Ὅταν ὁ Ἅγιος Εὐμένιος Σαριδάκης ξάπλωσε στὸ κρεβάτι τῆς ἁμαρτίας διέλυσε τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας!

«Ἐτούτους ἐδῶ τί σᾶς τοὺς φέρανε;» ρώτησε μὲ ἀγανάκτηση τὸν γέροντα Εὐμένιο μιὰ ἐπισκέπτρια καὶ γυρνώντας, τοῦ ἔδειξε μὲ νόημα ἕνα τσούρμο νεαρούς ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ δύο περιπολικά. Ὁ π. Εὐμένιος δὲν μίλησε, μόνο ἀναστέναξε. Ἤξερε πώς τὸ Ὑπουργεῖο ἀποφάσισε νὰ ἀπομονώσει τοὺς ἀσθενεῖς τοῦ AIDS στὸ δικό τους νοσοκομεῖο, τὸ Λοιμωδῶν Νόσων. Στην πλειονότητά τους ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν πληρώσει μὲ πολύ ἀκριβό τίμημα τὰ παραστρατήματά τους.

Οἱ ἀστυνομικοὶ μὲ συντονισμένες κινήσεις τοὺς ὀδήγησαν σὲ ἕνα κτήριο, δίπλα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Μὲ σίδερα στὰ παράθυρα, ὅπως στὸ ψυχιατρεῖο. Θὰ ζοῦσαν ἐκεῖ, ἀπομονωμένοι, γιὰ νὰ μὴ μολύνουν τοὺς οἰκείους τους. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ πρωτοεμφανίστηκε τὸ AIDS, γνώση καὶ ἐμπειρία δὲν ὑπῆρχε καὶ τὰ μέτρα ἀντιμετώπισης ἦταν σκληρά.

Ὁ Γέροντας κήρυξε ἐπιστράτευση ἀγάπης ἀνάμεσα στοὺς ἀσθενεῖς-συνεργάτες του. Ἤθελαν μὲ κάποιο τρόπο νὰ τοὺς «βγάλουν» ἀπὸ τὴν ἀπομόνωση. Καὶ τὸν βρῆκαν! Μάζεψαν γλυκίσματα, ἀναψυκτικὰ καὶ τὰ προσέφεραν μὲ τρόπο ποὺ μόνο ἡ ἀγάπη θὰ μποροῦσε νὰ ἐφεύρει. Πῆραν ἕνα μακρύ φτυάρι -ὅπως αὐτὰ ποὺ κάποτε φούρνιζαν τὸ ψωμί- ἔβαλαν πάνω τὰ καλούδια καὶ μὲ τρόπο τὰ ἔμπασαν ἀπὸ ἕνα ἀνοιχτό παράθυρο τοῦ κτηρίου τῶν ὁροθετικῶν. Χάρηκαν οἱ νιοφερμένοι άσθενεῖς, χάρηκαν καὶ οἱ παλιοί. Ἀπὸ τότε συχνὰ οἱ ὀροθετικοί δέχονταν τὸ περίσσευμα ἀγάπης τῶν λεπρῶν.

Κάποια μέρα φάνηκε στὸ παράθυρο ἕνα προσωπάκι ποὺ θά ‘ταν δὲν θα ‘ταν δεκαπέντε χρονῶν. «Καλὰ οἱ ἄλλοι, ἐτοῦτο ἐδῶ πῶς κόλλησε τὴν ἀρρώστια;» ρώτησε τὸν γιατρό. «Ἄχ, Γέροντα, ὁ Μιχαλάκης τὸ κόλλησε στὴν αἰματολογική κλινική ἑνὸς νοσοκομείου τῆς Θεσσαλονίκης. Χρειάστηκε νὰ κάνει μετάγγιση καὶ τοῦ ἔβαλαν αἷμα ποὺ εἶχε τὸν ἰὸ HIV.» Πόνεσε ἡ καρδιά τοῦ π. Εὐμενίου γιὰ τὸν Μιχαλάκη, καὶ γιὰ ὅλες τὶς ψυχοῦλες ποὺ εἶχαν κολλήσει μὲ παρόμοιο τρόπο.

Σὰν πέρασαν τὰ χρόνια, καὶ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ κάνουν βόλτες μέσα στο Ίδρυμα, κάποιοι ἦρθαν καὶ στὸν παπούλη. «Καλῶς τὰ παιδιά!» ἔλεγε ἐκεῖνος χαρούμενος καὶ τὰ κερνοῦσε ὅ,τι εἶχε, χωρίς νὰ παίρνει μέτρα προστασίας. Τὰ χαιρετοῦσε μὲ χειραψία, τὰ ἀκουμποῦσε φιλικά στὸν ὦμο, μέχρι ἔφτασε -τάχα ἀφηρημένος- νὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ ποτήρι τους νερό.

Ἐκεῖνα, ἐντυπωσιασμένα ἀπὸ τὴν ἄνευ ὅρων ἀγάπη του, δὲν ξεκόλλαγαν ἀπὸ τὴ συντροφιά του. Ρουφοῦσαν λέξη-λέξη τὰ λόγια του κι ἔνιωθαν πώς ἐκεῖνος ποὺ εἶχε γευτεῖ τὸν πόνο τῆς -ἀνίατης τότε- δικῆς του ἀρρώστιας, τῆς ἀπομόνωσης καὶ τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὴν κοινωνία, μποροῦσε νὰ καταλάβει καὶ τὸν δικό τους πόνο.

Ἂν τύχαινε κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς νὰ φύγει γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, φρόντιζε προσωπικὰ γιὰ τὴν ταφή του ὁ παπούλης. Δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἐντελῶς γυμνός, ὅπως ἔλεγε τὸ πρωτόκολλο, σκεπασμένος μὲ μιὰ σακούλα. Ἔστελνε γυναῖκες καὶ τοῦ ἀγόραζαν ροῦχα, τὸν ἔντυναν, τὸν νεκροστόλιζαν καὶ τὸν διάβαζε.

Δύο παιδιὰ ἀπὸ αὐτά, μετὰ ἀπὸ χρόνια καὶ μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, πῆραν ἐξιτήριο. Μετά ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐπέστρεψαν στὸ Λοιμωδῶν. «Γέροντα» τοῦ λένε «τόσα χρόνια ἐσὺ μᾶς φρόντιζες. Τώρα θέλουμε νὰ ἔρθεις στὸ σπίτι μας, νὰ ἀνταποδώσουμε τὴ φιλοξενία». Χάρηκε ὁ Γέροντας καὶ τοὺς ὑποσχέθηκε πὼς θὰ πάει σύντομα.

«Γέροντα, ἔχετε καταλάβει ποῦ πᾶμε;» ρώτησε ὁ ὁδηγός τοῦ αὐτοκινήτου, μὴ μπορώντας νὰ καταλάβει τὴ συμπεριφορά τοῦ π. Εὐμενίου.

«Ἔχω!» ἦταν ἡ -μὲ νόημα- ἀπάντηση τοῦ Γέροντα.

«Ἔχετε καταλάβει ὅτι αὐτοὶ οἱ δύο εἶναι ὁμοφυλόφιλοι;»

«Ξέρω, ξέρω…» εἶπε ξανά.

«Γέροντα συζοῦνε, φορᾶνε καὶ βέρα!» εἶπε ὁ ὁδηγὸς μὲ μιὰ δόση ἀγανάκτησης.

«Καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι» εἶπε ὁ παπούλης.

Οἱ δύο νέοι τοὺς περίμεναν μὲ χαρά. Εἶχαν μαγειρέψει ψάρι -ὁ π. Εὐμένιος δὲν ἔτρωγε ποτέ κρέας-, ἔφαγαν ὅλοι, κουβέντιασαν… Ὅταν πιὰ ἡ ὥρα εἶχε περάσει, ὁ π. Εὐμένιος εἶπε: «Νυστάζω, θέλω νὰ ξαπλώσω». Κοιτάχτηκαν ὅλοι μεταξύ τους. Γιὰ διαφορετικούς λόγους ὁ καθένας. «Ἔ…» εἶπε ὁ ἕνας σιγανὰ στὸν ὁδηγό, «δέν ἔχουμε ἄλλο κρεβάτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ διπλὸ ποὺ κοιμόμαστε. Ποῦ θὰ κοιμηθεῖ ὁ Γέροντας, ἐκεῖ πού…».

«Θὰ μοῦ στρώσουν ἕνα σεντονάκι καὶ θὰ κοιμηθώ!». Ὁ Γέροντας δὲν ἤθελε νὰ παραιτηθεῖ μὲ τίποτα ἀπὸ τὴν παράξενη τούτη ἐπιθυμία του. Καὶ κοιμήθηκε! Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα σηκώθηκε, ἤπιε καφὲ καὶ ἀποχαιρετίστηκαν.

Τὰ δύο παιδιά ξαναπῆγαν στὸ Λοιμωδῶν, συγκλονισμένα. «Ἀπὸ τότε ποὺ κοιμήθηκες, Γέροντα, στὸ κρεβάτι μας… νά, πῶς νὰ σοῦ τὸ ποῦμε…, εἴπαμε “ὣς ἐδῶ ἡ ἁμαρτία”…» τοῦ εἶπαν ἀποφασισμένα. Κι ὕστερα ἕνα-ἕνα μπῆκαν στὸ ἐξομολογητήρι καὶ ἀπόθεσαν ὅ,τι βάραινε τὴν ψυχή τους στὸ πετραχήλι του. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, πῆγαν προσκύνημα στὴν Παναγία τῆς Τήνου καὶ ἄφησαν στὴν εἰκόνα της τὶς «βέρες» τους. Δὲν τούς συνέδεαν πιά… Ὁ Χριστὸς καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ π. Εὐμενίου εἶχαν σπάσει τοὺς κρίκους, εἶχαν διαλύσει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας.

Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.214-217

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *