
8/5/2000
Ὀνομάζομαι Λυκούργος Μητσάκος, εἶμαι ἐτῶν 25. Στίς 27/12/99 ἡμέρα Δευτέρα εἶχα ἕνα ἀτύχημα μέ τό αὐτοκίνητό μου. Τό αὐτοκίνητο ἔπαθε μεγάλη ζημιά. Νόμιζαν ὅτι δέν θά μέ βγάλουν ζωντανό ἀπό μέσα, μά ἐγώ δέν ἔπαθα τίποτα.
Στίς 3/1/2000, μιά έβδομάδα μετά τό ἀτύχημα, ἐπάνω στο φέρυ-μπώτ («Ἰωάννης-Ἀποστόλης»), ὅπου ἦταν καί ἡ δουλειά μου, ώρα 10.30 μ.μ. στο Πέραμα στά Παλούκια, μπαίνει μέσα μιά μοναχή καί μᾶς λέει: «Καλησπέρα σας, Χρόνια Πολλά καί Καλή χρονιά». Στή συνέχεια με πλησιάζει καί μοῦ ζητάει ἕνα ποτήρι νερό. Τῆς ἔδωσα καί τό ἀκούμπησε μόνο στα χείλη.
Ὕστερα μέ ρωτάει: «Τί ἔχεις;» «Τίποτε», ἀπαντῶ. «Γιατί μοῦ λές ψέμματα, ἀφοῦ πρίν μιά ἑβδομάδα κινδύνευσε ἡ ζωή σου. Θέλω κάτι νὰ σοῦ δώσω» μοῦ εἶπε. Βγάζει ἕνα κεράκι, νὰ μοῦ δώση, καί μοῦ ζήτησε ἕνα χαρτί, νά τό διπλώση. Ὅση ὥρα τό δίπλωνε, ἔλεγε δυνατά προσευχές μά δέν καταλάβαινα τά λόγια της.
Ὅταν μοῦ τό ἔβαλε στο χέρι, δέν εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι μέ ἄγγιξε, ἀλλά σάν κάτι νά διαπέρασε μέσα μου καί μοῦ πῆρε ὅλη τήν στενοχώρια, πού εἶχα. Τό βλέμμα της ἔνιωθα να περνάει μέσα μου, σάν νά μοῦ ἔκανε ἀκτινογραφία. Τό πρόσωπό της ἦταν φωτεινό, τό μαντήλι της ριχτό, ὄχι δεμένο καί ἀπό μέσα λευκό.
Στό στῆθος της κρεμόταν κάποιο χρυσό σάν ἐγκόλπιο. Μοσχοβολοῦσε. Ὅλη ἡ μορφή της ἦταν τό κάτι ἄλλο, κάτι πού ποτέ δέν πρόκειται νά ξεχάσω. Μέ εἶχε κυριολεκτικά καθηλώσει ἡ ματιά της.
Ἄλλοι δέν τήν εἶδαν καθόλου, ἄλλοι τήν εἶδαν χωρίς νά μποροῦν νά προσδιορίσουν τά χαρακτηριστικά της. Πλησίασε καί τόν καπετάνιο καί τοῦ μίλησε.
Ὁ πατέρας μου Κυριάκος εἶναι μηχανικός. Ἔβλεπε τήν μοναχή νά μιλάει μαζί μου, πήγαινε νά σηκωθεῖ νά ἔρθει νά δῆ τί μοῦ λέει, μά δέν τά κατάφερνε. Τρεῖς φορές δοκίμασε να σηκωθεῖ μά κάτι τόν ἐμπόδιζε. Ὅταν τελείωσε μαζί μου τήν συζήτησή της, τότε μπόρεσε καί σηκώθηκε καί ὁ πατέρας μου, καί ξαφνικά τήν βλέπει πίσω του. Θαμπώθηκε, εἶπε, ἀπό τό φωτεινό πρόσωπό της καί ὅπου περνοῦσε εὐωδίαζε.
Ἐκτός ἀπό τόν πατέρα μου, τήν εἶδε καί ὁ Κώστας Κελεσίδης, ναύτης καί ὁ Ἀνδρέας Συνετός, ναύτης. Ὁ Κώστας τὴν εἶδε ἀστραπιαῖα νά ἀνεβαίνει τά 30 σκαλιά, τά ὁποῖα χρειάζονται κάποιο χρόνο νά τά ἀνέβης. Καί οἱ δύο, καί ὁ Κώστας καί ὁ Ἀνδρέας, τήν εἶδαν νά κατεβαίνει ἀπό δεξιά, γιατί ἔδεναν ἀπό δεξιά τό σκάφος καί μετά ἐξηφανίσθη ἀπό μπροστά τους, οὔτε ἔξω ὑπῆρχε οὔτε μέσα.
Ὁ πατέρας μου τήν ἴδια ὥρα τήν εἶδε νά κατεβαίνει ἀπό ἀριστερά, γιατί τῆς ἄνοιξε τήν ἀριστερή πόρτα.
Το παιδί, πού ἔδενε τά σχοινιά, τήν ἔβλεπε νά κατεβαίνη μά δέν ἄκουγε πατήματα πάνω στά σιδερένια σκαλιά, σά νά μήν τά ἄγγιζε καθόλου. Τελικά, ἐνῶ τήν περίμενε να περάση, γιά νά βγῆ ἔξω, χάθηκε, οὔτε ἔξω βγῆκε οὔτε μέσα ὑπῆρχε πλέον.
Τότε καταλάβαμε ὅτι κάτι ἄλλο ἦταν κι εὐτυχῶς πού τήν εἶδαν κι ἄλλοι γιατί διαφορετικά δέν θά με πίστευαν.
Ἐπῆγα στό μοναστήρι στήν Σαλαμίνα μά δέν ἔμοιαζε με καμμιά εἰκόνα. Ἐκεῖ μοῦ εἶπαν οἱ μοναχές νά ἔλθω στήν Μάνδρα στήν Παναγία τήν Γοργοεπήκοο, πού κάνει πολλά θαύματα. Ὅταν ἦλθα γιά πρώτη φορά καί ἀντίκρυσα τήν θαυματουργό εἰκόνα της, δέν μποροῦσα νά συγκρατήσω τά δάκρυά μου. Ἦταν ἡ ἴδια μορφή ἀκριβῶς, ὅπως τὴν εἶχα δεῖ στό πλοῖο. Ἐπί 10’ ἔκλαιγα μέ λυγμούς, δέν μποροῦσα να σταματήσω. Ἔμεινα ἀκίνητος ἐκεί γιά πολλή ὥρα. Εἶναι ἡ ἴδια ὅπως τήν εἶδα, ποτέ δέν θά τήν ξεχάσω.
Λ. Μ., Σαλαμίνα
Πηγή: «Ἡ Κυρία Γοργοεπήκοος ἀπὸ τὴν αἱματωμένη Σμύρνη στὰ βουνὰ τῆς Μάνδρας», ἐκδ. Ι.Μ. Παναγίας Γοργοεπηκόου ἐν Μάνδρᾳ Ἀττικῆς 2007, σελ.82-84
