Οἱ ἡμέτεροι «γραικύλοι τῆς σήμερον» καὶ οἱ Τοῦρκοι

Κλασικὴ περίπτωση «γραικύλου τῆς σήμερον» ὁ ἐκκλησιομάχος Τατσόπουλος, ὅπως ἀριστοτεχνικὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης

 

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς

δάσκαλος-Κιλκὶς

 

«Τούτ’ ἡ χώρα ποὺ ἀνεμίζει τοὺς ἀμέτρητους γραικύλους»

Νίκος Καροῦζος

 

Διαβάζω καὶ παρακολουθῶ ὅσα ψελλίζει αὐτὸς ὁ ἀμετανόητα ἐκκλησιομάχος Π. Τατσόπουλος. Προσπαθεῖ μὲ ἄνοστα καρυκεύματα καὶ στρεψοδικίες, νὰ καλύψει τὴν δυσφορία του γιὰ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια, ποὺ νιώθει ὁ λαός μας γιὰ τὸν ἅγιο Γέροντα Παΐσιο. Κλασικὴ περίπτωση «γραικύλου τῆς σήμερον», ὅπως ἀριστοτεχνικὰ ἔλεγε ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ ὁποῖος  «θέλη νὰ κάμη  δημοσία τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην», νόσημα ἀνίατο τῆς ἐγχώριας ψευτοδιανόησης, ἀπορρέον ἀπὸ αἴσθημα μειονεξίας ἔναντι τῆς Δύσης, συνοδευόμενο ἀπὸ παντελῆ ἄγνοια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἀπροκάλυπτη ἀφιλοπατρία. Ὁμοιάζει ὁ γραικύλος, κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη, «μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάση εἰς τὸ ὕψος καὶ φανῆ καὶ αὐτὸς γίγας». («Λαμπριάτικος ψάλτης»).

Κακῶς βέβαια παίρνουμε στὰ σοβαρὰ καὶ ἀσχολούμαστε μὲ τὸν Τατσόπουλο. Εἶναι φαιδρὰ περίπτωση, ποὺ ἀπολαμβάνει δημοσιότητα, γιατί ξέρουν οἱ δόλιοι τῶν καναλιῶν ὅτι θὰ προκαλέσει ἀντιπαλότητα, ἀνεβάζοντας τηλεθεάσεις. Ἄνθρωπος ποὺ δηλώνει «δημοσία» ὅτι «ἔχει πάει μὲ τὴν μισὴ Ἀθήνα», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, πόσο σοβαρὸς καὶ ἀξιόπιστος μπορεῖ νὰ εἶναι; «Εἶναι ΄λαφρὺς» λένε στὰ χωριά μας στὴν Πιερία καὶ τελειώνει ἡ συζήτηση. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πολεμήθηκε ἀπὸ κοσμοκράτορες, αὐτοκράτορες καὶ σουλτάνους καὶ λαμπροτέρα κατέστη. Θὰ πληγεῖ ἀπὸ ταλαίπωρες ἀνθρωποκάμπιες (Κόντογλου), τύπου Τατσόπουλου;

Ἡ συγκεκριμένη ἱστορικὴ σειρὰ γιὰ τὸν ἀγαπημένο μας ἅγιο- δὲν ξέρεις ἂν πρέπει νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου ἢ νὰ χειροκροτήσεις- ἄνοιξε τὸ μυρογιάλι ἤ, καλύτερα, τὸ κελάρι τοῦ πατρογονικοῦ μας σπιτιοῦ, τὸ γεμάτο καλούδια καὶ μοσχοβολιές. Ἀντικρίζουμε, ἔστω καὶ στιγμιαία, τὴν Πονεμένη Ρωμιοσύνη, τὴν Ἑλλάδα ποὺ προσκυνοῦσε τὰ δύο εἰκονοστάσια της. Τὸ Εἰκονοστάσι τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Θεομάνα μας καὶ τὸ Εἰκονοστάσι τοῦ Γένους, μὲ τὸν Μάρκο Μπότσαρη καὶ τὸν Παῦλο Μελά. Οἱ πραγματικοὶ Ἕλληνες ποὺ σκύβουν τὸ κεφάλι μόνο μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ στὴν σημαία μὲ τὸν σταυρό. Αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα, ἡ ἀρχοντικὴ καὶ ἡλιόλουστη, ὅταν τὴν βρίσκει τὸ κακὸ καὶ ἀπειλεῖται καὶ συκοφαντεῖται ἀπὸ δύση καὶ ἀνατολή, ἀπὸ Ντερνύδες καὶ Μπαΐμηδες, διατρανώνει «ὅτι εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσες κ’ ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς προστατεύει». Εἶναι ἡ μαγιὰ τοῦ Μακρυγιάννη…

