
Γράφει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας
Εἶναι προχωρημένα μεσάνυχτα, ξημέρωμα τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος. Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία καὶ ἔτσι τὸ μήνυμα ποὺ λάβαμε μας βρῆκε ξύπνιους.
Παραμονὲς τῆς Μεταμόρφωσης ἕνας ἀπὸ τὴν Μακεδονία βρέθηκε γιὰ ὀλιγοήμερες διακοπὲς στὴν πανέμορφη Δυτικὴ Λέσβο.
Ἔτσι ἀποφάσισε μὲ τὴν οἰκογένειά του ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν Ἄντισσα νὰ προσκυνήσει τὴν Βυζαντινὴ Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴν περιάκουστη Μόνη τοῦ Ὑψηλοῦ.
Φτάνοντας στὴν ἀρχὴ τῆς ἀπότομης ἀνηφόρας ἐκεῖ ποὺ σμίγει ὁ Οὐρανὸς μὲ τὴν Γῆ στὶς καλοκαιρινὲς διαθλάσεις τοῦ Φωτός, ἕνας καλόγερος τοῦ ἔκανε ὦτο στόπ.
Σταμάτησε καὶ τὸν πῆραν, ἄλλωστε ἡ ἡλικία τοῦ μοναχοῦ ἦταν τέτοια ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε μέσα στὸν καύσωνα νὰ ἀνέβει πρὸς τὸ Μοναστήρι καὶ εὐτυχῶς βρέθηκαν ἐκεῖ μὲ τὸ αὐτοκίνητο.
Τὸν ρώτησαν:
-Γέροντα ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
Τοὺς ἀπάντησε:
-Ἀπὸ τὴν Ἐρεσό, πάω σὲ γνωστά μου σπίτια καὶ τοὺς κάνω ἁγιασμοὺς γιατί τὸ χρειάζονται.
Κάποια στιγμὴ ἡ μηχανὴ τοῦ αὐτοκινήτου ζεστάθηκε πολύ. Κατέβηκαν ὅλοι, ἄνοιξαν το καπὸ καὶ περίμεναν νὰ κρυώσει. Ἀπὸ κάτω ἔχασκε τὸ γαλάζιο Ἀρχιπέλαγος στὴν κατηφοριὰ πρὸς τὸ Σίγρι.
-Σᾶς ἀρέσει; Τοὺς εἶπε ὁ καλόγερος μὲ τὸ τριμμένο ράσο.
“Ζεῖτε πλέον γιὰ νὰ δεῖτε φωτιὰ στὸ Αἰγαῖο καὶ μετὰ Πλημμύρα μὲ τὸ Φῶς τῆς Μεταμόρφωσης ἴσια ἐπάνω μέχρι τὴν ΠΟΛΗ”.
-Πάτερ πὼς σὰν λένε; Τὸν ρώτησαν.
-Φώτιο, μὲ λένε.
Ἡ μηχανὴ κρύωσε καὶ μπῆκαν ὅλοι μέσα γιὰ νὰ κάνουν τὴν λίγη ἀνηφορικὴ ἀπόσταση ποὺ ἔμενε.
Στὸ πάρκινγκ ὁ καλόγερος τοὺς ἄφησε νὰ φτιάξουν τὰ πράγματά τους καὶ εἰσῆλθε πιὸ μπροστὰ στὸ μοναστήρι.
Οἱ δικοί μας προσκυνητὲς αἰσθανόταν μιὰ πρωτόγνωρη χαρὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν συνάντηση, μὴ μπορῶντας ἀκόμα νὰ κατανοήσουν καλὰ καλὰ τὰ λόγια τοῦ ἡλικιωμένου καλόγερου.
Ἀφοῦ τακτοποίησαν τὸ παιδὶ μπῆκαν καὶ αὐτοὶ στὸ Μοναστήρι νὰ προσκυνήσουν, πιστεύοντας, ὅτι ὁ καλόγερος ποὺ πῆραν μαζί τους, μένει ἐκεῖ.
Ἦταν περασμένη ὥρα μεσημεριοῦ καὶ ὅπως μᾶς εἶπαν συνάντησαν ἕνα λαϊκό, τὸν ὁποῖο ρώτησαν ἂν μένει στὸ μοναστήρι τοὺς κάποιος πατέρας Φώτιος μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τὴν ἡλικία ποὺ ἔδωσαν.
Ὁ λαϊκὸς ἄνοιξε τὰ μάτια του καὶ κομπιάζοντας τοὺς εἶπε:
-Ὄχι ἔτσι ὅπως μοῦ τὸν περιγράφεται.
Ἄρχισε νὰ πιάνει ζεστὴ καὶ ἡ οἰκογένεια ἀπὸ τὴν Μακεδονία ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸ κατάλυμά της.
Οἱ ἀπορίες ὅμως τῆς ἔμειναν καὶ τὸ ἀπόγευμα συζητῶντας σχετικὰ μὲ τὸ περιστατικὸ ὁ γνωστός τους ξενοδόχος τους ἔβγαλε καὶ τοὺς ἔδειξε μιὰ φωτογραφία.
-Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ μοναχὸς Φώτιος;
-Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ἀδελφέ.
-Λοιπὸν συναντήσατε σήμερα τὸν παπα-Φώτη, εἶστε τυχεροί…
Ποὺ νὰ σᾶς ἐξηγῶ τώρα ὅτι ὁ παπα-Φώτης ποὺ συναντήσατε κοιμήθηκε πρὶν ἀρκετὰ χρόνια…
Ἐμεῖς τί νὰ ποῦμε ἄλλο… τὰ εἶπε ὅλα ὁ παπα-Φώτης… Καλὸ κουράγιο σὲ ὅλους καὶ εἴθε τὸ Φῶς τῆς Μεταμόρφωσης νὰ τυφλώσει τοὺς Ἀγαρηνοὺς καὶ τοὺς ντόπιους ἀντίχριστους ποὺ ἀπὸ Βαπτισμένα καὶ Μυρωμένα ΠΡΟΣΩΠΑ μὲ τὴν Θεία Χάρη θέλουν νὰ μᾶς κάνουν νούμερα.
konstantinoupolipothoumeno.blogspot.com
