
(Ἐκφωνήθηκε στόν Ραδιοφ. Σταθμό Ὀρεστιάδος τό ἔτος 1982)
Ὁ φιλόσοφος Σωκράτης εἶπε σ’ ἕναν περίφημο γλύπτη ὁ ὁποῖος εἶχε ἀχαλίνωτη ζωή καί ἀδιαφοροῦσε γιά τόν ψυχικό του ἐξευγενισμό: «Ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι, φίλε μου, γιά τήν παράδοξη νοοτροπία σου. Ἄν καί φροντίζεις να δώσεις τήν τελειότερη μορφή στό ἀκατέργαστο μάρμαρο, ἐσύ τόσο πολύ παραμελεῖς τήν ψυχική σου διάπλαση! Ἔτσι κινδυνεύει ἡ ψυχή σου νά χάσει τό κάθε κάλλος καί νά καταντήσει νά εἶναι ὄγκος ἀκατέργαστος καί δύσμορφος».
Ἡ τόσο πετυχημένη παρατήρηση τοῦ φιλόσοφου Σωκράτη στόν ἀφιλοσόφητο γλύπτη, θά ἔπρεπε νά τοῦ κάνει βαθιά ἐντύπωση. Ἀσυγκρίτως, ὅμως, βαθύτερη ἐντύπωση πρέπει νά κάνει σ’ ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου: «Τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».
Ὁ Κύριος μ’ αὐτή τήν ἐρώτηση προσδιορίζει τήν ἄπειρη ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.
A’
Ἀδύνατο θά ἦταν στόν ἄνθρωπο νά κατανοήσει καί νά ἐκτιμήσει τελείως τήν ἀξία τοῦ θησαυροῦ, πού λέγεται ψυχή ἤ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι πέραν τῆς δυνατότητας τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης ἡ κατανόηση τῆς ἀξίας τῆς ἀθάνατης ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅμως προσφέρει στόν ἄνθρωπο πλούσια γνώση σχετικά μέ τήν ψυχή του. Πολλά εἶναι τά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπου τό Ἅγιο Πνεῦμα μιλάει γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς λέει ὅτι ὁ Θεός προκειμένου νά δημιουργήσει τήν ψυχή τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ἐνεφύσησε στό πρόσωπό του πνοή ζωῆς καί πῆρε ὁ ἄνθρωπος «ψυχή ζῶσα». Ἔβαλε μέσα στό ἀνθρώπινο σῶμα πνεῦμα ζωῆς, ψυχή ἀθάνατη καί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος ζῶσα ὑλικοπνευματική ὕπαρξη.
Ἐπίσης «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν». Δημιούργησε τόν ἄνθρωπο καί τόν ἔκανε εἰκόνα δική Του. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἄϋλη, εἶναι πνεῦμα μέσα σέ ὑλικό σῶμα. Ἡ ψυχή εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἔχει γνωρίσματα χαρακτηριστικά τοῦ Δημιουργοῦ Πατέρα.
Εἶναι ἄφθαρτη καί ἀθάνατη, ἔχει ἐλεύθερη βούληση, ἔχει δύναμη κυριαρχίας πάνω στήν ἄλογη καί ἄψυχη φύση, ἔχει τό φῶς τοῦ λογικοῦ καί τῆς γνώσεως, ὥστε μέσα της να λειτουργεῖ ὁλόκληρος κόσμος ἰδεῶν. Ἔχει τή δύναμη να φτάσει μέχρι τῆς ἰδέας τοῦ ἄπειρου Θεοῦ, νά Τον γνωρίζει, να πιστεύει σ’ Αὐτόν, νὰ Τὸν ἀγαπᾶ μὲ τὴν ἐλεύθερη θέληση καί νά Τοῦ προσφέρει ὁλοκληρωτική λατρεία καί ἀφοσίωση.
Ἡ ψυχή, μέ τό φωτισμό καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ καλλιεργεῖ τίς ἀρετές καί νά ὁμοιάζει περισσότερο μέ τό Δημιουργό της. Ὁ ἄνθρωπος με την ψυχή του, μέ τό πνεῦμα του, μπαίνει καί ἀνήκει στον πνευματικό κόσμο. Ἑνώνει στόν ἑαυτό του τον πνευματικό καί ὑλικό κόσμο, γίνεται ὁ συνδετικός κρίκος μεταξύ τοῦ πνευματικοῦ καί ὑλικοῦ κόσμου καί εἶναι ὁ βασιλιάς τῶν δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ.
Β’
Ὁ Κύριος δίδαξε πολλές φορές γιά τήν ψυχή καί φανέρωσε τή μοναδική καί ἀφάνταστη ἀξία της, ὄχι μόνο γιά τό σῶμα, ἀλλά καί γιά τόν κόσμο ὁλόκληρο. Τίποτε ἀπ’ ὅσα ὑπάρχουν στο ὑλικό σύμπαν δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ ὡς πρός τήν ἀξία με μία καί μόνη ψυχή. Ὅλος ὁ χρυσός τῶν πέντε ἠπείρων, ὅλα τά δολάρια τῆς Ἀμερικῆς, ὅλα τά διαμάντια καί ρουμπίνια τῶν Ἰνδιῶν, ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς, ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου καί ὅλο τὸ ὑλικό σύμπαν δέν ἰσοφαρίζουν μέ τήν ἀξία μιᾶς ἀνθρώπινης ψυχῆς.
Ὅλα ὠχριούν μπροστά στὴν ἄπειρη ἁξία της ἀθάνατης ψυχῆς. Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λιώνει στον τάφο. Τὰ ὑλικά ἀγαθὰ καὶ τὰ ὑλικά στοιχεία φθείρονται. Καί αὐτά ἀκόμη τὰ οὐράνια σώματα, χάνουν ἀδιάκοπα μεγάλες ποσότητες ἀπ’ τὴ μάζα τους καί θὰ ἔρθει ἡ ὥρα πού θα διαλυθούν.