Καὶ ἂν εἴχαμε κυβέρνηση, ὑπουργεῖο ποὺ θὰ πρόβαλλε αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα καὶ μὲς στὰ σχολεῖα, θὰ μορφώναμε μία γενιὰ μὲ ἰθαγένεια ἑλληνική, καὶ τότε κανένας Ἐρντογὰν καὶ λοιπὰ μεμέτια δὲν θὰ μᾶς φόβιζαν.

Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν ὅμως οἱ θρασύδειλοι γραικύλοι, ὅσα πρόστυχα καὶ νεοταξικὰ δηλητήρια καὶ ἂν ἐνσταλάζονται στὴν Παιδεία, θὰ ἔρθει στιγμὴ ποὺ καὶ αὐτὰ καὶ οἱ κακεργέτες ποὺ τὰ ἐφαρμόζουν, θὰ λείψουν. Τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος θὰ ζήσει, ἐπιστρέφοντας πάλι στὰ εὐλογημένα καταφύγια τῆς Πίστεως καὶ τῆς Φιλοπατρίας.

Θυμήθηκα κάτι εἰς ἐπίρρωσιν τῶν προηγουμένων.

Τὸν Μάρτιο τοῦ 2007 εἶχε ἐπισκεφτεῖ τὸ Κιλκὶς ἡ Ἑλένη Φωκά, ἡ ἡρωίδα Κύπρια «Δασκάλα τοῦ Γένους», ἡ ὁποία δίδασκε, ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ τοῦ 1974 ὡς τὸ 1997, στὰ λίγα ἐγκλωβισμένα Ἑλληνόπουλα τοῦ Ριζοκάρπασου. Βρῆκα τότε τὴν εὐκαιρία καὶ τῆς πῆρα μία μικρὴ συνέντευξη, ποὺ δημοσιεύτηκε σὲ τοπικὴ ἐφημερίδα τοῦ Κιλκίς. Ἀποσπῶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐξομολόγηση τῆς Δασκάλας, λίγα «σπαράγματα». (Μιλοῦσε ἡ γερόντισσα καὶ δάκρυζε μὲ σπαραγμό. Περίλυπη ἱστοροῦσε τὰ μαρτύριά της, ὅμως… περήφανη καὶ ἀγέρωχη, ὡραία σὰν Ἑλληνίδα τοῦ ’21, ποὺ «τῆς ἐλευθεριᾶς ὁ ἔρως/τὲς ἔμπνευσε χορό»). Ἡ Κύπρος συνιστᾶ τὸ τελευταῖο ὅριο τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀπώλεια τῆς Κύπρου, θὰ σημάνει καὶ τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς μείζονος παρουσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὸν ὁριστικὸ ἐγκλεισμό του στὸ συρρικνωμένο μνημονιοκρατίδιο.

Ἂς παραθέσω κάποια ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Δασκάλας τοῦ Γένους:

-«Κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες γινόταν τὸ μάθημά σας;

«Ἔκανα μάθημα σὲ συνθῆκες Κρυφοῦ Σχολειοῦ. Τοῦρκοι τσαούσηδες (=λοχίας), ἔστηναν αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκοῦν τί λέμε. Πολλὲς φορὲς τὰ βράδια, βρόμιζαν τὸ σχολεῖο καὶ ἐμεῖς τὸ καθαρίζαμε τὸ πρωί. Ὅσο γιὰ τὰ βιβλία, αὐτὰ ἔφθαναν στὰ χέρια μας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες περιοχὲς τὸν Μάρτιο».

