
Τὸ κελλί τοῦ παπα-Τύχωνα, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ περιοχή γύρω, εἶχε λογῆς λογῆς ζωντανά πλάσματα, ποὺ τὰ ἀγαποῦσε ὅλα ὁ Ἅγιος μὲ μιὰν ἀγάπη ἀπέραντη καὶ τὰ πρόσεχε μὲ μιὰ φροντίδα περισσή. Ὅταν τὸν ρώτησε κάποιος ἂν μένει μόνος, ἀπάντησε: «Όχι, παιδί μου! Μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγιά. Συντροφιά μου εἶναι τὰ πουλάκια, κάθε μέρα μαζί ψάλλουμε. Τί χαρά κάθε πρωὶ νὰ κελαηδούν!»
Τὸ ἐλάχιστο φαγητό του το μοιραζόταν πάντα μὲ τὶς μυγούλες ποὺ ἦταν μόνιμοι κάτοικοι τοῦ κελλιοῦ του μαζὶ μὲ ἕνα σωρό ἄλλα ζουζούνια, κουνούπια, ψύλλους καὶ ποντίκια. Μὲ τοὺς ψύλλους μοιραζόταν τό… λιγοστὸ αἷμα του, χωρίς νὰ ἐνοχλεῖται ἢ νὰ διαμαρτύρεται. Ὅσο γιὰ τὰ ποντίκια, εἶχαν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Ἅγιο ἕνα παλιό πάπλωμα ποὺ ἦταν ἁπλωμένο πάνω στὰ σανίδια, τὰ ὁποῖα χρησίμευαν γιὰ κρεβάτι. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, μοιραζόταν τὸ βαμβάκι μὲ τὸ ὁποῖο ἦταν γεμισμένο τὸ πάπλωμα. Κάθε φορά ποὺ μιὰ ποντικίνα ἑτοιμαζόταν νὰ γεννήσει, ἐρχόταν ὁ «πάτερ φαμίλιας» τῆς ποντικοοικογένειας κι ἔπαιρνε λίγο βαμβάκι ἀπὸ τὸ πάπλωμα τοῦ παπα-Τύχωνα προκειμένου νὰ φτιάξει ζεστή φωλίτσα γιὰ τὰ μικρά του.
Χαιρόταν πολὺ ὁ ἅγιος ἄνθρωπος σὰν ἔβλεπε τοὺς ποντικούς νὰ πηγαινοέρχονται χαρούμενοι πάνω στὸ πάπλωμα.
Μπροστὰ σὲ μιὰ τέτοια σκηνὴ ἔτυχε νὰ βρεθεῖ ἕνας προσκυνητής ποὺ ἦρθε νὰ πάρει τὴν εὐλογία του καὶ ν’ ἀκούσει πολύτιμες συμβουλές ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο στόμα του.
«Γέροντα» εἶπε σκεπτικός, «ἔχεις γεμίσει ποντίκια. Θέλεις νὰ σοῦ φέρω μιὰ γάτα;»
«Μπά…» ἀποκρίθηκε ἀτάραχα ὁ παπα-Τύχων. «Έχω γάτα!»
«Έχεις;» ρώτησε μέ φανερή ἀπορία ὁ ἐπισκέπτης, κοιτάζοντας τριγύρω τα ποντίκια ποὺ ἔκαναν ἀνενόχλητα σουλάτσο στο κελλί.
«Πῶς! Ἔχω!» συνέχισε ὁ Γέροντας. «Εἶναι μεγαλούτσικη, μιάμιση φορά μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς συνηθισμένες. Ἔρχεται έδῶ, τὴν ταΐζω, τὴ χαϊδεύω κι ὕστερα πάει στην καλύβα της καὶ ἀναπαύεται».
Πράγματι, ὁ Ἅγιος εἶχε γιὰ συντροφιά ἕνα χαριτωμένο ζωάκι ποὺ ἐρχόταν γιὰ νὰ γευτεῖ τὴν ἀγάπη του. Μόνο ποὺ ἦταν ἀρκετά μεγάλο γιὰ νὰ τὸ ταξινομήσει κάποιος στὴν οἰκογένεια τῆς γάτας. Δὲν ἦταν μόνο τὸ μέγεθος ποὺ δὲν ταίριαζε. Ἦταν καὶ τὸ κοκκινωπό χρώμα του, μὰ πιὸ πολὺ ἦταν ή… ούρά του. Ποὺ ἦταν μακριά καὶ φουντωτή. Ὁ τακτικός ἐπισκέπτης τοῦ παπα-Τύχωνα ἦταν μια γλυκιά καὶ χαριτωμένη… άλεπουδίτσα.
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.443-445
