
Εἶναι μεγάλη ἀνάγκη να κυβερνᾶ κανείς ὅπως πρέπει τή γλῶσσα του καί νά τή χαλιναγωγεί. Γιατί ὁ καθένας ἔχει τήν τάση νὰ τὴν ἀφήνει να τρέχει καί νά μιλᾶ γιὰ κεῖνα πού δίνουν εὐχαρίστηση στις αἰσθήσεις μας. Ἡ πολυλογία τίς περισσότερες φορές προέρχεται ἀπό περηφάνια. Ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνιας νομίζουμε πώς ξέρουμε πολλά καί εἴμαστε ἱκανοποιημένοι γιὰ τὴν ἄποψή μας, ἔτσι πιεζόμενοι ἀπό τό πάθος προσπαθοῦμε μέ πολλές δευτερολογίες νά ἐντυπώσουμε τήν ἄποψή μας στην καρδιά τῶν ἄλλων, γιά νά φανοῦμε σ’ αὐτούς δάσκαλοι, σὰ νὰ ἔχουν ἀνάγκη να μάθουν ἀπό μᾶς. Καί μάλιστα αὐτή τήν ἀλαζονεία τή δείχνουμε, ὅταν τούς διδάσκουμε χωρίς αὐτοί νά μᾶς ρωτήσουν προηγουμένως κάτι.
Τα δεινά πού γεννιοῦνται ἀπ’ τήν πολυλογία δέν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ περιγράψω μέ λίγα λόγια. Ἡ πολυλογία εἶναι μητέρα τῆς ἀμέλειας (ἀκηδεία), θεμέλιο της ἄγνοιας καί τῆς ἀνοησίας, πόρτα τῆς συκοφαντίας (καταλαλιά), ὑπηρέτης τοῦ ψέματος καί ψυχρότητα τῆς καρδιακῆς θεοσεβοῦς θερμότητας. Τά πολλά λόγια ἐνδυναμώνουν τά πάθη καί ἀπ’ αὐτά ἡ γλῶσσα κινεῖται ὕστερα μέ περισσότερη εὐκολία στίς ἀδιάκριτες κουβέντες. Γι’ αὐτό κι ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος θέλοντας νά δείξει πόσο δύσκολο εἶναι τό νά μήν ἁμαρτάνει κανείς στα λόγια πού ξεστομίζει, εἶπε πώς αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό μόνο τῶν τέλειων ἀνδρῶν: «ἄν κάποιος δέν ἁμαρτάνει στά λόγια, αὐτός εἶναι τέλειος ἄντρας, ἱκανός να χαλιναγωγήσει καί ὅλο τὸ σῶμα» (Ἰάκ.3, 2). Γιατί, μόλις ἡ γλῶσσα ἀρχίσει να μιλᾶ, τρέχει σὰν ἀχαλίνωτο ἄλογο καί δέ λέει μόνο τα καλά καί τά πρέποντα, ἀλλά καί τὰ κακά. Γι’ αὐτό κι ὀνομάζεται ἀπό τὸν ἴδιο Ἀπόστολο, «ἀσυγκράτητο κακό, γεμάτη θανατηφόρο δηλητήριο φιδιοῦ» (Ἰάκ. 3, 8). Γι᾿ αὐτό συμφωνῶντας κι ὁ Σολομῶν εἶπε ὅτι «ἀπ’ τήν πολυλογία δέν πρόκειται ν’ ἀποφύγεις τήν ἁμαρτία» (Παρ. 10, 19). Καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε γενικά, ὅποιος μιλᾶ πολύ, ἀποδεικνύει πώς εἶναι ἀμαθής: «ὁ ἄμυαλος πληθαίνει τά λόγια του» (Εκλ. 10, 14).
Νὰ μὴν ἐπεκτείνεσαι σε μακρές συζητήσεις μ’ ἐκεῖνον πού σε ἀκούει με κακή διάθεση, γιά νά μήν τόν ἀηδιάσεις καί τόν κάνεις νὰ σὲ σιχαθεῖ, ὅπως ἔχει γραφτεῖ, «αὐτός πού λέει περιττά λόγια, προκαλεῖ ἀποστροφή» (Σειρ. 20, 8).
