
Διήγηση π. Ἀμβροσίου Λάζαρη:
-«Εἰσαγγελέα, τὸ βλέπεις αὐτό; μοῦ λέει, δείχνοντάς μου παράλληλα ἕνα ἰδιόμορφο πέτρωμα, ὅσο ἕνα μανταρίνι σὲ μέγεθος, μέσα σ’ ἕνα μικρὸ γυάλινο βαζάκι, πάνω στὸ κομοδίνο.
Κούνησα καταφατικὰ τὸ κεφάλι μου καὶ ὁ Γέροντας συνέχισε.
Ἄκου, ποῦ λές, εἰσαγγελέα μου… Πρὶν καιρὸ πέρασε, ἀπὸ δῶ ἕνας Ἑλβετὸς γιατρός, φίλος τοῦ Δεσπότη τῆς Λαμίας, τοῦ Δαμασκηνοῦ. Ἤρθανε μαζί. Ἐγὼ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπέφερα, ἀπὸ κάτι πόνους στὴ μέση καὶ ὁ Δεσπότης τὸ ἤξερε. Λέει τοῦ γιατροῦ τὸ πρόβλημα καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ μὲ ἐξέτασε, εἶπε ὅτι πρέπει νὰ χειρουργηθῶ ἄμεσα! Εἶναι πρόβλημα νεφροῦ αὐτὸ καὶ ἡ ἐγχείρηση, θὰ φρόντιζε αὐτός, νὰ γίνει στὴ Βιέννη, στὸ καλλίτερο νοσοκομεῖο…!
Ἔκαμα ὑπακοὴ στὸ Δεσπότη καὶ πῆγα, ποῦ λές, στὴν Ἑλβετία… Μπῆκα στὸ νοσοκομεῖο, γίνανε οἱ ἐξετάσεις καὶ προγραμματίστηκε ἡ ἐγχείρηση … Ὅλοι συμφωνοῦσαν μὲ τὴ διάγνωση καὶ ἔλεγαν ὅτι εἶναι σοβαρὴ ἐγχείριση…! Μοῦ ἔλεγαν νὰ μὴν ἀνησυχῶ καὶ τέτοια…
Ἐγὼ πάλι, μιὰ ἀπορία τὴν εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἀνησυχοῦσα, γιατί εἶχα ζήσει πολλὰ θαύματα… ὅτι θέλει ὁ Θεός…!
Τὴν παραμονὴ τῆς ἐγχείρισης, ἀπόγευμα, κατέβηκα στὸν κῆπο τοῦ νοσοκομείου νὰ προσευχηθῶ καὶ νὰ περπατήσω… Μεγάλο νοσοκομεῖο!…
Ὅπως περιπάταγα, βλέπω ποῦ λές, εἰσαγγελέα μου, κι’ ἕνα ἄλλο παπᾶ, πολύ-πολὺ γνωστό, μέτριο ἀνάστημα, νὰ’ ρχεται πρὸς τὸ μέρος μου, ἀπὸ τὴν ἀντίθετη μεριά, ἀπὸ ἄλλη πόρτα τοῦ νοσοκομείου.
Ἔφθασε κοντὰ μοῦ… χαιρετηθήκαμε…
Τί κάνεις παπᾶ-Ἀμβρόσιε, πόσο χαίρομαι ποῦ σὲ βλέπω !!!
Πολὺ καλὰ πάτερ μου, ἀλλὰ νά, σκέφτομαι τὸν κόσμο μας, τὰ λάθη μας τὶς ἁμαρτίες μας, πονάω κιόλας, ἀλλὰ δόξα τὼ Θεῶ…!
Πιάσαμε πολλὴ κουβέντα, ποῦ λές, ἀλλὰ ντρεπόμουνα νὰ τὸν ρωτήσω τ’ ὄνομά του ποῦ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ θυμηθῶ μὲ τίποτα.
Μοῦ ἦταν ὅμως πολὺ γνωστός… Είπαμε γιὰ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, τὸν Σεραφείμ, γιὰ Δεσποτᾶδες, γιὰ πολλά… Τὸν θαύμασα!
