Ἅγιος Παΐσιος: «Ὁ Γερο – Παχώμιος βρῆκε ἔνα μεγάλο φίδι καί τὸ τύλιξε στη μέση του σάν ζώνη!»

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης:

Παλαιότερα, πρίν καί ἀπό εἴκοσι χρόνια, εὕρισκε κανείς ἀκόμη τήν ἁπλότητα ἁπλωμένη στο Περιβόλι τῆς Παναγίας, καί ἐκεῖνο τὸ ἄρωμα τῆς ἁπλότητος τῶν Πατέρων μάζευε τούς εὐλαβεῖς ἀνθρώπους, πού μιμοῦνταν τίς μέλισσες, καί τούς ἔτρεφε, καί αὐτοί μετέφεραν καί στούς ἄλλους ἀπό τήν πνευματική αὐτή εὐλογία, γιά νά ὠφεληθοῦν. ᾿Από ὅπου δηλαδή κι ἄν περνοῦσες, θά ἄκουγες να διηγοῦνται θαύματα καί οὐράνια γεγονότα, πολύ ἁπλά, γιατί τά θεωροῦσαν πολύ φυσιολογικά οἱ Πατέρες.

Ζώντας λοιπόν σ’ αὐτή τήν πνευματική ἀτμόσφαιρα τῆς Χάριτος, ποτέ δέν περνοῦσε λογισμός ἀμφιβολίας γιά ὅσα ἄκουγες, γιατί καί ὁ ἴδιος κάτι θά ἔβλεπες ἀπό αὐτά. ᾿Αλλά οὔτε καί περνοῦσε λογισμός, γιά νά σημειώσης ἤ να κρατήσης στήν μνήμη σου τά θεῖα ἐκεῖνα γεγονότα γιά τούς μεταγενεστέρους, γιατί νόμιζες ὅτι θά συνεχισθῆ ἐκείνη ἡ Πατερική κατάσταση. Ποῦ νὰ ἤξερες ὅτι μετά ἀπό λίγα χρόνια ὁ περισσότερος κόσμος θά παραμορφωθῆ ἀπό τήν πολλή μόρφωση ἐπειδή διδάσκεται μέ τό πνεῦμα τῆς ἀθεΐας καί ὄχι μέ τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γιά να ἁγιάση καί τήν ἐξωτερική μόρφωση – καί ἡ ἀπιστία θά φθάση σε τέτοιο σημεῖο, πού νά θεωροῦνται τα θαύματα γιά παραμύθια τῆς παλιᾶς ἐποχῆς; Φυσικά, ὅταν εἶναι ὁ γιατρός ἄθεος, ὅσες ἐξετάσεις καί ἐάν κάνη σέ ἕναν Ἅγιο μέ τὰ ἐπιστημονικά μέσα (ἀκτίνες κ.λ.π.), δέν θά μπορέση να διακρίνη τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ, ἐάν ἔχη ἁγιότητα καί ὁ ἴδιος, θὰ ἰδῆ τήν θεία Χάρη νά ἀκτινοβολῆ.