Απόφευγε νά μιλᾶς μὲ αὐστηρότητα καί μεγαλόφωνα, γιατί καί τά δυό εἶναι μισητά καί δίνουν τὴν ἐντύπωση πώς εἶσαι ματαιόδοξος κι ἔχεις μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό σου. Νά μή μιλᾶς ποτέ γιά τόν ἑαυτό σου καί γιά τίς ὑποθέσεις σου ἤ γιά τούς συγγενεῖς σου παρά μόνο, ὅταν εἶναι ἀνάγκη καί μέ ὅσο περισσότερη συντομία καί βραχυλογία μπορεῖς. Κι ἄν σοῦ φανεῖ πώς ἄλλοι μιλοῦν γιά τόν ἑαυτό τους, χωρίς νά εἶναι ἀναγκαῖο, φρόντισε νά μήν τούς μιμηθεῖς ἀκόμα κι ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι τά λόγια τους φαίνονται ταπεινά καί κατηγοροῦν τὸν ἑαυτό τους. Καί γιά τόν πλησίον σου καί γιά ὅσα ἔχουν σχέση μέ αὐτόν, μίλα ὅσο λιγότερο μπορεῖς. Μίλα γιά τόν πλησίον σου, ὅταν καί ὅπου μπορεῖ νά χρειάζεται, νά λές κάτι γιά τό καλό του (1). Γιά τό Θεό νά μιλᾶς μέ ζωηρή ἐπιθυμία, κυρίως γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀγαθότητά Του ἀλλά καί μέ φόβο, σκεπτόμενος πώς μπορεῖς νὰ σφάλεις ἀκόμα και σ’ αὐτό. Γι’ αὐτό καλύτερα προτίμησε να προσέχεις, ὅταν μιλοῦν ἄλλοι γι’ αὐτά, φυλάγοντας τὰ λόγια τους στά ἐσώτερα τῆς καρδιᾶς σου. Καὶ γιὰ τὰ διάφορα ἄλλα θέματα που μιλοῦν, μόνο ὁ ἦχος τῆς φωνῆς ἄς ἀκουμπᾶ στὴν ἀκοή σου. Ὁ νοῦς σου ἄς εἶναι ὑψωμένος στο Θεό. Αλλά, κι ὅταν ἀκόμα εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκούσεις ἐκεῖνον που μιλᾶ, γιά νά καταλάβεις καί νὰ τοῦ ἀπαντήσεις, ἀκόμα καὶ τότε μην παραλείψεις στο μεταξύ να ρίξεις μέ τό λογισμό σου κανένα βλέμμα στόν οὐρανό, ὅπου κατοικεῖ ὁ Θεός σου.
Αναλογιζόμενος τό ὕψος Του καί πώς Αὐτός βλέπει πάντοτε τή μηδαμινότητά σου, ἐξέταζε καλά ἐκεῖνα πού ἔρχονται στην καρδιά σου νὰ πεῖς, προτοῦ φτάσουν στη γλῶσσα σου καί θὰ βρεῖς πολλά πού εἶναι καλύτερο νά μή βγοῦν ἀπ’ τὸ στόμα σου.
Ἐπιπλέον, να ξέρεις ὅτι κι ἀπό ἐκεῖνα πού σκέφτεσαι πώς εἶναι καλό νὰ τὰ πεῖς, εἶναι πολύ καλύτερο να τ’ ἀποσιωπήσεις καί θά το καταλάβεις αὐτό, ἀφοῦ τελειώσει ἐκείνη ἡ συνομιλία πού ἤθελες να συμμετάσχεις.
Ἡ σιωπή εἶναι μεγάλη ἐνίσχυση στόν ἀόρατο πολέμο και μία βέβαιη ἐλπίδα γιά τή νίκη. Ἡ σιωπή εἶναι πολύ ἀγαπημένη σ’ ἐκεῖνον πού δέν ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτό του ἀλλά ἐλπίζει στο Θεό. Διαφυλάσσει τὴν ἱερή προσευχή καί ἀποτελεῖ ἀξιοθαύμαστη βοήθεια στὴν ἐξάσκηση τῶν ἀρετῶν (2). Ἐπιπλέον ἡ σιωπή εἶναι σημάδι σωφροσύνης. Κάποιος μπορεῖ νὰ σιωπᾶ, ἐπειδή δέν ἔχει κάτι νὰ πεῖ: «σιωπᾶ κανείς, γιατί δέν ἔχει τί νὰ ἀπαντήσει» (Σειρ. 20, 6). Ἄλλος σιωπᾶ γιατί περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά μιλήσει: «σιωπᾶ κάποιος, ἐπειδή ξέρει τόν κατάλληλο καιρό» (Σειρ. 20, 6). Κι ἄλλος σιωπᾶ γιὰ ἄλλες αἰτίες (3). Γενικά ὅμως ὅποιος σιωπᾶ δείχνει πώς εἶναι φρόνιμος καί σοφός: «σιωπᾶ καί εἶναι σώφρων» (Σειρ. 20, 27) «καί σιωπᾶ καί ἀποδεικνύεται σοφός» (Σειρ. 20, 5). Γιά νά συνηθίσεις νά σιωπᾶς, σκέψου πολλές φορές τίς ζημιές καί τούς κινδύνους τῆς πολυλογίας καί τά μεγάλα καλά τῆς σιωπῆς.
(1) Ὅταν μιλᾶς, θυμήσου να τηρεῖς τή συμβουλή τοῦ ἁγίου Θαλασσίου, πού λέει: «Από τούς πέντε τρόπους τῆς συνομιλίας διάλεξε τούς τρεῖς. Καί τόν τέταρτο μήν τόν χρησιμοποιεῖς συχνά, ἐνῶ τόν πέμπτο ἀπόφευγέ τον», (Περί ἀγάπης καί ἐγκρατείας καί τῆς κατά νοῦν πολιτείας, Πρώτη ἑκατοντάς, κεφ. 69, Φιλοκαλία). Οἱ τρεῖς τρόποι, κατά τόν Κατασκεπηνό Νικόλαο, εἶναι τὸ ναί, τό ὄχι καί τό σαφές, ὁ τέταρτος εἶναι ἡ ἀμφιβολία κι ὁ πέμπτος εἶναι τὸ ἄγνωστο. Δηλαδή να μιλᾶς γιά πράγματα πού ξέρεις πώς εἶναι ἀληθινά ἤ ψεύτικα ἤ σαφῆ καί γιά τά ἀμφίβολα καί ἄγνωστα σε σένα να μή μιλᾶς. Εἶναι καί ἄλλη ἑρμηνεία κατά τόν Βλεμίδη. Ἐπειδή εἶναι πέντε τά εἴδη τοῦ λόγου, στή λογική: Κλητικό, μέ τό ὁποῖο καλοῦμε κάποιον. Ερωτηματικό, μέ τό ὁποῖο ρωτᾶμε. Εὐκτικό, μέ τό ὁποῖο εὐχόμαστε. Ὁριστικό, μέ τό ὁποῖο μιλᾶμε ὁριστικά καί κατηγορηματικά καί Προστακτικό, μέ τό ὁποῖο κυριαρχικά καί ἀρχηγικά προστάζουμε. Ἐσύ νά χρησιμοποιεῖς στήν ὁμιλία σου μόνο τα τρία, ἐνῶ τό Οριστικό καί τό Προστακτικό νά μήν τά χρησιμοποιεῖς.
(2) Γι’ αὐτό κι ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ λέει ὅτι «ἡ σιωπή εἶναι συνεργός τῶν καλῶν κι ἀνώτερη ὅλων τῶν ἔργων τῆς μοναχικῆς πολιτείας» (Λόγος 3), «καί μυστήριο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (Λόγος 34). Ὁ μέγας Βαρσανούφιος λέει «ὅτι ἡ σιωπή πού γίνεται συνειδητά εἶναι ἀνώτερη κι ἀπ’ τή Θεολογία» (Επιστολή 3).
(3) Ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ λέει ὅτι «γιά τρία πράγματα σιωπᾶ κανείς, ἤ γιά τή δόξα τῶν ἀνθρώπων ἤ γιά τή θέρμη καί τό ζῆλο τῆς ἀρετῆς ἤ γιατί ἔχει συνομιλία μέ τό Θεό κρυμμένη μέσα στήν καρδιά του καί γι’ αὐτό ὁ νοῦς του ἀποσπᾶται σ’ αὐτήν» (Λόγος 26).
Πηγή: «Ἀόρατος Πόλεμος», Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐκδ. Νέστωρ, σέλ.131-134
