἔφυγα λοιπὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγρυπνία καὶ οὔτε σκέφθηκα νὰ πάρω μαζί μου λίγο παξιμάδι.
Ἔφθασα στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ἔδωσα τὸ γράμμα καὶ κατέβηκα στὸν Ἀρσανά, γιὰ νὰ περιμένω τὸ καραβάκι. Θὰ ἐρχόταν κατὰ τὶς τέσσερις τὸ ἀπόγευμα, ἀλλὰ ἀργοῦσε νὰ ἔρθει.
Ἄρχισα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ζαλίζομαι. Πιὸ πέρα εἶχε μιὰ στοίβα ἀπὸ κορμοὺς δένδρων, σὰν τηλεγραφόξυλα, καὶ εἶπα μὲ τὸν λογισμό μου:
«Ἂς πάω νὰ καθίσω ἐκεῖ ποὺ εἶναι λίγο ἀπόμερα, γιὰ νὰ μὴ μὲ δὴ κανεὶς καὶ ἀρχίσει νὰ μὲ ρωτάει τί ἔπαθα».
Ὅταν κάθισα, μοῦ πέρασε ὁ λογισμὸς νὰ κάνω κομποσκοίνι στὴν Παναγία νὰ μοῦ οἰκονομήσει κάτι. Ἀλλὰ ἀμέσως ἀντέδρασα στὸν λογισμὸ καὶ εἶπα:
«Ταλαίπωρε, γιὰ τέτοια τιποτένια πράγματα θὰ ἐνοχλεῖς τὴν Παναγία;». Τότε βλέπω μπροστά μου ἕναν Μοναχό. Κρατοῦσε ἕνα στρογγυλὸ ψωμί, δύο σῦκα καὶ ἕνα μεγάλο τσαμπὶ σταφύλι. «Πᾶρε αὐτά, μοῦ εἶπε, εἰς δόξαν τῆς Κυρίας Θεοτόκου», καὶ χάθηκε. Ἔ, τότε διαλύθηκα, μὲ ἔπιασαν τὰ κλάματα, οὔτε ἤθελα νὰ φάω πιά… Πά, πά! Τί Μάνα εἶναι Αὐτή!
Νὰ φροντίζει καὶ γιὰ τὶς μικρότερες λεπτομέρειες! Ξέρεις τί θὰ πεῖ αὐτό!
Πηγή: «ΛΟΓΟΙ, τόμ.ς’, Περὶ Προσευχῆς» Γέροντος Παισίου, ἔκδ. Ι. Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης
