
Διηγήθηκε ὁ Γέροντας στόν ἱερομόναχο Γ.: «Ένιωθα κάποια δυσκολία να προσευχηθώ στόν Χριστό. Τήν Παναγία τήν ἔχω σάν μάννα. Τήν ἁγία Εὐφημία τὸ ἴδιο. Τήν φωνάζω: “ἁγία Εὐφημούλα μου”. Στόν Χριστό ἔνιωθα δύσκολα. Τήν εἰκόνα Του μέ φόβο τήν φιλοῦσα. Καί ὅταν τήν ὥρα πού ἔλεγα τήν εὐχή ἔφευγε καμμιά φορά ὁ νοῦς μου ἀπό τόν Χριστό, δέν στενοχωριόμουνα. “Ποιός εἶμαι ἐγώ, για νἄχω συνέχεια τόν νοῦ μου στόν Χριστό”, σκεπτόμουν. Καί συνέβη αὐτό πού θά σοῦ πῶ:
»Ἦταν βράδυ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, θά ξημέρωνε τοῦ ἁγίου Κάρπου (στίς 26-5-1977). Νιώθω ἀνάλαφρος, πούπουλο. Καμμιά ὄρεξη να κοιμηθώ. Σκέφτομαι: “Ας καθήσω να γράψω κάτι γιά τόν παπα-Τύχωνα να τό στείλω στίς ἀδελφές”. Μέχρι τίς 8.30′ ἁγιορείτικα ἔγραψα ὥς τριάντα σελίδες. Ἄν καί δέν νύσταζα, εἶπα να ξαπλώσω, γιατί ἔνιωθα λίγη κούραση στα πόδια.
»Παίρνει νά φωτίζη. Στίς 9 ἡ ὥρα (6 περίπου κοσμικά τό πρωΐ) δέν εἶχα κοιμηθῆ. Σέ μιά στιγμή σάν να χάθηκε ὁ τοῖχος τοῦ Κελλιοῦ μου (δίπλα στό κρεββάτι πρός τό ἐργαστήριο). Βλέπω τόν Χριστό μέσα στό φῶς, σέ ἀπόσταση ἕξι μέτρα περίπου. Τόν ἔβλεπα ἀπό τό πλάϊ. Τα μαλλιά του ἦταν ξανθά καί τά μάτια του γαλανά. Δέν μοῦ μίλησε. Κοίταξε λίγο δίπλα, ὄχι ἀκριβῶς ἐμένα.
»Δέν ἔβλεπα μέ τά σωματικά μάτια. Αὐτά εἴτε ἀνοιχτά εἶναι εἴτε κλειστά, καμμιά διαφορά δέν ἔχει.
Ἔβλεπαν τα μάτια τῆς ψυχῆς.
»Ὅταν Τόν εἶδα σκέφθηκα: Πῶς μπόρεσαν να φτύσουν τέτοια μορφή; Πῶς μπόρεσαν -οἱ ἀθεόφοβοι- νὰ ἀκουμπήσουν τέτοια μορφή; Πῶς μπόρεσαν να μπήξουν καρφιά σ’ αὐτό τό σῶμα; Πά! πά! πά!
»Ἀπόμεινα! Τί γλυκύτητα ἔνιωθα! Τί ἀγαλλίαση! Δέν μπορῶ νά ἐκφράσω μέ δικά μου λόγια την ὀμορφιά αὐτή. Ἦταν αὐτό πού λέει: “Ο Ὡραῖος κάλλει παρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων”. Αὐτό ἦταν. Δέν ἔχω δεῖ ποτέ τέτοια εἰκόνα του. Μόνο μία κάποτε -δέν θυμᾶμαι ποῦ- ἔμοιαζε κάπως.
»Θάξιζε νά ἀγωνίζεται κανείς χίλια χρόνια γιά νὰ δῆ αὐτή τήν ὀμορφιά γιά μιά στιγμή μόνο. Τί μεγάλα καί ἀνείπωτα εἶναι δυνατόν να χαρισθοῦν στόν ἄνθρωπο, καί μέ τί τιποτένια ἀσχολούμαστε!
»Πιστεύω πώς εἶναι ἕνα δῶρο πού μοῦ ἔκανε ὁ παπα-Τύχων. Νά μήν τό πῆς σε κανέναν. Πολύ τό σκέφθηκα νά τό πῶ καί σέ σένα. Βλέπεις τόση ὥρα δέν σοῦ μίλησα, τώρα πού φεύγεις» (ἐλέχθησαν στις 28 Μαΐου 1977).
Ὕστερα ἀπό δύο μέρες ὅταν ξανασυναντήθηκαν, ὁ Γέροντας εἶπε: «Ὅλη τή νύχτα ἔκλαιγα γιατί σοῦ τὄπα. Δέν φοβάμαι πώς θά τό πεῖς. Ἀλλά ἐγώ ζημιώθηκα».
Το γεγονός αὐτό τό αἰσθάνθηκε καί μιά ἀδελφή στην Σουρωτή καί ἔγραψε στον Γέροντα: «Τάδε τοῦ μηνός, τάδε ὥρα… Τά ὑπόλοιπα θά μᾶς τὰ πεῖτε ἐσεῖς». Καί πράγματι, ὅταν ἀργότερα βγῆκε ἔξω, τούς τό διηγήθηκε καί μάλιστα περιέγραψε καί ἁγιογράφησαν τόν Χριστό, ὅπως ἀκριβῶς τόν εἶδε.
Πηγή: «Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου», Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Ἅγιον Ὅρος 2004, σέλ.241-243
