Ὁσία Ὑπομονὴ (29/5/2026)

Ἁγία Ὑπομονή, κατὰ κόσμον Ἑλένη Δραγάση, καὶ ἀργότερα, ὡς σύζυγος τοῦ Μανουὴλ ΒΠαλαιολόγου, «Ἑλένη ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ αὐγούστα καὶ αὐτοκρατόρισσα τῶν Ρωμαίων Παλαιολογίνα», ἦταν θυγατέρα τοῦ Κωνσταντίνου Δραγάση, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἡγεμόνεςκληρονόμους τοῦ μεγάλου Σέρβου κράλη (βασιλιᾶ) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν ἀπὸ βασιλικὴ καὶ εὐλογημένη γενιά. Στοὺς προγόνους της συγκαταλέγονται ἄνθρωποι ποὺ ἁγίασαν ὅπως ὁ Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας ποὺ μόνασε μὲ τὸ ὄνομα Συμεῶν καὶ ἦταν κτίτορας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ὁ Κωνσταντῖνος Δραγάσης ἀνέλαβε τὴν ἡγεμονία τοῦ σημερινοῦ βουλγαρικοῦ τμήματος τῆς βόρειο – ἀνατολικῆς Μακεδονίας, στὴν περιοχὴ μεταξὺ τῶν ποταμῶν Ἀξιοῦ καὶ Στρυμῶνος.

Ἡ γέννησή της τοποθετεῖται στὰ ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο τὸ Δουσὰν χρόνια. Ἡ ἀνατροφή, ἡ μόρφωση, ἡ ἀγωγή της, ἦταν διαποτισμένα μὲ ὅ,τι ἀνώτερο ὑπαγόρευε τὸ βυζαντινὸ ἰδεῶδες, διότι οἱ Σέρβοι εἶχαν ἐπηρεαστεῖ πολὺ ἀπὸ τὸν βυζαντινὸ πολιτισμό. Ἔνοιωθε τὸν ἑαυτό της περισσότερο ταυτισμένο μὲ τὸν πολιτισμὸ καὶ κυρίως μὲ τὴν ἐθνικὴ συνείδηση τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Συναισθηματικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἔρεπε μᾶλλον πρὸς τὸ Βυζάντιο, τοῦ ὁποίου ἐπέπρωτο νὰ γίνει Αὐγούστα καὶ Αὐτοκρατόρισσα, περὰ πρὸς τὴν γενέθλιο σερβικὴ πατρίδα.

Κοντὰ σαὐτὰ καὶ πάνω ἀπαὐτά, γαλουχήθηκε μὲ τὴν πατροπαράδοτη στὴν οἰκογένειά της, ἀκράδαντη ὀρθόδοξη πίστη στὸ Θεό. Αὐτὴ ἡ πίστη εἶναι ποὺ θὰ τὴν ὁδηγεῖ, θὰ τὴν φωτίζει, καὶ θὰ τὴν ἐμπνέει στὴν πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις καὶ δοκιμασίες ζωή της.

Ὑπολογίζεται νὰ ἦταν 19 περίπου χρονῶν ὅταν παντρεύτηκε τὸν Μανουὴλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη τοῦ 1390 μ.Χ.), λίγους μῆνες πρὶν γίνει Αὐτοκράτορας.

Ἡ καινούργια ζωὴ τῆς Ἑλένης – ἁγίας Ὑπομονῆς, ἀπὸ τὴν ἀρχή της ἔδειξε ὅτι θὰ ἦταν Γολγοθᾶς. Πολλὲς ἦταν οἱ φορὲς ποὺ χρειάστηκε νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τῆς προσβολῆς καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ στὸ πλευρὸ τοῦ συζύγου της ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἀλλόθρησκους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ κατ’ ὄνομα χριστιανικὰ κράτη τῆς Δύσεως, στὴν ἀπεγνωσμένη προσπάθειά του νὰ βρεῖ τρόπους σωτηρίας τῆς ἑτοιμοθάνατης Αὐτοκρατορίας.

