
Τὸν Αὔγουστο τοῦ 2010 ἦλθε νὰ προσκυνήσει τὴν Παναγία τὴν Βαρνάκοβα μία εὐσεβὴς ψυχή, ἡ ὁποία διηγήθηκε γιὰ τὸν πατέρα της τὰ ἑξῆς:
«Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ, καθαρὸς ὅμως κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ πιστός. Πρὶν χρόνια νοσηλευόταν στὸ νοσοκομεῖο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, στὴν Ἀθήνα, διότι ἔπασχε ἀπὸ πνευμονικὸ νόσημα καὶ εἶχε βασανιστικὴ δύσπνοια.
Στὸν θάλαμο ποὺ τὸν εἶχαν βάλει εἶχε καὶ ἄλλα τρία κρεβάτια. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ κρεβάτι του στὸν τοῖχο ἦταν κρεμασμένη μιὰ εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.
Σὲ μιὰ ἀγωνιώδη κρίση δύσπνοιας ποὺ εἶχε, ἐπικαλέστηκε μὲ πολὺ πόνο, ἀλλὰ καὶ πίστη, τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου, ἔχοντας καρφωμένο τὸ βλέμμα του στὴν εἰκόνα Του.
Τὸ τί ἐπακολούθησε, μοῦ τὸ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὡς ἑξῆς:
Δὲν κοιμόμουν, κόρη μου! Πῶς νὰ κοιμηθῶ μὲ τόση ἀγωνία; Ὁπότε ἐκείνη τὴν στιγμὴ βλέπω τὸν Χριστὸ νὰ ζωντανεύει, νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὴν εἰκόνα Του καὶ νὰ πλησιάζει ἕναν ἕναν τους συνασθενείς μου στὰ κρεβάτια τους.
Σὲ κάθε ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαζε τὸ θεϊκὸ Τοῦ χέρι στὸ στῆθος τους! Πλησίασε κι ἐμένα καὶ ἔβαλε τὸ χέρι Του καὶ στὸ δικό μου στῆθος! Σάστισα μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ θέαμα ποὺ ἀξιώθηκα νὰ δῶ ἐγὼ ὁ ἀνάξιος!
Μὲ τὸ ἀκούμπημα τοῦ Χριστοῦ μιὰ μεγάλη χαρὰ μὲ γέμισε. Ὅλη ἡ στενοχώρια καὶ ἡ δύσπνοια ἐξαφανίστηκαν καὶ ἔνιωσα πὼς ξαναγεννιόμουν!
Οἱ γιατροὶ ἔκπληκτοι μπροστὰ στὴν ἀνεξήγητη -γι’ αὐτούς- θεραπεία μου, τὶς ἑπόμενες ἡμέρες μοῦ ἔδωσαν ἐξιτήριο. Καὶ στοὺς συνασθενεὶς μοῦ συνέβη τὸ ἴδιο.
Ἡ χαρά μου ἦταν καὶ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ὄχι μόνον γιατί θεραπεύτηκα, ἀλλὰ γιατί ἀξιώθηκα νὰ δῶ τὸν Χριστό, τὸν φιλάνθρωπο Θεό μας»!
Νὰ τί χρειάζονται οἱ ἅγιες εἰκόνες στοὺς ἰδιωτικοὺς καὶ δημόσιους χώρους, εἰδικότερα στὰ νοσοκομεῖα.
Ἐμπνέουν προσευχή, διαχέουν την χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία θεραπεύει, προστατεύει, ἀποδιώχνει τὸ κακό. Οἱ ἅγιες εἰκόνες εἶναι παράθυρα πρὸς τὸν οὐρανό.
Οἱ παλαιοί, ἀλλὰ καὶ νεότεροι εἰκονομάχοι πλανῶνται καὶ τελικὰ καταντοῦν θεομάχοι. Ὁ Θεὸς ἂς τοὺς ἐλεήσει.
Βιβλίο: «Παρηγοριὰ τῆς θεϊκῆς ἀγάπης», ἔκδ. Ιεράς Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας, Δωρίδα 2012