Οἱ ψυχές μόνο μένουν ἴδιες, αὐτές μόνο ζοῦν. Τῶν δικαίων οἱ ψυχές ζοῦν «ἐν χειρί Θεοῦ», στη χαρά καί στή δόξα Του. Τῶν ἀμετανόητων ἁμαρτωλών οἱ ψυχές ζοῦν «εἰς κόλασιν αἰώνιον».
Πόσοι ἄνθρωποι ἔζησαν στή γῆ; Ἀναρίθμητοι. Ποῦ βρίσκονται τα σώματά τους; Ζυμώθηκαν με τὴν ὕλη. Ποῦ εἶναι τὰ σπίτια πού ἔκτισαν; Τὰ ἐξαφάνισε ὁ χρόνος. Ποῦ ὑπάρχουν τα βιβλία πού ἔγραψαν; Τά περισσότερα καταστράφηκαν. Καί μεγάλα κατορθώματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δοξάστηκαν σ’ αὐτόν τόν κόσμο, τώρα ξεχάστηκαν. Καί ἔργα μεγάλα καί πολιτισμοί τῆς γῆς καταστράφηκαν, ἔσβησαν. Τίποτε το υλικό δέν ἀφήνει ἀνέπαφο ὁ χρόνος. Μόνο οἱ ψυχές μένουν ἄφθαρτες, αἰώνιες, ἀθάνατες. Κανένα ἴχνος δὲν ἀφήνει ὁ χρόνος πάνω τους, κανένα ἴχνος γήρατος καί φθορᾶς.
Γ’
Ἡ μοναδική ἐντὸς τοῦ κόσμου ἀξία τῆς ψυχῆς καταδεικνύεται καί ἀπό ἕνα ἄλλο συγκλονιστικό γεγονός. Ἀπό τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου και τή Σταυρική θυσία Του χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων. Γιά τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό πού ἔχει ὁ καθένας, τήν ψυχή του, ἔγινε ἡ μεγαλύτερη θυσία πού γνώρισε ποτέ ὁ κόσμος. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος δέν ἦρθε στή γῆ καί δέν ἀνέβηκε στο Σταυρό γιά νά μποροῦμε νά ταξιδεύουμε στό διάστημα ἤ γιά νά μᾶς χαρίσει ἄφθονα ὑλικά ἀγαθά. Γι’ αὐτά δέ χρειαζόταν να σφαγιασθεῖ ὁ Χριστός. Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦρθε «ψυχάς ἀνθρώπων σῶσαι», βεβαίωσε ὁ Ἴδιος. Ἦρθε ὡς ἄνθρωπος καί θυσιάστηκε πάνω στό Σταυρό καί τάφηκε καί ἀναστήθηκε, γιά νά σώσει τίς ψυχές μας ἀπό τά καρκινώματα τῆς ἁμαρτίας καί τά δεσμά τοῦ Σατανᾶ. Γιά νά ἐλευθερώσει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία εἶναι εἰκόνα δική Του, ἀπό τήν πνευματική δουλεία, τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί νὰ τῆς χαρίσει τή δύναμη νά ἀγωνισθεῖ καί νά ἐπιτύχει τό μεγάλο της προορισμό, τόν ἐξαγιασμό της καί τήν ὁμοίωσή της μέ τό Θεό.
«Ἐλυτρώθητε οὐ φθαρτοῖς, ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ἀλλά τιμίῳ αἵματι Χριστοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος. Λυτρωθήκατε ἀπό τήν ἁμαρτία, ὄχι μέ φθαρτά λύτρα, δηλαδή μέ χρυσά καί ἀργυρά νομίσματα, ἀλλά μέ τό πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ.
Δέν ὑπάρχει ἰσχυρότερη ἀπόδειξη τῆς ἀξίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ἀπό τό Σταυρό καί τόν Ἐσταυρωμένο Κύριο καί τό αἷμα Του, τό ὁποῖο χύθηκε γιά νά βρεῖ ἡ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή τήν Αἰώνια Λύτρωση.
Ἂς κατανοήσουμε τήν ἀξία τῆς ψυχῆς μας καί ἄς φυλάξουμε αὐτόν τόν αἰώνιο θησαυρό ἀπό κάθε κίνδυνο, τόν ὁποῖο δημιουργεῖ συνέχεια ή ἁμαρτία στή ζωή μας καί θέλει νά μᾶς χωρίσει ἀπ᾿ το Θεό. Καί ἄν ἀκόμη κερδίσουμε ὅλον τον κόσμο, τούς θησαυρούς καί τή δόξα του καί χάσουμε τήν ψυχή μας, δηλαδή νά χωριστοῦμε αἰωνίως ἀπ’ τό Θεό, θά εἴμαστε ἀπείρως δυστυχεῖς αἰωνίως.
Ἄς τήν τρέφουμε μέ τό Θεῖο Λόγο, ἄς τήν ἐξαγιάζουμε μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἄς ἀγωνιζόμαστε νά τήν στολίζουμε μέ τίς ἀρετές καί μέ ἔργα πού δείχνουν τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον καί πρός τόν Θεό. Γένοιτο.
Πηγή: «Πνευματικὰ κηρύγματα τοῦ Λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου Ἄρχιμ. Παύλου Καββαδία», Ἱερὰ Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου, Χριστιανικὴ Ἕνωσις Ὀρεστιάδος «Θεία Οἰκοδομή», Νέα Ὀρεστιὰς 2026, σέλ.21-26