Γιά να δώσω μιά ζωντανότερη εἰκόνα τῆς Χάριτος, καί γιά νά καταλάβουν καλύτερα οἱ ἀναγνῶστες τὸ πνεῦμα το Πατερικό πού ἐπικρατοῦσε πρίν ἀπό λίγα χρόνια, θεώρησα καλό νά ἀναφέρω, σάν παραδείγματα, μερικά περιστατικά ἀπό ἁπλά Γεροντάκια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Ὅταν ἤμουν ἀρχάριος στήν Μονή Εσφιγμένου, μοῦ εἶχε διηγηθῆ ὁ εὐλαβής Γερο-Δωρόθεος ὅτι στο Γηροκομεῖο ἐρχόταν καί βοηθοῦσε ἕνα Γεροντάκι μέ τέτοια μεγάλη ἁπλότητα, ἀφοῦ νόμιζε ὅτι ἡ ᾿Ανάληψη, πού ἑορτάζει ἡ Μονή, ἦταν μία μεγάλη ῾Αγία ὅπως ἡ ῾Αγία Βαρβάρα καί, ὅταν ἔκανε κομποσχοίνι, ἔλεγε: «῾Αγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν»! Μιά μέρα εἶχε ἔρθει στο Γηροκομεῖο ἕνας φιλάσθενος ἀδελφός, καί, ἐπειδή δέν ὑπῆρχε κανένα δυναμωτικό φαγητό, τό Γεροντάκι κατέβηκε γρήγορα – γρήγορα τα σκαλιά, πῆγε στο ὑπόγειο καί ἀπό τό παραθυράκι πού ἔβλεπε πρός τήν θάλασσα, ἅπλωσε τά χέρια του καί εἶπε: «῾Αγία μου ᾿Ανάληψη, δῶσ’ μου ἕνα ψαράκι γιά τόν ἀδελφό». Καί ὦ τοῦ θαύματος! πετάχτηκε ἕνα μεγάλο ψάρι στα χέρια του, το πῆρε πολύ φυσιολογικά, σάν νά μή συνέβη τίποτε, καί χαρούμενος τό ἑτοίμασε, γιά νά τονώση τόν ἀδελφό.

Ὁ ἴδιος Γέροντας μοῦ εἶχε διηγηθῆ καί γιά ἄλλον Πατέρα (νομίζω Παχώμιο), ὁ ὁποῖος εἶχε πάει στήν Καψάλα γιά ἀνώτερη ἄσκηση καί εἶχε φθάσει σε μέτρα πνευματικά. Μιά μέρα ἕνας Πατέρας τῆς Μονῆς οἰκονόμησε δύο ψάρια καί τά καθάριζε, γιά νά πάη νὰ τὸν ἰδῆ καί νά τοῦ τὰ δώση εὐλογία. Τήν ὥρα ὅμως πού τά ἑτοίμαζε, ἕνας κόρακας ξαφνικά τοῦ πῆρε τὸ ἕνα ψάρι καί τό πῆγε στόν π. Παχώμιο στήν Καψάλα (ἀπόσταση πεντέμισι ὦρες). Ο π. Παχώμιος εἶχε λάβει πληροφορία ἀπό τόν Θεό γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ ἀδελφοῦ καί τήν στιγμή πού σκεφτόταν τί νά τόν φιλέψη, ὁ κόρακας τοῦ ἄφησε τό ψάρι. Ὅταν ἦλθε μετά ὁ ἀδελφός καί τό ἔμαθε αὐτό, δόξασε καί αὐτός τόν Θεό, πού τρέφει καί στήν ἐποχή μας τούς ἀνθρώπους Του μέ τόν κόρακα, ὅπως καί τόν Προφήτη Ηλία.

Ἐπίσης στήν Μονή Κουτλουμουσίου, πρίν ἀπό λίγα χρόνια, ζοῦσε ἕνας Γέροντας, ὁ π. Χαράλαμπος, πολύ ἁπλός ἀλλά καί πολύ «βιαστής» ὄχι μόνο στά πνευματικά ἀλλά καί στά διακονήματα, σέ ὅλα ἦταν προθυμότατος. Ὁ Πατήρ Χαράλαμπος θά ἔβγαζε τίς περισσότερες δουλειές, γιατί στά τελευταῖα χρόνια εἶχαν μείνει λίγοι Πατέρες στήν Μονή καί αὐτοί γέροι. Εἶχε δέ καί τήν Βιβλιοθήκη, ἀλλά τόν ἔβγαλαν, ἐπειδή δέν ἔκλεινε ποτέ τήν πόρτα. Συνήθιζε νά λέη: «᾿Αφῆστε τούς ἀνθρώπους νά διαβάζουν τά βιβλία». Δέν τοῦ περνοῦσε λογισμός ὅτι ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού κλέβουν βιβλία. Εἶχε πολλή ἁγνότητα καί ἁπλότητα. Ἐκτός ἀπό τά πολλά διακονήματα πού εἶχε, φύτευε ἀκόμη καί δένδρα γιά τούς μεταγενεστέρους, γιατί πίστευε ὅτι ἡ Μονή Κουτλουμουσίου πάλι θά ἐπανδρωθῆ. Τά μέν χέρια του συνέχεια ἐργάζονταν γιά τοὺς ἄλλους, ὁ δέ νοῦς του καί ἡ καρδιά του ἐργάζονταν στά πνευματικά διά τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με.

Στήν ᾿Ακολουθία πάντα πρῶτος. Κρατοῦσε μάλιστα τόν ἕνα χορό ὡς ψάλτης. Τήν ὥρα δέ πού ὁ Κανονάρχης πήγαινε στόν ἄλλο χορό να κανοναρχήση, ὁ Πατήρ Χαράλαμπος ἔλεγε γρήγορα – γρήγορα τήν εὐχή, γιά νά μή διακόπτη τήν ἀδιάλειπτη προσευχή του.

Ἔτσι ἐργατικότατος καί πνευματικότατος ἔζησε, χωρίς νά τό ρίξη κάτω. ᾿Αλλά, δυστυχῶς, μιά βαριά γρίπη μόνο τόν ἔριξε στό κρεβάτι, καί ὁ γιατρός εἶπε στούς Πατέρες νά μήν ἀπομακρυνθοῦν ἀπό κοντά του, γιατί σέ λίγη ὥρα θά τελειώση ἡ ζωή του. Ὁ Πατήρ τό ἄκουσε κάτω ἀπό τίς κουβέρτες καί ἀπήντησε:

– Τί λές; Εγώ δέν πεθαίνω, ἐάν δέν ἔρθη τό Πάσχα νὰ πῶ τὸ Χριστός ῾Ανέστη.

Πράγματι πέρασαν δύο μῆνες σχεδόν, ἦρθε τό Πάσχα, εἶπε το Χριστός ῾Ανέστη, κοινώνησε καί μετά άναπαύθηκε. Το φιλότιμο ἁπλό Γεροντάκι εἶχε γίνει πραγματικό παιδί τοῦ Θεοῦ καί μαζί μέ τόν Θεό καθόρισε τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του.

Στήν Σκήτη τῶν ᾿Ιβήρων, ὁ Γερο – Νικόλαος ἀπό τήν Συνοδία τῶν Μαρκιανῶν μοῦ διηγήθηκε γιά ἕναν Πατέρα, πού εἶχε καί αὐτός παιδική ἁπλότητα, ὅτι κάποτε, ὅταν εἶχε στερέψει το πηγάδι τους, εἶχε κατεβάσει τήν εἰκόνα τοῦ ῾Αγίου Νικολάου στό ξηροπήγαδο, μέ τό σχοινί δεμένη ἀπό τόν χαλκά, καί εἶπε:

– ῞Αγιε Νικόλαε, νά ἀνέβης μαζί μέ τό νερό, ἐάν θέλης νὰ σοῦ ἀνάβω το κανδήλι, ἀφοῦ μπορεῖς νά τό κάνης αὐτό. Βλέπεις, ἔρχονται τόσοι ἄνθρωποι, καί δέν ἔχουμε λίγο κρύο νερό να τούς δώσουμε.

Ὦ τοῦ θαύματος! το νερό ἀνέβαινε σιγά – σιγά, καί ἡ εἰκόνα τοῦ ῾Αγίου ἔπλεε ἐπάνω, μέχρι πού τήν ἔπιασε με τα χέρια του, τήν ἀσπάσθηκε μέ εὐλάβεια καί τήν πῆγε στό Ναό. (Αὐτό ἔγινε πρίν ἀπό πενήντα χρόνια περίπου).

Στήν ἴδια Σκήτη, λίγο πιο πάνω ἀπό αὐτή τήν Καλύβη, εἶναι οἱ «Ἅγιοι ᾿Απόστολοι», ὅπου μένουν τώρα δύο Πατέρες, πού εἶναι καί κατά σάρκα ἀδέλφια. Στήν Συνοδία αὐτή ἦταν καί ὁ Γερο – Παχώμιος, στόν ὁποῖο ἔβλεπε κανείς ὁλοφάνερα τήν ἁγιότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Το Γεροντάκι αὐτό ἦταν πολύ ἁπλό καί τελείως ἀγράμματο ἀλλά πολύ χαριτωμένο. Στό Κυριακό τῆς Σκήτης, ὅταν ἐρχόταν γιά νά ἐκκλησιασθῆ τίς ἑορτές, ποτέ δέν καθόταν στο στασίδι, ἀλλά πάντα ὄρθιος στεκόταν, ἀκόμη καί στίς ὁλονυκτίες, καί ἔλεγε τήν εὐχή. Ὅταν τύχαινε νά τόν ρωτήση κανείς «ποῦ βρίσκεται ἡ ᾿Ακολουθία», ἀπαντοῦσε:

– Ψαλτήρια – ψαλτήρια λένε οἱ Πατέρες.

Ὅλα ψαλτήρια τά ἔλεγε. Οὔτε καί ἀπό ψαλτικά ἤξερε καθόλου, ἐκτός ἀπό τό Χριστός ᾿Ανέστη, πού ἔψαλλε το Πάσχα. Πάντα πρόθυμος νά κάνη τά θελήματα τῶν ἄλλων, χωρίς νά ἔχη καθόλου θέλημα δικό του.

Ὅση στενοχώρια καί ἐάν εἶχε κανείς, ἅμα ἔβλεπε τον Πατέρα Παχώμιο, τοῦ ἔφευγε. Ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν, ἀκόμη καί τά φίδια, πού τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη καί δέν ἔφευγαν, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. Στήν περιοχή τῆς Καλύβης ἦταν πολλά φίδια, γιατί ὑπῆρχαν νερά. Οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες πολύ φοβοῦνταν τα φίδια, ἐνῶ ὁ Γερο – Παχώμιος τά πλησίαζε χαμογελαστός, τὰ ἔπιανε καί τά ἔβγαζε ἔξω ἀπό τον φράχτη τους.

Μιά μέρα, ἐνῶ πήγαινε βιαστικός στην Καλύβη τῶν Μαρκιανῶν, στο δρόμο βρῆκε ἔνα μεγάλο φίδι, τὸ ὁποῖο τύλιξε στη μέση του σάν ζώνη, γιά να τελειώση πρῶτα τήν δουλειά του καί μετά νά τό βγάλη ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχή τους. Ὁ Πατήρ Ἰάκωβος, μόλις τόν εἶδε, τρόμαξε, καί ὁ Πατήρ Παχώμιος παραξενεύτηκε γι’ αὐτό.

Μετά μοῦ ἔλεγε: Δέν ξέρω γιατί φοβᾶνται ἀπό τά φίδια. Ἐκεῖνος ὁ δικός μας Πατήρ ᾿Ανδρέας φοβᾶται ἀκόμη καί ἀπό τούς σκορπιούς! Ἐγώ τούς μαζεύω στη χούφτα μου τούς σκορπιούς ἀπό τά ντουβάρια καί τούς πετάω ἔξω ἀπό τήν Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου ἀπό τό πάρκινσον, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω ἔξω.

Ρώτησα τόν Γέροντα:

– Γιατί δέν σε δαγκώνουν ἐσένα τα φίδια, Πάτερ Παχώμιε;

Μοῦ ἀπήντησε:

– Κάπου γράφει ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ ἕνα χαρτί «ἐάν ἔχης πίστη, πιάνεις καί τά φίδια καί τούς σκορπιούς, καί δέν σε πειράζουν».

Τό ἅγιο αὐτό Γεροντάκι, ὁ Πατήρ Παχώμιος, εἶχε ἀναπαυθῆ στις 22-10-1967, ἕνα χρόνο πρίν ἀπό τόν Γέροντα Παπα – Τύχωνα.

Πηγή: «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα» Ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, σελ. 8-13

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *