
«Ὁ πατέρας μου ζῇ ἀκόμη· ἄγει τὸ 95° ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ὁ παππούς μου, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μου, δὲν ἦταν θεολόγος, δὲν ἦταν γραμματισμένος, δὲν εἶχε ἀκούσει κηρύγματα. Δὲν ἀκούονταν τότε κηρύγματα. Ἀλλὰ εἶχε φόβο Θεοῦ καὶ εὐσέβεια, ὅπως εἶχαν πολλοὶ τότε ἄνθρωποι. Σήμερα ἡ εὐσέβεια καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ σπανίζουν. Ὁ παππούς μου, λοιπόν, προεῖδε τὸν θάνατό του. Ἕνα πρωί, χωρὶς νὰ εἶναι ἄρρωστος, εἶπε στὰ παιδιά του: “Φεύγω σήμερα”. Δὲν εἶπε “πεθαίνω”· “φεύγω”, εἶπε. Μίλησε μὲ τὴ γλῶσσα τῆς Γραφῆς ὁ ἁπλοϊκὸς ἐκεῖνος γέρος. “Ποῦ πηγαίνεις, πατέρα;”, τὸν ρώτησαν τὰ παιδιά του. “Ταξίδι”. “Ποῦ θὰ πᾷς;”. “Μακρινό ταξίδι”. “Μὰ ποῦ θὰ πᾶς, πατέρα;”. “Σὲ πολὺ μακρινό ταξίδι. Δὲν καταλάβατε ἀκόμη;”, τοὺς εἶπε· “πεθαίνω”. Καὶ ὅταν συγκινήθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ κλαῖνε τοὺς μάλωσε -ἦταν αὐστηρός. “Μὴ κλαίετε, δὲν μᾶς ἔφερε ἐδῶ ὁ Θεὸς νὰ ζήσωμε αἰωνίως. Θὰ πεθάνωμε. Δὲν εἶναι τίποτε ὁ θάνατος”. “Πατέρα, ἀφοῦ λέγεις τέτοια πράγματα, σήμερα δὲν θὰ πᾶμε νὰ δουλέψωμε -ἦταν κτίστες καὶ ἔκτιζαν ἕνα σπίτι στὸ χωριό- θὰ καθίσωμε κοντά σου”. “Ὄχι”, τοὺς εἶπε. “Θὰ πᾶτε, θὰ δουλέψετε καί, ὅταν εἶναι ὥρα, ἐγὼ θὰ σᾶς εἰδοποιήσω”. Γύρω στὸ μεσημέρι ἢ τὸ ἀπόγευμα, ἔστειλε μία κόρη καὶ τοὺς εἰδοποίησε. Μαζεύτηκαν γύρω ὅλα τὰ παιδιά του, τοὺς εἶπε λίγα λόγια, “νὰ τὰ ἀμπέλια, νὰ τὰ χωράφια, νὰ τὰ σπίτια σας, τίποτε δὲν εἶναι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, μάταια εἶναι, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀξία. Νὰ φοβῆσθε τὸν Θεό, νὰ προσεύχεσθε, νὰ μὴ κάνετε τὴν παραμικρὴ ἀδικία σὲ κανένα καὶ νἄχετε τὴν εὐχή μου”.
» Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ περιῆλθε σὲ μιὰ μυστηριώδη κατάστασι. Συνδιαλεγόταν, φαίνεται, μὲ τὸν ἄγγελό του. Ζήτησε διωρία, νὰ ζήσῃ μισὴ ὥρα ἀκόμη καὶ κατόπιν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
Τὴ νύχτα, καθὼς ξενυχτοῦσαν τὸν νεκρό, ὁ γυιός του, ὁ πατέρας μου, ἀποκοιμήθηκε γιὰ λίγο, μερικά λεπτά. Καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ λίγο διάστημα εἶδε ἕνα ὄνειρο μὲ σημασία. Τὰ ὄνειρα συνήθως δὲν ἔχουν σημασία. Ἐγώ, ἀδελφοί μου, δὲν εἶδα ποτὲ ἕνα ὄνειρο, ποὺ νὰ εἶχε σημασία. Ὁ πατέρας μου εἶδε ἕξι-ἑπτὰ ὄνειρα γιὰ μεγάλα πράγματα τῆς ζωῆς, γιὰ σοβαρές ἀσθένειες, γιὰ θανάτους, γιὰ πολέμους, ξύπνησε καὶ εἶπε, “θὰ γίνῃ αὐτό, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο”, καὶ ὅπως εἶπε ἔγινε. Ἐκείνη τὴ νύχτα, ποὺ ξενυχτοῦσαν τὸν νεκρό, τί ὄνειρο εἶδε; Εἶδε, ὅτι παρέλαβε τὸν νεκρὸ πατέρα του καὶ τὸν ὡδηγοῦσε στὸν ἄλλο κόσμο. Βάδιζαν μὲ κάποιο δισταγμό πρὸς τὸ ἄγνωστο. Ἔπειτα ἀπὸ πορεία, ἔφθασαν σὲ ἕνα σημεῖο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶδαν ἕνα ἀναπεπταμένο πεδίο, μιὰ ἀπέραντη πεδιάδα, καὶ κόσμος ἀναρίθμητος, ντυμένος στὰ γιορτινά, στὰ πολύχρωμα. Τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν, ὅπως στις χαρές, στοὺς γάμους καὶ στὰ πανηγύρια. Καί, ὅταν εἶδαν πὼς κάποιος καινούργιος πήγαινε στὸ βασίλειό τους, πηδοῦσαν ἀπὸ τὴ χαρά τους καὶ πετοῦσαν στὸν ἀέρα τὰ μαντήλια! Ὅταν ἔφθασαν στὴν εἴσοδο τοῦ ἄλλου αὐτοῦ κόσμου, ὁ γέροντας, ὁ νεκρός, εἶπε στὸ παιδί του: “Παιδί μου, ἐσὺ μέχρι ἐδῶ. Τώρα θὰ ἐπιστρέψῃς στὸ σπίτι σου, στὴν οἰκογένειά σου. Νὰ προσέχης, νὰ σέβεσαι τὸν Θεό, καὶ νὰ ἔχῃς τὴν εὐχή μου. Καὶ νὰ ξέρῃς, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ εἴκοσι ἡμέρες θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ἐκεῖνος ὁ κακοῦργος, ὁ Δημητράκης ὁ Κουζλής”. Καὶ τοῦ ἔδειξε, σὰν σὲ κινηματογραφική ταινία, τὸν τόπο, ποὺ θὰ τὸν ἔθαπταν, ἔξω ἀπὸ τὸ νεκροταφείο.
Ὅταν εἶναι ἕνα ὄνειρο ἀπὸ τὸν Θεό, ἀδελφοί μου, δίνει ὁ Θεὸς καὶ τὴν πληροφορία καὶ τὴν πεποίθησι, ὅτι αὐτὸ τὸ ὄνειρο ἔχει σημασία.
» Ξυπνώντας ὁ πατέρας μου εἶπε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ξενυχτοῦσαν τὸν νεκρό, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ καλὸς ἱερέας τοῦ χωριοῦ: “Σὲ εἴκοσι ἡμέρες ὁ Δημητράκης ὁ Κουζλὴς θὰ φύγῃ”. “Μὰ πῶς τὸ λὲς αὐτό, Γιάννη;”, τοῦ εἶπαν. “Εἶδα ἕνα σοβαρὸ ὄνειρο”. “Ε, ὄνειρο εἶναι, μὴ δίνῃς σημασία”. “Αὐτό ποὺ σᾶς λέγω. Σὲ εἴκοσι ἡμέρες θὰ φύγῃ ὁ Δημητράκης ὁ Κουζλής”.
»Ὁ Δημητράκης ὁ Κουζλὴς ἦταν ἕνας ὑλιστὴς καὶ ἄπιστος ἄνθρωπος, βλάσφημος καὶ κακοποιός, ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τοῦ χωριοῦ. Ἐπικούρειος ἦταν. Ἀγράμματος καὶ ἀστοιχείωτος, εἶχε καὶ αὐτὸς τὸ σύνθημά του. Τί ἔλεγε (ρουμελιώτικα); “Δῶσ’ τς ψχῆς νὰ φάῃ, μὴ σ’ ἀφὴσ’ κ’ πάη”. Νὰ δίνῃς στὴν ψυχή σου νὰ τρώῃ, νὰ καλοπερνάῃ, γιὰ νὰ μὴ σὲ ἐγκαταλείψῃ καὶ φύγῃ, γιὰ νὰ μὴ πεθάνῃς! Τὸ γνωστὸ ἐπικούρειο, “φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν”. Ὅταν κτυποῦσε ἡ καμπάνα γιὰ τὴν ἐκκλησιά, γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό, κορόιδευε. Καὶ τί ἔλεγε; “Ἄ, χτυπάει ὁ παπᾶς τὸ κουδοὺν’ νὰ μαζευτοῦν τὰ πρόβατα νὰ τ’ ἀρμέξ”. Τί νὰ ἀρμέξῃ τότε; Δὲν εἶχαν οὔτε πενταροδεκάρες οἱ ἄνθρωποι.
»Ἔπειτα ἀπὸ εἴκοσι ἡμέρες, καθὼς οἱ χωρικοὶ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους, καὶ ἄλλος λουζόταν, καθαριζόταν, ἄλλος ξεκουραζόταν, ἄλλος ἔτρωγε, πετάχτηκαν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. Τί συνέβη; Πάνω ἀπὸ τὰ σπίτια πέρασε ἕνας δυνατὸς ἀέρας, σὰν σίφουνας, σὰν τυφώνας, μὲ συριγμό μεγάλο καὶ μὲ μουσικὰ ὄργανα, βιολιὰ καὶ νταούλια.
Πέρασε πρὸς μία κατεύθυνσι, σείστηκαν οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν, τρόμαξαν οἱ ἄνθρωποι, σταυροκοπήθηκαν καὶ εἶπαν: “Σημεῖο, σημεῖο”, ἕνα φοβερὸ δηλαδὴ πρᾶγμα. Αὐτὸ τὸ κῦμα, μέσα σὲ δευτερόλεπτα, γύρισε ἀπὸ τὴν ἴδια κατεύθυνσι καὶ χάθηκε στὸ βάθος τοῦ χωριοῦ, πρὸς τὴ θάλασσα. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο, ἐπληροφορεῖτο τὸ χωριό, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄπιστος καὶ κακοῦργος. ὁ Δημητράκης, αὐτοκτόνησε. Καὶ τὸν παρέλαβαν οἱ δαίμονες μετὰ μουσικῆς καὶ ὀργάνων! Εἶχε ἀδιαθετήσει λίγο καὶ εἶπε στὴ νύφη του νὰ τοῦ κάνῃ ἕνα τσάι. Ἐκείνη ἀμέλησε νὰ τοῦ κάνῃ τὸ τσάι. Δὲν τὸν ἐκτιμοῦσε, διότι ἦταν κακοποιό στοιχεῖο. Προσεβλήθη ὁ ἐγωισμός του. Ξεκρέμασε τὸ κυνηγετικὸ ὅπλο καὶ αὐτοκτόνησε. Καὶ τὸν ἔθαψαν σὰν αὐτόχειρα, ἔξω ἀπὸ τὸ νεκροταφείο, στὸ σημεῖο. ποὺ ὑποδείχθηκε στὸ ὄνειρο! Ἐὰν λοιπόν, ἀδελφοί μου, δὲν ὑπάρχουν ψυχές, ἐὰν δὲν ζοῦν οἱ ἄνθρωποι μετά θάνατον ὡς πνεύματα, πῶς ὁ παππούς μου θὰ ἔλεγε στὸ ὄνειρο στὸν πατέρα μου πράγματα προφητικὰ καὶ θὰ συνέβαιναν;».
Πηγή: «Νικόλαος Σωτηρόπουλος. Ὁ Θεολόγος καὶ Ὁμολογητής», Χρήστου Κων. Λιβανοῦ, Ἀθήνα 2020, ἐκδ. Σαΐτης, σέλ.18-20