Ἡ Ἑλένη – ἁγία Ὑπομονὴ ἀπεδείχθη ἐξαιρετικὸς ἄνθρωπος ποὺ συγκέντρωνε πολλὲς καὶ μεγάλες ἀρετές, καὶ ψυχικὴ δύναμη. Ἔδειξε ὅτι εἶχε ἀπόλυτη συναίσθηση τόσο τῆς θέσης της καὶ τῶν περιστάσεων, ὅσο καὶ τοῦ ρόλου ποὺ αὐτές της ὑπαγόρευαν, σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα.

Ἀγαποῦσε τὸ λαό. Ἦταν ἡ μεγάλη μάνα ποὺ ὁ καθένας μποροῦσε νὰ προστρέξει. Συμμεριζόταν τὶς ἀγωνίες του καὶ ἀνησυχίες του ἐνώπιον τῶν φοβερῶν ἐθνικῶν κινδύνων καὶ προσπαθοῦσε πάντοτε μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν πραότητά της καὶ μὲ γλυκὰ καὶ παρηγορητικά της λόγια νὰ τὸν ἐνισχύσει. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὰ καὶ εὔγλωττα μέσα στὴν λακωνικότητά της τὰ ὅσα γράφει γιὰ τὴν Αὐτοκρατόρισσα, ὁ σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων: «Ἡ Βασιλὶς αὕτη μὲ πολλὴν ταπείνωσιν καὶ καρτερικότητα ἐφαίνετο νὰ ἀντιμετωπίζει καὶ τὰς δύο μορφὰς τῆς ζωῆς. Οὔτε κατὰ τοὺς καιροὺς τῶν δοκιμασιῶν ἀπεγοητεύετο, οὔτε ὅταν εὐτυχοῦσε ἐπανεπαύετο, ἀλλὰ εἰς κάθε περίπτωσιν ἔκανε τὸ πρέπον. Συνεδύαζε τὴν σύνεσιν μὲ τὴν γενναιότητα, περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην γυναῖκα. Διεκρίνετο διὰ τὴν σωφροσύνην της. Τὴν δὲ δικαιοσύνην τὴν εἶχε εἰς τελειότατον βαθμόν. Δὲν ἐμάθαμε νὰ κάμνει κακὸν εἰς οὐδένα, οὔτε μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν, οὔτε μεταξὺ τῶν γυναικῶν. Ἀντιθέτως ἐγνωρίσαμε νὰ κάμνει πολλὰ καλὰ καὶ εἰς πολλούς. Μὲ ποῖον ἄλλον τρόπον δύναται νὰ φανεῖ ἐμπράκτως ἡ δικαιοσύνη, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονός του νὰ μὴ κάμνει κανεὶς ποτὲ θεληματικὰ καὶ σὲ κανέναν κακό, ἀλλὰ μόνον τὸ ἀγαθὸν σὲ πολλούς;»

Στάθηκε ἀντάξια τοῦ φιλόσοφου καὶ φιλόχριστου συζύγου τῆς Μανουήλ. Στάθηκε ἄξια δίπλα του γιὰ 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα μὲ σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλ. ὅλα γινόντουσαν μὲ συμφωνία, ὁμόνοια, συναπόφαση, ἐν πνεύματι Χριστοῦ καὶ ἀγωνιστικὴ ἁγιότητα. Κατόρθωναν νὰ τιμοῦν τὴν ἀρετὴ μὲ λόγια καὶ ἔργα. «Λόγῳ μὲν διδάσκοντας τὸ πρακτέον, ἔργῳ δὲ γενόμενοι πρότυπα καὶ εἰκόνες ἐφηρμοσμένης ἀγάπης».

Στὸ εὐλογημένο ζευγάρι ὁ Θεὸς χάρισε ὀκτὼ παιδιά. Ἕξι ἀγόρια ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ δύο ἀνέβηκαν στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, ὁ Ἰωάννης Η’ (1425 – 1448 μ.Χ.) καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ’, ὁ τελευταῖος θρυλικὸς αὐτοκράτορας (1448 – 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.- μαύρη ἥμερα ἁλώσεως τῆς Βασιλεύουσας). Ὁ Θεόδωρος, ὁ Δημήτριος καὶ ὁ Θωμᾶς διετέλεσαν δεσπότες τοῦ Μυστρᾶ, καὶ ὁ Ἀνδρόνικος τῆς Θεσσαλονίκης. Καὶ δύο κορίτσια, τὰ ὁποῖα ὅμως πέθαναν σὲ μικρὴ ἡλικία. Ἡ πολύτεκνη καὶ φιλότεκνη μητέρα γαλούχησε τὰ παιδιά της μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως καὶ τὴ γλυκύτατη διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, τὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἱερὰ προσκυνήματα καὶ σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, καὶ ἐπιζητοῦσε ὑπὲρ αὐτῶν τὶς εὐχὲς τῶν ἁγίων ἀσκητῶν καὶ Γερόντων. Τὰ ἀνέθρεψε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου», καὶ ποτὲ δὲν «ἔπαυσε μετὰ δακρύων προσευχῆς καὶ ἀγάπης νὰ νουθετῇ ἕνα ἕκαστον». Με ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ σμίλεψε τοὺς χαρακτῆρες τους, τοὺς ἔδωσε μαζὶ μὲ τὸ «ζῆν»και τὸ «εὔ ζῆν».

Ἔτσι, κατάφερε, μεταξὺ ἄλλων, νὰ θέσει τέρμα στὶς ἐπὶ 90 περίπου χρόνια συγκρούσεις μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογένειας γιὰ τὴν ἐξουσία ποὺ εἶχαν ἐξαντλήσει τὴν αὐτοκρατορία. Οἱ ὅποιες διαφορὲς ἀπόψεων ἡ διενέξεις παρουσιάζονταν (μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μανουήλ), ξεπερνιόνταν ἥσυχα μὲ τὸ κῦρος τῆς μητρικῆς της παρέμβασης καὶ τῆς προσευχῆς της.

Ἰδιαίτερη ἦταν ἡ ἀγάπη της γιὰ τὰ Μοναστήρια. Ἐκεῖ ἀναπαυόταν, ξεκουραζόταν ἡ ψυχή της, ἀντλοῦσε δύναμη καὶ κουράγιο γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, τὸ ἐνέπνευσε σὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά της. Ὁ σύζυγός της ἀφοῦ παρέδωσε τὸν θρόνο στὸν πρωτότοκο Ἰωάννη, δύο μῆνες πρὶν τὸν θάνατό του (29 Μαρτίου 1425 μ.Χ.), ἀπεσύρθη στὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ματθαῖος. Ἡ ἴδια, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ συζύγου τῆς ἔγινε μοναχὴ (1425 μ.Χ.) στὴ Μονὴ τῆς κυρᾶς Μάρθας, μὲ τὸ ὄνομα Ὑπομονή. Καὶ τρία ἀπὸ τὰ παιδιά τους ἐπίσης ἔγιναν μοναχοί, ὁ Θεόδωρος καὶ ὁ Ἀνδρόνικος (μ. Ἀκάκιος) στὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορος, καὶ ὁ Δημήτριος (μ. Δαυὶδ) στὸ Διδυμότειχο. Ἐπίσης, ἡ πενθερά της καὶ ἡ κουνιάδα τῆς ἐτελείωσαν τὴν ζωή τους ὡς Μοναχές. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐγγονή της, κόρη τοῦ γιοῦ της Θωμᾶ, Ἑλένη, ποὺ ἔγινε Μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Ὑπομονὴ στὴ Λευκάδα.

Ἀκόμα, ἐν ὅσῳ βρισκόταν στὴν πατρίδα της, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της ἔκτισαν τὴν Ι. Μ. Παναγίας Παμμακαρίστου στὸ Πογάνοβο τῆς πόλης Δημήτροβγκραντ τῆς Ν.Α. Σερβίας. Στὴν Κωνσταντινούπολη εἶχε συνδεθεῖ μὲ τὴν Ι. Μ. τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς Πέτρας, ὅπου φυλαγόταν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ ὁσίου Παταπίου τοῦ θαυματουργοῦ, στὸν ὁποῖο ἡ ἁγία Ὑπομονὴ ἔτρεφε ἰδιαίτερη εὐλάβεια. Ἡ Μονὴ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν συνασκητὴ τοῦ ὁσίου Παταπίου στὴν Αἴγυπτο, ὅσιο Βάρα, ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη του Ρωμανοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ 450 μ.Χ. Μὲ τὴν συμβολὴ τῆς ἁγίας ἱδρύθηκε στὴ Μονὴ γυναικεῖο γηροκομεῖο μὲ τὴν ἐπωνυμία «Ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων». Ἡ εὐλάβειά της πρὸς τὸν ὅσιο Πατάπιο φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἁγιογράφος τοῦ σπηλαίου τοῦ ὁσίου Παταπίου στὰ Γεράνεια ὄρη τῆς Κορινθίας θεώρησε ἀπαραίτητο νὰ ἱστορήσει τὴν ἁγία Ὑπομονὴ δίπλα ἀπὸ τὸ σκήνωμα τοῦ ὁσίου.

Ἄνθρωπος φωτεινὸς καὶ φωτισμένος ἡ ἁγία Ὑπομονή, προικισμένη μὲ πολλὰ τάλαντα, ποὺ τὰ «ἐμπορεύθηκε» μὲ σύνεση καὶ σωφροσύνη καὶ τὰ πολλαπλασίασε, κατάφερε μὲ τὴν ἀρετή, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν καρτερία της νὰ φθάσει σὲ δυσανάβατα μέτρα ἀρετῆς. Μιὰ σημαντικὴ φυσιογνωμία ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, ὁ πρῶτος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μετὰ τὴν ἅλωση, στὸν Παραμυθητικὸ τοῦ Λόγο πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνο ΙΑ’, «Ἐπὶ τὴ κοιμήσει τῆς μητρὸς Αὐτοῦ ἁγίας Ὑπομονῆς», ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ τὰ ἑξῆς:

«Τὴν μακαρίαν ἐκείνην Βασίλισσαν ὅταν τὴν ἐπεσκέπτετο κάποιος σοφός, ἔφευγεν κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἰδικήν της σοφίαν. Ὅταν τὴν συναντοῦσε κάποιος ἀσκητής, ἀποχωροῦσε, μετὰ τὴν συνάντηση, ντροπιασμένος διὰ τὴν πτωχείαν τῆς ἰδικῆς του ἀρετῆς, συγκρινομένης πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐκείνης. Ὅταν τὴν συναντοῦσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εἰς τὴν ἰδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Ὅταν τὴν συναντοῦσε κάποιος νομοθέτης, ἐγινόταν προσεκτικώτερος. Ὅταν συνομιλοῦσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ὅτι ἔχει ἐνώπιόν του ἔμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Ὅταν κάποιος θαρραλέος (τὴ συναντοῦσε), ἔνοιωθε νικημένος, αἰσθανόμενος ἔκπληξιν ἀπὸ τὴν ὑπομονήν, τὴν σύνεσιν καὶ τὴν ἰσχυρότητα τοῦ χαρακτῆρος της. Ὅταν τὴν ἐπλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, ἀποκτοῦσε ἐντονώτερο τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας. Ὅταν τὴν συναντοῦσε κάποιος φίλος τῶν διασκεδάσεων, ἀποκτοῦσε σύνεσιν, καί, γνωρίζοντας τὴν ταπείνωσιν εἰς τὸ πρόσωπόν της, μετανοοῦσε. Ὅταν τὴν ἐγνώριζε κάποιος ζηλωτὴς τῆς εὐσεβείας, ἀποκτοῦσε μεγαλύτερον ζῆλον. Κάθε πονεμένος μὲ τὴ συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τὸν πόνο του. Κάθε ἀλαζόνας αὐτοτιμωροῦσε τὴν ὑπερβολικήν του φιλαυτίαν. Καὶ γενικὰ κανένας δὲν ὑπῆρξε, ποὺ νὰ ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μαζί της καὶ νὰ μὴν ἔγινε καλύτερος».

Ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ μὴν ζήσει τὶς τελευταῖες τραγικὲς στιγμὲς τῆς Αὐτοκρατορίας. Τὴν κάλεσε κοντά Του στὶς 13 Μαρτίου 1450 μ.Χ., ἔχοντας διανύσει 35 χρόνια ὡς Αὐτοκρατόρισσα καὶ 25 ὡς ταπεινὴ μοναχή. Ὁ σύγχρονός της διάκονος Ἰωάννης Εὐγενικός, ἀδελφὸς τοῦ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου, στὸν Παραμυθητικό του Λόγο πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον Παλαιολόγον ἐπὶ τῇ κοιμήσει τῆς Μητρός του ἁγίας Ὑπομονῆς συνοψίζει:

«Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀοίδιμον, ἐκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τὰ πάντα ἐν ὅσῳ ζοῦσε, ἦσαν ἐξαίρετα, ἡ πίστις, τὰ ἔργα, τὸ γένος, ὁ τρόπος, ὁ βίος, ὁ λόγος καὶ ὅλα μαζὶ ἦσαν σεμνὰ καὶ ἐπάξια τῆς θείας τιμῆς καί, ὅπως ἔζησε μέτοχος τῆς θείας Προνοίας, ἔτσι καὶ ἐτελεύτησεν».

«Ἁγία Δέσποινα», όπως τὴν ὀνομάζει ὁ Γεώργιος Φραντζῆς, συνέδεσε τὴν ἔννοια τοῦ μοναχικοῦ της ὀνόματος (Ὑπομονὴ) μὲ τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσεως καὶ τῶν εὐτυχῶν στιγμῶν καὶ τῶν ἀπείρων δυσκολιῶν τῆς ὅλης ζωῆς της. Ὑπομονὴ κατὰ βίον, πρᾶξιν καὶ μοναχικὸ ὄνομα. «Τὴ ὑπομονὴ αὐτῆς ἐκτήσατο τὴν ψυχὴν αὐτῆς».

 

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

Την κλεινήν βασιλίδα έγκωμιάοωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει βοώντες’ Μήτερ, λιταίς σου θραϋσον ημών της αμαρτίας δεσμούς.

 

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω.

Υπομονής θεοστηρίκτου την ομώνυμον και βασιλίδων θεοσόφων την υπέρτιμον, την εκλάμψασαν ως άστρον εν Βυζαντίω και χορούς μοναζουσών καταπυρσεύσασαν, ταπεινώσεως βολαίς ανευφημήσωμεν, πόθω κράζοντες. Χαίροις, Μήτερ πανεύφημε.

 

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
29 Μαΐου 2026 ἑορτάζουν:

Ἁγία Θεοδοσία ἡ Παρθένος

Ἁγία Θεοδοσία ἡ Ὁσιομάρτυς ἡ Κωνσταντινουπολίτισσα

Ἅγιος Ἀλέξανδρος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας

Ὁσία Ὑπομονή

Ἀνάμνησης τῆς θλιβερᾶς ἁλώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων

Ἅγιος Ἄνδρας καὶ ἡ Σύζυγος του

Ἅγιος Ὀλβιανὸς ἐπίσκοπος Ἀνέων καὶ οἱ αὐτοῦ μαθητές

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νάννος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη

Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀργέντης

Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ζήλων

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ διὰ Χριστὸν σαλός

Ἅγιος Ethelbert ὁ βασιλεύς

Ὅσιος Ἰερεμίας ὁ Δαμασκηνός

Ἅγιος Σισίννιος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτὸν Μαρτύριος καὶ Ἀλέξανδρος οἱ Μάρτυρες

Ἅγιος Μαξιμίνος Ἐπίσκοπος Τρεβήρων

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου «ἡ Ἐγγύηση τῶν Ἁμαρτωλῶν»

Σύναξη τῆς Παναγίας της Εἰκοσπενταρούσας στὴν Σαμοθράκη

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *