Τί ζήτησε ὁ Ἅγιος Φανούριος ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βησσαρίωνα

Στὴ Μαλεσίνα καὶ Λοκρίδα ὁ π. Βησσαρίων ταξίδευε καὶ περιόδευε μόνος ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ διαβίωνε ἀκόμη στὴ Θεσσαλία, κυρίως γιὰ συλλογὴ ἐλαίου κι ἄλλων βέβαια εἰδῶν, ἐνῶ δὲν ξεχνοῦσε φυσικὰ καὶ τὶς ἐξομολογήσεις καὶ νουθεσίες του.

Ἐκεῖ γιὰ τὸν ἴδιο σκοπὸ ταξίδευε ἀπὸ ἀπέναντι, ἀπὸ τὴν Εὔβοια, κι ἕνας ἄλλος γνωστὸς Πατέρας, ὁ ἱερομόναχος κι ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ Ἰάκωβος Τσαλίκης.

Πάντα ὅμως μὲ διακατεῖχε ἡ ἀπορία πῶς καὶ δὲν ἐπεδίωξε νὰ βρεῖ κάποιον βοηθό στὶς περιοδεῖες του;

Τώρα κατάλαβα ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν ἄλλων ὅτι ἔκανε πολλὲς ἀπόπειρες, ἀκόμα καὶ νὰ υἱοθετήσει κάποιον, ἀλλὰ ὡς φαίνεται ἡ Θεία Πρόνοια γιὰ δικούς της λόγους δὲν τὸ ἐπέτρεψε, ἴσως ν’ ἀπέβαινε ἐπιζήμιο.

 

Ὁ Ἅγιος Φανούριος

Θυμᾶμαι ὅτι ὅσες φορὲς πέρασε ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας 1980 στὸ δικό μας πιὰ σπίτι, πάντα μετὰ περνοῦσε κι ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Φανουρίου στὴν ὁδὸ Παπαποστόλου, ποὺ βρίσκεται σχετικὰ κοντά, νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ τοῦ ἀνάψει τὰ καντήλια· τὸν εὐλαβεῖτο ἐξαιρετικά.

Στὶς ἀρχὲς τῆς ἴδιας δεκαετίας τοῦ παρουσιάζεται μία μέρα, καθὼς περιόδευε, ὁ Ἅγιος Φανούριος καὶ τὸν ἐνημερώνει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ φροντίσει νὰ κτιστεῖ Ναός του καὶ σὲ κάποια ἄλλη περιοχή τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος.

Αμέσως ἄρχισε νὰ συγκεντρώνει διάφορα μικρὰ ποσὰ ἀπὸ δωρεὲς ἄλλων, ποὺ ὅμως ἀπεῖχαν γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό.

Βρέθηκε τότε κάποιος εὐσεβὴς χριστιανὸς ποὺ τοῦ ἔδωσε ἕνα σημαντικό ποσὸ κι ἀφοῦ συνεπλήρωνε 1.080.000 δρχ. περίπου, πῆγε στὴ Μαλεσίνα καὶ βρῆκε τὸν ἱερέα Ἀγγελῆ Ανέστη, ἐφημέριο τοῦ Ναοῦ Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, ποὺ γνώριζε καλὰ καὶ τὸν θεωροῦσε εὐλαβῆ κι ἔμπιστο. Τοῦ δίνει τὸ ποσὸ αὐτὸ μὲ τὴν παραγγελία νὰ ψάξει γιὰ τόπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ ἔργο αὐτό. Ὁ παπα-Αγγελῆς ἔψαξε, ἀλλὰ δὲν κατάφερε τίποτα, γι’ αὐτὸ καὶ σκέφτηκε μὲ τοὺς ἐπιτρόπους σὰν τελευταία λύση ἀπὸ τὴν πίεση τοῦ χρόνου νὰ τὸν ἀνεγείρει σὲ μιὰ μικρὴ δασικὴ ἔκταση, παρὰ τοὺς δισταγμούς τους.

Μόλις ξεκίνησαν, τὸ μαθαίνει ὁ δασάρχης τῆς περιοχῆς, πηγαίνει ἐκεῖ καὶ τοὺς ἀπειλεῖ αὐστηρὰ ὅτι, ἂν συνεχίσουν, θὰ τοὺς κλείσει σύμφωνα μὲ τὸν νόμο μέσα.

– Γιατί τὸ κάνετε αὐτό, δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς νόμους, ἔπρεπε πρῶτα νὰ ζητήσετε ἄδεια.

– Κάποιος ἱερομόναχος ἀπὸ τὴ Μονὴ Ἀγάθωνος μᾶς ἔδωσε χρήματα γιὰ μιὰ ἐκκλησία καὶ πρέπει νὰ κάνουμε κάτι, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ παπα-Αγγελῆς.

– Καὶ ποιός εἶναι αὐτός;

– Κάποιος Βησσαρίων.