Ἀλλὰ πῶς τὸν ρωτᾶς «πῶς σὲ λένε, πάτερ;», μεγάλη ντροπὴ τὸ ἔνιωθα κάτι τέτοιο. Περπατήσαμε ὥρα. Σουρούπωσε καὶ ἔπρεπε νὰ γυρίσω στὸ θάλαμο, νὰ περάσουν οἱ νοσοκόμες, νὰ ἑτοιμαστῶ γιὰ τὴν ἐγχείριση.
Καθὼς τὸ σκεφτόμουνα μοῦ λέει:
Ἄντε, πᾶμε μέχρι τὸ θάλαμο, Ἀμβρόσιε, καὶ θὰ φύγω καὶ γώ.
Δὲν μποροῦσα νὰ τοῦ φέρω ἀντίρρηση καὶ παρακαλοῦσα τὴ χάρη Τῆς νὰ θυμηθῶ τὸ ὄνομά του… Μπήκαμε κι’ ἔκατσε δίπλα μου στὸ κρεβάτι. Κουβεντιάσαμε ἀκόμα λίγο καὶ κάποια στιγμή, βάζει τὸ χέρι του στὰ πλευρά μου καὶ μοῦ λέει:
Ἐδῶ θὰ ἐγχειρισθεῖς;
Ναί, ἀδελφέ μου, τοῦ λέω…
Ἀμέσως ἔνοιωσα ἕνα πόνο, ὅπως μὲ ἀκούμπησε καὶ ἔντονη ἐπιθυμία νὰ πάω στὴν τουαλέτα. Πῆγα καὶ «Μέγας εἶ Κύριε καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου»!!! Μὲ ἔντονους πόνους, σὰν τοὺς πόνους τῆς γέννας λένε εἶναι τοῦτοι, ἔβγαλα αὐτὴ τὴν πέτρα ποῦ βλέπεις!
Γύρισα ἐξαντλημένος στὸ κρεβάτι καὶ λέω στὸν παπᾶ, ποῦ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ:
Πάτερ μου, μοῦ εἶσαι τόσο γνωστός, μὰ τόσο γνωστός, ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ὄνομά σου…! Συγχώρα με… Αλλά πῶς σὲ λένε καὶ πῶς βρέθηκες ἐδῶ;
Σηκώνεται καὶ τί μοῦ λέει :
Μ’ ἀγαπᾶς τόσο πολὺ κι’ ἐγὼ σ’ ἀγαπῶ καὶ δὲν μὲ θυμᾶσαι, Ἀμβρόσιε; Ἄκου νὰ δεῖς, ἐδῶ βρέθηκα, γιατί πάω ὅπου θέλω…!!! Συκοφαντήθηκα καὶ κατηγορήθηκα ὅσο κανένας ἄλλος… καὶ ἡ ἀμοιβή μου εἶναι νὰ πηγαίνω ὅπου θέλω καὶ ὅποτε θέλω γιὰ νὰ βοηθάω τοὺς ἀνθρώπους…!!!
Εἶμαι ὁ Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ !!! κι’ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ, ἦρθα καὶ σὲ χειρούργησα…!!! Αὐτὸ νὰ τὸ δείξεις αὔριο στοὺς γιατρούς, γιατί αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, εἶναι ἀσταύρωτοι καὶ ἀμύρωτοι… Ὅταν τὸ δοῦν καὶ σὲ ἐξετάσουν πές τους ὅτι σὲ χειρούργησα ἐγώ…!!! Θὰ τὸ καταλάβουν!!!… Σ’ ἀφήνω τώρα καὶ καλὴ ἀντάμωση καλὴ ἐπιστροφή… καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ θάλαμο.
Αὐτὴ ποῦ λὲς εἰσαγγελέα μου εἶναι ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ μανταρινιοῦ ποῦ βλέπεις… Τὸ’ χῷ ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω ποτὲ τὴ συνάντηση αὐτή…!!!
