
Στέφανος Δημόπουλος:
Τὸν καιρὸ ποὺ ἔμενε στὸ Κουτλουμούσι στὸ Ἁγιονόρος ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος φρόντιζε ἀσκητὲς καὶ ἀνήμπορα γεροντάκια. Εἶχε διάκριση ὁ χαρισματικὸς Γέροντας ἀπὸ τὰ νειᾶτα του καὶ ἔβλεπε κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινὴ ἐξωτερική ἐμφάνιση τὴν ἁγιότητα, ὅσο καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάσχιζε νὰ μείνει κρυμμένη. Ἔψαχνε γύρω του νὰ βρεῖ κρυμμένους θησαυρούς, ἀνθρώπους μὲ χαρίσματα. Ἀπὸ τὶς ἱστορίες ποὺ μᾶς ἔλεγε θέλω νὰ ἀναφέρω μιά-δυὸ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω.
Ἦταν ὁ μοναχὸς Λάζαρος, ξυπόλητος ἀσκητής, ποὺ πήγαινε καμμιὰ φορὰ καὶ λειτουργόταν καὶ ἔτρωγε μετὰ στὸ Κουτλουμούσι. Ἔμενε ἀπέξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὸ ὕπαιθρο, στὸ ξενοδοχεῖο τῶν πολλῶν ἀστέρων ὅπως λέει καὶ ἕνας ἅγιος Γέροντας τῆς ἐποχῆς μας…
Ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος τὸν φρόντιζε καὶ ἐπεδίωκε νὰ τοῦ μιλάει, παρόλο ποὺ ὁ πατὴρ Λάζαρος χρησιμοποιοῦσε τὴ σαλότητα καὶ ὅποια ἄλλη μέθοδο μποροῦσε γιὰ νὰ ἀποφεύγει τὴν ἀνθρώπινη τιμὴ καὶ δόξα. Δὲν καθόταν π.χ. ποτὲ στὴν τράπεζα μαζὶ μὲ τοὺς άλλους, ἔτρωγε παράμερα ὅ,τι τοῦ δίναν οἱ πατέρες, ἔλεγε παλαβιὲς καὶ τὰ τοιαῦτα… Στὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο ἔκανε ὅμως μιὰ ἐξαίρεση, δεχόταν κιόλας ποῦ καὶ ποῦ νὰ τοῦ πηγαίνει τίποτα ἀποφάγια γιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
Κάποτε χιόνισε δυὸ μέτρα χιόνι καὶ ὁ Γέροντας Ἀμβρόσιος πῆγε νὰ τὸν βρεῖ στὴ ρεματιὰ ποὺ σύχναζε μονάχος. Πῆρε καὶ κάνα δυὸ φίλους μοναχοὺς καὶ τελικὰ ξέθαψαν τὸν πατέρα Λάζαρο ποὺ προσευχόταν κάτω ἀπὸ τὸ χιόνι. Ὄχι, δὲν ἦταν παγωμένος, ἦταν πολὺ ζεστὸς καὶ ζεματοῦσε. «Ἄχ, καὶ νὰ ξέρατε τί κακὸ μοῦ κάνατε», τοὺς εἶπε ὅταν συνῆλθε…
Μετὰ ἀπὸ καμπόσο καιρό «μετακόμισε» ὁ Γερο-Λάζαρος, πῆγε ἀνάμεσα στ’ ἀστέρια ποὺ τοῦ ἄρεσε τόσο πολὺ νὰ τὰ κοιτᾶ ἀπὸ κάτω. Τὸ εἶχε προαισθανθεῖ καὶ ἄφησε τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο… γενικό του κληρονόμο. Ἕναν ξύλινο χειροποίητο Σταυρό, ποὺ τὸν κρεμοῦσε πάντα στὸν λαιμό του, δυό-τρεῖς δεκάρες ἀπὸ τὶς παλιές, ποὺ ἐμεῖς, μιᾶς κάποιας ἡλικίας -πρὸ Εὐρώ- τὶς νοσταλγοῦμε, μὲ τὴν τρύπα ποὺ εἴχανε στὴ μέση καὶ τέλος κάτι ποὺ εἶχε ἀξία τρομερή. Τὴν εὐχή του!
Ρώτησα κάποτε τὸν Γέροντα Ἀμβρόσιο, πῶς καταλάβαινε πὼς κάποιος ἔχει ἁγιότητα καὶ χάρισμα προσευχῆς. Σὰν ἀπάντηση μοῦ διηγήθηκε, λοιπόν, γιὰ τὴν ἐπίσκεψή του στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα Ἰωσὴφ τοῦ Σπηλαιώτη.
«Καθόταν κάτω ὀκλαδόν, σὲ ἕνα ψαθί, καὶ ἔκανε προσευχὴ καὶ σείονταν τὸ ἔδαφος, σὰν νὰ γινότανε σεισμός», μοῦ διηγήθηκε. «Τί θέλεις ἄλλα νὰ σοῦ πῶ; Ἔτρεμε τὸ ψαθί, ἔτρεμε ὁ βράχος…».
Πηγή: «Ἅγιον Ὅρος χώρα ζώντων», Στέφανος Δημόπουλος, ἐκδ. Ἐν πλῷ, σέλ.225-226