– Μὰ τί λές; Ὁ Βησσαρίων εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ σπούδασε καὶ τὸ ὅτι εἶμαι δασάρχης τώρα σ’ αὐτὸν τ’ ὀφείλω, εἶναι ὁ εὐεργέτης μου. Νὰ συνεχίσετε, μὴν ἀνησυχεῖτε γιὰ τίποτα καὶ θὰ σᾶς βγάλω καὶ τὴ νόμιμη ἄδεια!

Ἔτσι τὸ ἔργο συνεχίστηκε, ὁ Γέροντας τοῦ ἔστειλε καὶ μιὰ ὡραία χυτὴ καμπάνα κι ἀποπερατώθηκε μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ τώρα ἐκεῖ δίπλα στὸν κεντρικό δρόμο, μετὰ τὸ χωριὸ Μάζι, ὅπως πᾶμε γιὰ Μαλεσίνα στὰ δεξιά, ὑπάρχει ἕνας περικαλλής μικρὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Φανουρίου.

 

Αγγελική πρεσβυτέρα Ἱερέα Ἀγγελῆ Ανέστη

Τὸν γνωρίζαμε πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια καὶ στὴ Μαλεσίνα διανυκτέρευε σὲ μᾶς κι ἐξομολογοῦσε πολλούς. Κάποτε ποὺ ἐξομολογήθηκε μιὰ γιαγιά, μοῦ εἶπε ὅτι αὐτὴ θὰ πάει στὸν παράδεισο. Μοῦ προξένησε ἐντύπωση ὅτι ἡ γιαγιὰ πέθανε τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔψαλλε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» τὸ Πάσχα. Σπούδασε μὲ δικά του ἔξοδα πολλὰ παιδιά· θυμᾶμαι ἕναν δάσκαλο, ἕναν καθηγητή, κι ἐνίσχυσε οἰκονομικὰ πολλούς.

Λίγο καιρὸ πρὶν πεθάνει μοῦ ἔδωσε μιὰ φωτογραφία του γιὰ εὐλογία κι ὅσες φορὲς ἐρχότανε, τὸ σπίτι εὐωδίαζε γιὰ μέρες.

 

Ἀνάργυρος Ανέστης

Ὁ π. Βησσαρίων κατὰ τὸ 1985 ἔδωσε στὸν πατέρα μου, παπα-᾿Αγγελῆ τὸν μακαριστό, 1.000.000 δρχ. περίπου, ὑπέρογκο ποσό γιὰ τότε, νὰ κτίσει μιὰ ἐκκλησία στὴν περιοχή Μαλεσίνας στ’ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Φανουρίου. Ἐπειδὴ δὲν ἔβρισκε ἄλλο οἰκόπεδο, ξεκίνησε τὴν ἐκκλησία σὲ μιὰ μικρὴ δασικὴ ἔκταση. Μόλις τὸ ἔμαθε ὁ δασάρχης, τοῦ ἀνέφερε ἐπιτακτικὰ νὰ σταματήσουν τὰ ἔργα ἀμέσως, διαφορετικὰ θὰ τὸν κλείσει μέσα. Ὁ πατέρας μου τοῦ ἐξήγησε ὅτι κάποιος ἱερομόναχος τοῦ χάρισε αὐτὰ τὰ χρήματα κι ἔπρεπε ἀπὸ ἀνάγκη κι ὑποχρέωση κάτι νὰ κάνει. Τὸν ρώτησε ποιός κι ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν π. Βησσαρίωνα ἀπὸ τὴ Μονὴ Ἀγάθωνος, ἄλλαξε ἀμέσως διαθέσεις καὶ τοῦ ἐξασφάλισε τὴ νόμιμη άδεια κι ἔγινε ὁ Ναός.

Ἔλεγε ὅτι τοῦ χρωστᾶ μεγάλη εὐγνωμοσύνη, εἶναι ὁ εὐεργέτης του καὶ τ’ ὅτι σπούδασε κι εἶναι δασάρχης τώρα, τ’ ὀφείλει σ’ αὐτόν.

Μιὰ φορὰ ποὺ εἴχαμε πάει μαζὶ σ’ ἕνα σπίτι γιὰ λάδι χύμηξαν τὰ σκυλιὰ πάνω μας μὲ ἄγριες διαθέσεις, ἀλλὰ ὁ Γέροντας πρόλαβε, σήκωσε τὸ χέρι του καὶ μ’ ἕνα νεῦμα του κοκκάλωσαν κι ἡμέρωσαν κι ἔτσι γλυτώσαμε.

Πηγή: «Ἡ ἀφθαρσία τῆς Ἀγάπης – Ἅγιος Βησσαρίων», Κωνσταντῖνος Δ. Εὐσταθίου, ἐκδ. Ἄθως, σέλ.87-90, 93-94

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *