
«Ἀρσένιε, πότε φεύγουμε; Ἀργοῦμε» ρώτησε τὸν συνασκητή του ὁ γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστής. Ἦταν ἄνοιξη τοῦ 1959. Ὁ Γέροντας εἶχε μπεῖ στὰ ἐξήντα δύο χρόνια. Το σῶμα του ἦταν ταλαιπωρημένο ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις καὶ ἡ ὑγεία του κλονισμένη. Τοὺς τελευταίους μῆνες ἡ δύσπνοια τὸν ταλαιπωροῦσε πολύ.
Τὸν Ιούλιο ζήτησε νὰ ἔρθει ὁ π. Ἀνανίας ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα, νὰ κάνει εὐχέλαιο. Τότε ἔμαθε ἀπὸ τὴν Παναγία ὅτι θὰ ἔφευγε σὲ ἕναν μήνα, ἀνήμερα τῆς γιορτῆς της. Χάρηκε τόσο, ποὺ δὲν τὸ κράτησε γιὰ ἐκεῖνον. Τὸ ἔλεγε παντοῦ. Μέχρι καὶ σ’ ἕναν ἐκδότη ποὺ ἔτυχε νὰ περάσει ἐκεῖνες τὶς μέρες ἀπὸ τὴν καλύβα τους, τοῦ εἶπε: «Όταν θὰ ξανάλθεις, ἐγὼ θὰ ἔχω φύγει».
Κάλεσε τὸν τότε ὑποτακτικό του, τὸν μακαριστό γέροντα Ἐφραίμ τὸν Φιλοθεΐτη (καὶ μετέπειτα Ἀριζονίτη).
«Τί μέρα πέφτει, παιδί μου, τῆς Παναγίας;»
«Σάββατο, Γέροντα» εἶπε ἐκεῖνος.
«Θὰ φύγω ἐκείνη τή μέρα, παιδί μου! Νὰ ἑτοιμάσεις τὰ ρουχάκια ποὺ θὰ μοῦ βάλετε, γιατὶ ἴσως τὰ χάσετε ἐκείνη τὴ στιγμή. Νὰ τὰ ἔχεις ἕτοιμα ἀπὸ τώρα γιὰ νὰ μὴν ἔχεις ἔγνοια. Ἐκεῖ ἔχω τὸ ζωστικό, τὸ ράσο καὶ τὸ σχῆμα. Πάρε τα, βάλε τα σὲ μιὰ σακούλα, ὥστε ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ εἶσαι έτοιμος».
Στὶς ἀρχὲς Αὐγούστου ή δύσπνοια συνεχῶς ἐπιδεινωνόταν καὶ οἱ πατέρες προσπαθοῦσαν νὰ κάνουν ὅ,τι ἦταν ἐφικτὸ γιὰ νὰ μὴν ὑποφέρει.
«Μὴν κοπιάζετε, παιδιά μου, δὲν πρόκειται νὰ μείνω. Πόσο καιρό περιμένω αὐτὴ τὴν ὥρα!» τοὺς εἶπε γαλήνια ἐκεῖνος. «Νὰ ἀγοράσεις καρπούζι τὴν παραμονή τῆς Παναγίας» εἶπε στὸν π. Εφραίμ. «Νὰ πάρεις καὶ τυράκι, νὰ ζυμώσεις καὶ ψωμί φρέσκο. Νὰ πάρεις καὶ ἀπὸ ἕνα κεράκι καὶ ἕνα κομποσχοίνι γιὰ τοὺς πατέρες. Νὰ μὲ θάψετε ἐκεῖ».
Ἦρθε κάποτε ἡ 14η Αὐγούστου. Ἡ ἀναμονή κορυφώθηκε καὶ ὁ Γέροντας άδημονοῦσε μὲ χαρὰ μεγάλη. Ἀνήμερα τῆς γιορτῆς τῆς Μεγαλόχαρης, παραβρέθηκε στη Λειτουργία. Ὅταν ἦρθε ή ὥρα νὰ μεταλάβει, κοίταξε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μ’ ἕνα βλέμμα ικεσίας, ποὺ μαρτυροῦσε τὴν ἀγωνία του μὴν τυχόν καὶ δὲν γίνει αὐτὸ ποὺ περίμενε.
«Εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου» εἶπε σιγανά καὶ ἄνοιξε τὰ χείλη γιὰ νὰ δεχθεῖ Ἐκεῖνον.
Σαν τέλειωσε ή Λειτουργία, ἔκατσε στὴν αὐλὴ τῆς καλύβης καὶ περίμενε. Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ὁ ἥλιος ἀνέβαινε. «Παιδί μου» εἶπε σε κάποια στιγμή στὸν π. Ἐφραίμ, «γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρει;».
«Γέροντα, μὴ στενοχωρεῖστε, θὰ ποῦμε τὴν εὐχὴ καὶ θὰ φύγετε!» ἀπάντησε συγκινημένος ὁ ὑποτακτικός.
Τὰ δάκρυα σταμάτησαν νὰ κυλοῦν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου καὶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἔπιασαν το κομποσχοίνι καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ καὶ τὴ Δέσποινα Κυρά γιά… τὴν κοίμηση τοῦ πατέρα τους!
Δὲν πέρασε οὔτε ἕνα τέταρτο καὶ φώναξε πάλι τὸν π. Εφραίμ: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοια, γιατὶ φεύγω».
Σὰν μαζεύτηκαν γύρω του ὅλοι, τοὺς εἶπε: «Ὅλα τελείωσαν, φεύγω, ἀναχωρῶ, εὐλογεῖτε!»
Ύστερα ἔγειρε τὸ κεφάλι του πρὸς τὰ δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δύο-τρεῖς φορές ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια καὶ πῆγε νὰ συναντήσει Ἐκεῖνον ποὺ γιὰ χάρη Του έκανε ἀμέτρητους κόπους, μεγάλες θυσίες καὶ ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες. Ἐκεῖνον πού κάποτε -ὅταν εἶχε μεγάλους πειρασμούς καὶ δυσκολίες- πῆγε μπροστὰ στὸ τέμπλο τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ κλαίγοντας προσευχόταν. Ἐκεῖνον ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά τῆς Μάνας Του στὴν εἰκόνα καί -ολοζώντανος- ἄπλωσε τὸ χεράκι Του καὶ τὸν χάιδεψε στο κεφάλι καὶ στὸ μέτωπο! Ἐκεῖνον πού τώρα τὸν εἶχε στὴν ἀγκαλιά Του!
Πηγή: «Γεροντικὸ Σύγχρονων Ἁγίων», Συγγραφέας Νίκη Κατσιάπη, Ἐπιμέλεια Χριστιανικὴ Φοιτητικὴ Δράση, Ἐκδόσεις Ἔαρ, 2026, σέλ.391-393