-Τί κάνατε γιὰ νὰ διατηρήσετε τὸ ἐθνικὸ φρόνημα τῶν μαθητῶν σας;

«Ἤμουν μαθήτρια τῶν μαθητῶν μου. Κάθε πρωὶ ζωγραφίζαμε στὸν πίνακα τὴν ἑλληνικὴ σημαία γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦν. Ζητοῦσαν πολὺ νὰ κάνουμε ἱστορία, νὰ μιλᾶμε γιὰ ἥρωες καὶ Συναξάρια ἁγίων. Δὲν ἔσκυψαν ποτὲ τὸ κεφάλι οὔτε φοβήθηκαν».

-Ποιὲς ἦταν οἱ συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐγκλωβισμένων;

«Ζούσαμε μία νέα Τουρκοκρατία. Τὸ μεγαλύτερο κακό μᾶς τὸ ἔκαναν οἱ ἔποικοι. Βίαζαν, δολοφονοῦσαν καὶ οἱ οἰκογένειες ποὺ εἶχαν κορίτσια ἀναγκάστηκαν νὰ καταφύγουν στὶς ἐλεύθερες περιοχές. Οἱ ἔποικοι ἦρθαν σὲ δύο δόσεις. Οἱ πρῶτοι ἦρθαν στὶς 25 Μαρτίου καὶ οἱ δεύτεροι τὸν Δεκαπενταύγουστο, ὅταν γιορτάζει ἡ Παναγία γιὰ νὰ μᾶς ἐξευτελίσουν. Ἐπίσης, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ὁ πατέρας μου ὅταν χρειάστηκε ἐγχείρηση, πῆγε σὲ νοσοκομεῖο στὰ κατεχόμενα. Ἡ τομὴ ἔγινε σὲ σχῆμα μισοφέγγαρου καὶ τὸν ἕραψαν ὅπως ράβουν τσουβάλια μὲ πατάτες. Ἡ κατάσταση του ἐπιδεινώθηκε καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε».

Δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε. Τρεῖς δεκαετίες. Οἱ Τοῦρκοι ἀπαράλλαχτοι. Ἔθνος αἱμοβόρο καὶ κτηνῶδες. Νυχθημερὸν ἀσυνάρτητες ἀπειλὲς καὶ εἰρωνεῖες. Ζωντόχοιροι. (Μὲ ὄμικρον γιώτα). Διηγεῖται ἡ Ἑλένη Φωκὰ πῶς ἐπιβίωναν ἐν μέσω τῶν βάρβαρων καὶ νομίζεις ὅτι διαβάζεις μαρτυρία ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς φρικτῆς Τουρκοκρατίας. «Δὲν ἔσκυψαν ποτὲ τὸ κεφάλι οὔτε φοβήθηκαν» οἱ μαθητές της, τὰ ἑλληνόπουλα τῆς Κύπρου, ὄχι γιατί τοὺς ἔδινε ἐπιδόματα τὸ ἐλεύθερο κράτος οὔτε κρατοῦσαν στὰ χέρια τους τὰ ἄθλια σχολικὰ βιβλία. Ὄχι. Ἡ σημαία καὶ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ βαστοῦσαν τὴν ἑλληνοσύνη τους. Καὶ ἡ ἄγρυπνη δασκάλα τους ποὺ τοὺς δίδασκε δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία.

Ἐκεῖνα τὰ παιδιὰ ἦταν ἐλεύθερα, «ἐλεύθεροι πολιορκημένοι». Διαβάζεις καὶ ἀνασαίνεις. Τῷ καιρῶ ἐτούτω πιάνουμε τὶς μύτες μας ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις. Ἀγόρια μὲ φοῦστες, καταλήψεις, ἔλεγχος γιὰ Θεία Κοινωνία, ἐγκλήματα ἀνήκουστα, ἔποικοι τοῦ ἰσλάμ,  μὲ πρωτοφανῆ προνόμια, Τατσόπουλοι καὶ λοιποὶ «καντιποτένιοι», (Μακρυγιάννης), σκοτάδι χειροπιαστὸ καὶ μαυροφόρα ἀπελπισιά.

Μία μόνο φράση: Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη, γίνονται καὶ θαύματα, ἔχει μαγιὰ ἡ πατρίδα…

 

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *