π. Γεώργιος Σχοινάς: «Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ ἱερέα κάνει θαύματα»

Ὁ πατήρ Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής ἔλεγε ὅτι εἴμαστε καταδικασμένοι νά ἐπιτύχουμε. Εἴμαστε καταδικασμένοι νά πᾶμε στόν Παράδεισο. Γιατί; Γιατί ἤξερε μία μεγάλη πραγματικότητα, ἡ ὁποία δέν κρύβεται ὅσο κι ἄν θέλει ὁ διάβολος νά τήν κρύψει, ὅσο κι ἄν θέλουμε να την ξεχάσουμε: Ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ.

Αὐτό εἶναι κάτι τό ὁποῖο πραγματικά δέν τό ἔχουμε καταλάβει. Τό λέμε, τό ἀκοῦμε ἀλλά δέν τό ἔχουμε νιώσει, δέν ἔχουμε ἀντιληφθεῖ τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Σέ αὐτό στηρίζεται ὁ πειρασμός καί μᾶς βάζει σέ ἄλλες διαδικασίες.

Προσπαθοῦμε νά γίνουμε καλοί, συνήθως δέν τά καταφέρνουμε καί ἀπογοητευόμαστε. Προσπαθοῦμε να φτιάξουμε τον κόσμο καί τό περιβάλλον γιά νά εἶναι καλές οἱ συνθῆκες ὥστε νὰ ἁγιάσουμε, οὔτε σέ αὐτό πετυχαίνουμε καί πάλι ἀπογοητευόμαστε. Τελικά στεκόμαστε μακριά ἀπό τόν Θεό καί σκεφτόμαστε ὅτι δέν καταφέρνουμε τίποτε. Ἀναρωτιόμαστε τί νόημα ἔχει νὰ πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, τί νόημα ἔχει νὰ κάνουμε ἀγώνα, τί νόημα ἔχουν οἱ προσευχές, οἱ νηστεῖες. Καί τά παρατᾶμε στή μέση.

Ὅμως, δέν θά σωθοῦμε ἐπειδή τά καταφέρνουμε. Θά σωθοῦμε ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἄν Τόν ἀφήσουμε νὰ μᾶς κυνηγάει, ὅπως μᾶς κυνηγάει, καί λίγο φιλότιμα ἀνταποκριθοῦμε στο δικό Του κυνηγητό, σωθήκαμε. Δέν θέλει πάρα πολλά, μόνο λίγη φιλότιμη ἀνταπόκριση. Νά ἐπιθυμοῦμε νὰ μᾶς σώσει, ὄχι ἐπειδή εἴμαστε καλοί, ἀλλά ἐπειδή εἴμαστε κακοί. Γιατί ἄν σώσει τούς καλούς τί τό θαυμαστό; Ἐκεῖ εἶναι τό μεγάλο μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Τόν βλέπουμε σκανδαλωδῶς νά σώζει κακούς καί πολλές φορές εἴμαστε στούς σκανδαλιζόμενους. Ὁ Θεός, ὅμως, μᾶς ἀγαπάει ὅλους. Ἀγκαλιάζει ὅλη μας τή ζωή.

Δύο πράγματα δέν καταλαβαίνουμε: Πρῶτον ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει καί δεύτερον ὅτι τό μεγαλύτερο δῶρο πού ἔχει κάνει στούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι μόνο ὁ ναός ὡς κτίσμα, πού κι αὐτό εἶναι μεγάλο δώρο, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία στήν ὁποία ἀνήκουμε ὡς σῶμα Χριστοῦ. Εἴμαστε μέλη τοῦ ἴδιου σώματος καί μέσα σ’ αὐτήν τὴν Ἐκκλησία ἁγιαζόμαστε καί ἔρχεται ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἀγκαλιάζει ὅλη μας τὴν ὕπαρξη, ὅλη μας τή ζωή. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μεγάλη πηγή τῆς Χάριτος ποὺ μᾶς ποτίζει ὅλους καί ἀγκαλιάζει τα πάντα.

Ὑπάρχει ἕνα βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας, τό «Εὐχολόγιο», τὸ ὁποῖο ἔχουμε ξεχάσει γιατί εἴμαστε ἐκλογικευμένοι καί αὐτοδικαιωμένοι χριστιανοί. Θέλουμε νά εἴμαστε καλοί γιά νά μᾶς προσέξει ὁ Θεός, νά μᾶς κάνει δωρεές, νὰ μᾶς δώσει χαρίσματα κι ὅ,τι θέλει ὁ καθένας. Οἱ ἄνθρωποι στο παρελθόν γνώριζαν ὅτι δέν εἶναι καλοί. Οἱ εὐχές τοῦ «Εὐχολογίου», γιά ὅλες τίς περιστάσεις, κινοῦνται σ’ αὐτό τό δίπολο: «Θεέ μου, εἴμαστε ἁμαρτωλοί, εἴμαστε ἄθλιοι, ἀλλά Ἐσύ βοήθησέ μας. Ἀπ’ τή μία ἡ δική μας ἀθλιότητα, ἀπ᾿ τὴν ἄλλη ἡ δική Σου Ἀγαθότητα. Ἐκδήλωσέ την σέ μᾶς».

Καί βλέπουμε εὐχή γιά τά μελίσσια, εὐχή γιά τά μοσχαράκια, εὐχή γιά νά ἀνοίξουμε πηγάδι, εὐχή γιά τούς ἀσθενεῖς, εὐχή γιά αὐτούς πού δέν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν, εὐχή κατά τῆς βασκανίας. Δέν φοροῦσαν σκόρδα καί ματάκια οἱ ἄνθρωποι γιά νά φύγει τό μάτι, πήγαιναν στον παπά καί τούς διάβαζε. Ἀρρώσταινε τό ἄλογο, τό διάβαζε ὁ παπάς καί γινόταν καλά. Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἀγκαλιάζει τά πάντα. Διαβάζανε τό εὐχέλαιο γιά τίς ἀσθένειες, κάνανε ἐξορκισμούς, ἁγιασμό να καθαρίσουν τόν τόπο, τούς ἀνθρώπους.

Καί φεύγανε πολλές δαιμονικές ἐπήρειες πού ἔρχονται ἀπό τήν ἀδυναμία καί τίς ἁμαρτίες μας. Τώρα τά ἔχουμε ξεχάσει ὅλα, δέν διαβάζουμε τίποτα, οὔτε νιώθουμε ὅτι τὰ ἔχουμε ἀνάγκη. Κάποτε ὅλα τά σπίτια πρωτομηνιά θέλανε νά κάνουν ἁγιασμό. Τό θεωρούσανε ἀπαραίτητο νά ἁγιαστεῖ τὸ σπίτι σε κάθε ἀλλαγή, σέ μία ἀνακαίνιση, συχνά πυκνά.

Εἶχαν μάθει οἱ ἄνθρωποι νά ζητᾶνε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἔχουμε μάθει νά τά δουλεύουμε μέ τό μυαλό μας. Κι ἐνῶ μπορεῖ νά κρατᾶμε στό χέρι μεγάλα κομποσχοίνια, το σπίτι μας δέν λιβανίζεται καί τό καντήλι δέν ἀνάβει. Σπάνια καλοῦμε ἱερέα. Καί τί συμβαίνει; Δέν πᾶμε πολλές φορές ἐμεῖς στήν Ἐκκλησία, δέν βοηθᾶμε καί τήν Ἐκκλησία νά βγεῖ πρός τά ἔξω. Γιατί ἡ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας νά ἀγκαλιάσει ὅλη τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ταυτόχρονα ἡ ἔξοδός της ἀπό τούς τοίχους τοῦ ναοῦ. Ὁ παπάς ἦταν παρών σέ ὅλη τή ζωή τῆς κοινότητας καί ἐρχόταν μέσῳ αὐτοῦ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ἄλλαζε ἡ ζωή, φώτιζε ὁ τόπος, ἐρχόταν τό Φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ.

Στήν ἐποχή μας αὐτά τά ἔχουμε σβήσει. Θέλουμε να σταματήσουμε τούς ἁγιασμούς στά σχολεῖα, στή Βουλή, στά στρατόπεδα κι ἄν εἶναι δυνατόν να κλείσουμε τούς ναούς στις φυλακές καί στά νοσοκομεία. Θεωροῦμε ὅτι δέν χρειάζεται ἱερέας στό νοσοκομεῖο. Ὅποιος εἶναι νά ζήσει, θά ζήσει, ὅποιος εἶναι νά πεθάνει, θά πεθάνει. Πιστεύουμε μόνο στούς γιατρούς καί στήν ἐπιστήμη. Ἀλλά καί σήμερα γίνονται θαύματα. Καί σήμερα ὁ ἱερέας διαβάζει τόν ἀσθενῆ πού οἱ γιατροί ἔχουν ξεγράψει καί ὁ ἀσθενής γίνεται καλά. Κι αὐτό δέν ἔχει γίνει λίγες φορές. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ ἱερέα κάνει θαύματα. Δέν ὑπάρχει παπάς πού νά μήν ἔχει ζήσει ἁπτά δείγματα τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει τούς πάντες καί ἐκεῖ πού ὅλοι σταματᾶνε Ἐκείνη συνεχίζει.

Πηγή: «Ἡ καρδιά μου ἐνώπιόν σου» (Α’), π. Γεώργιος Σχοινάς, ἐκδ. Α. Οἰκονόμου, σέλ.21-25

 

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *