Ὁ Ἅγιος Εὐμένιος Σαριδάκης καὶ ἡ παγίδα ποὺ ἔστησε ὁ διάβολος στὸν Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο

Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος: 

Πολλές φορές, ὅταν πηγαίναμε στὸ κελλί του, μᾶς ἔβαζε νὰ διαβάζουμε καὶ τὸν βίο τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας. Θὰ πῶ ἕνα περιστατικὸ ἀπ’ ὅταν πρωτάρχισε νὰ μοῦ μιλᾶ, μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἀπόλυτης σιωπῆς.

Μοῦ λέει: «Νὰ μοῦ διαβάσεις τὸν βίο ἀπὸ τὸ νέο Μαρτυρολόγιο». Ἦταν ὁ βίος τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Πολυδώρου τοῦ Κυπρίου. Καὶ ἐνῶ διάβαζα, αὐτὸς ἄκουγε μὲ προσοχή. Ἐκεῖ ποὺ διάβαζα τὸν βίο τοῦ ἁγίου, μοῦ λέει: «Ξέρεις, αὐτὸς ὁ Ἅγιος γιορτάζει αὔριο τὸ πρωΐ». Ἐγὼ συγκινήθηκα. Δὲν ἤξερα ὅτι ὑπάρχουν Κύπριοι νεομάρτυρες. Πρώτη φορά τὸ ἄκουγα. Λέω: «Θὰ λειτουργήσεις αὔριο, Γέροντα;» «Ναί», μοῦ λέει. Τοῦ λέω: «Θέλεις νὰ ἔρθω νὰ σοῦ ψέλνω»; Μοῦ λέει: «Πολλὴ χαρὰ θὰ ἔχω, γιατὶ νομίζω δὲν θὰ ἔχω ψάλτη». «Ἐντάξει, θὰ ἔρθω», τοῦ λέω. «Εἶναι μακρυὰ νὰ ἔρθεις ἀπὸ τὴν ἑστία», μοῦ λέει. «Θὰ πάρω ἕνα ταξὶ νὰ ἔρθω γρήγορα», τοῦ λέω.

«Θὰ ξυπνήσεις;», μοῦ εἶπε μὲ ἕνα ὕφος πειραχτικό. «Θὰ βάλω τὸ ρολόϊ καὶ θὰ ξυπνήσω», ἐπέμενα. «Δὲν γίνεται νὰ σὲ ἀφήσω ἔτσι». Μοῦ λέει: «Κοίτα, μὴν ἔχεις ἔγνοια. Ἔρχεται ἕνας τυφλός, ὁ Μιχάλης, καὶ λέει τὰ Κύριε ἐλέησον, τὸ Τρισάγιο, τὸ Χερουβικό, τὸ Κοινωνικό, τὰ ξέρει ἀπ’ ἔξω». «Ὄχι», τοῦ λέω ἐγὼ μετὰ βεβαιότητος καὶ πολλοῦ ἐγωϊσμοῦ, «θὰ ἔρθω ὁπωσδήποτε».

Ὅσο ἔλεγα «ὁπωσδήποτε», αὐτὸς πιὸ πολὺ γελοῦσε. Ὁπότε τὸ βράδυ βάζω τὸ ρολόϊ στὴν τάδε ὥρα γιὰ νὰ ξυπνήσω. Τὸ πρωὶ ἐνῶ ἄκουσα τὸ ρολόϊ ποὺ χτύπησε, ἔκανα νὰ τὸ πάρω, τὸ χτύπησα καὶ σιώπησε. Καὶ ἀκούω μιὰ φωνὴ πάνω ἀπὸ τὸ κεφαλάρι τοῦ κρεββατιοῦ: «Τί κοινὸ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κρεββατιοῦ ποὺ κοιμᾶσαι καὶ τοῦ πατρὸς Εὐμενίου»; «Δὲν ἔχουν κοινό», ἀπάντησα ἐγώ. «Ὄχι, ἔχουν ἕνα κοινό. Σκέψου, ἔχουν κοινὸ τὸ κρεββάτι καὶ ὁ Εὐμένιος. Καὶ οἱ δύο σὲ ἀναπαύουν». Καὶ ἀμέσως ἔκαμα τὸν δικό μου συλλογισμό. Ναί, καὶ οἱ δύο μὲ ἀναπαύουν». Καὶ μοῦ συμπληρώνει ἡ φωνή: «Εἴτε πᾶς στὸν Εὐμένιο, εἴτε μείνεις στὸ κρεββάτι σου, τὸ ἴδιο εἶναι. Πέσε κοιμήσου». Καὶ ἔπεσα καὶ κοιμήθηκα καὶ ξύπνησα κατὰ τὶς 11:00 π.μ.! Καὶ ἀντελήφθηκα ἀμέσως τὴν παγίδα ποὺ μοῦ ἔστησε ὁ πειρασμός. Ἐπειδὴ κατάλαβα ὅτι αὐτὸ ἦταν πραγματικὰ παγίδα, λέω, κάτι θὰ εἶχε ἀντιληφθεῖ ὁ παππούλης, ὅτι κάποιον πειρασμὸ θὰ ὑφιστάμην γιὰ τὴ βεβαιότητα, τὴν ἐγωϊστικὴ βεβαιότητα ποὺ ἔβγαζα, λέγοντας «ὁπωσδήποτε θὰ ἔρθω».

Πῆρα ταξὶ καί, ἔστω καὶ καθυστερημένος, πῆγα στὸν Γέροντα. Τὸν βρῆκα νὰ καθαρίζει γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τὶς πευκοβελόνες. «Α!», μοῦ λέει, «ἀφοῦ δὲν ἤρθες στὴ Λειτουργία, ἔλα νὰ μοῦ καθαρίσεις τὶς πευκοβελόνες». Πῆγα νὰ τοῦ πῶ: «Ξέρετε, συγγνώμη ποὺ δὲν ἦρθα στὴ Λειτουργία». «Ξέρω, ξέρω, δὲν πειράζει, δὲν πειράζει. Νὰ ἀποκτήσεις καὶ ἐσὺ μιὰ ἐμπειρία, τί σημαίνει διάβολος», μοῦ εἶπε.

Πηγή: «Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου Ὁμιλίες – Λόγοι ἐμπειρικῆς θεολογίας Ἁγίων Πατέρων καὶ Μητέρων», Ἱερὰ Μητρόπολις Μόρφου, τόμος Α’, Ἐκδόσεις Θεομόρφου, σέλ.354-356

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *