
Μία ἡμέρα λοιπὸν δύο χωριάτες ἦλθαν στὰ παζάρια καὶ ὁ ἕνας ἀγόρασε τὴν φοράδα τοῦ ἄλλου.
Ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἀγόρασε, ἐπῆγε εἰς τὴν ἐκκλησία καὶ ἐπροσκύνησε. Ἄφησε δὲ ἐμπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ μερικὰ χρήματα καὶ μοῦ εἶπε νὰ ἀνάψω ἕνα κερί.
Ἐγὼ ἄναψα τὸ κερί, εἶδα τὰ χρήματα, ἦσαν ἀρκετά, δὲν πῆρα τὰ χρήματα, τ’ ἄφησα ἐμπρὸς στὴν εἰκόνα. Κατὰ τὸ βράδυ, ἐπῆγα ν’ ανάψω τὰ καντήλια καὶ βλέπω νὰ λείπουν τὰ χρήματα. Μὰ δὲν ξέρεις πόση στενοχώρια μου ἦλθε.
Ὁ πειρασμὸς μὲ ἐσκλήρυνε καὶ ἐμένα καί, ὅπως κουβεντιάζουμεν μαζί, ἐπῆγα ἐμπρὸς στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ λέγω:
Ἅγιε Πρόδρομε, δὲν εἶσαι ἐδῶ; Γιατί ἀφήνεις καὶ σοῦ παίρνουν τὰ χρήματα ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν Εἰκόνα σου; Ἄαα, δὲν σοῦ ἀνάβω τὸ καντήλι.
Ἔτσι, γέρο-Λάζαρε, ἄναψα μόνο τῆς Παναγίας τὸ καντήλι καὶ ἔφυγα. Ναί, ἀλλὰ μέσα μου ὅμως ἡ καρδιά μου κτυποῦσε λιγάκι. Ἐπῆγα στὸν μύλο, ἀνέβηκα ἐπάνω στὸ σπίτι, ἔφαγα λίγο ψωμί, ἀλλὰ συγχυσμένος. Θυμόμουνα ὅτι τὸ καντήλι τοῦ Ἁγίου τὸ εἶχα σβηστό, ἀλλὰ ὁ κοτσονούρης [ὁ διάβολος] δὲν μὲ ἄφηνε, πολὺ μὲ ἐσκλήρυνε. Ἔλεγα μέσα μου:
Ἄϊ νὰ δοῦμε τί θὰ γίνη. Δὲν τὸ ἀνάβω τὸ καντήλι ἀπόψε.
Ἐκοιμήθηκα λοιπόν, ἀδελφέ μου, μὲ τὴν σύγχυσιν ὅπου εἶχα, ὅμως ἐπέμενα στὴν γνώμη μου. Ἔτυχε νὰ εἶναι πανσέληνος, τὸ φεγγάρι σὰν ἥλιος καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ κελλιοῦ μου ἔμπαινε μέσα το φῶς.
Καθὼς λοιπὸν ἐκοιμόμουν μόνος μου -διότι ἄλλον συνοδεία τότε δὲν εἶχα [βρισκόταν στὸ μετόχι τῆς Μονῆς Διονυσίου στὰ Μαριανὰ Χαλκιδικῆς]- κατὰ τὰ μεσάνυκτα αἰσθάνομαι μία σκουντιά. Ξυπνῶ καὶ βλέπω ἕναν γίγαντα μπροστά μου, μὲ τὰ μαλλιὰ ξέπλεκα. Ἀπὸ τὸν φόβο μου ἄρχισα νὰ τρέμω καὶ μόλις ἐμπόρεσα νὰ τοῦ εἰπῶ:
Πῶς ἦλθες ἐδῶ;
Εἰς ἀπάντησιν μοῦ λέει μὲ ὕφος σοβαρόν:
Τὸ πῶς ἦλθα μὴ ἐρωτᾶς, ἀλλὰ εἰπές μου, γιατί δὲν ἀνάβεις τὸ καντήλι;
Καὶ ἀμέσως μὲ πολὺν φόβον, μὲ τρέμουσαν φωνήν, μὲ δάκρυα στοὺς ὀφθαλμοὺς λέγω:
Νὰ μὲ σχωρέσης, Ἅγιε, ἔσφαλλα.
Τότε τοῦ ἔβαλα τρεῖς μετάνοιες κλαίγοντας εἰς τὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσα νὰ μὲ συγχωρέση.
Ἐνῷ ὁ γέρο-Βησσαρίων μοῦ ἐδιηγούνταν αὐτά, ἄρχισε ἀπὸ τὴν κατάνυξιν νὰ κλαίη ἐνώπιόν μου. Ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ κατάνυξις, ἐξηκολούθησε.
Τότε ἀκούω, ἀδελφέ, τὸν Τίμιον Πρόδρομον μὲ γλυκεῖαν καὶ ἥμερον φωνὴν καὶ μοῦ λέει:
Παιδί μου, Βησσαρίων, λέγεις ὅτι δὲν εἶμαι ἐδῶ; Καὶ ἂν ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐδῶ, τότε ποιός σὲ φυλάγει ἐδῶ τόσα χρόνια, σ’ αὐτὴν τὴν ἐρημιὰ ἀπὸ τοὺς ληστὲς καὶ τὰ ἄλλα κακοποιὰ στοιχεῖα;
(Καὶ πάλιν ἄρχισε νὰ κλαίη ὁ π. Βησσαρίων ἐκ συγκινήσεως καὶ εὐλαβείας του πρὸς τὸν Τίμιον Πρόδρομον).
Ἅγιε μου, τοῦ λέγω, σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρέσης, δὲν τὸ ξανακάνω.
Πήγαινε ν’ ἀνάψης τὸ καντήλι στὴν Εἰκόνα μου, καὶ νὰ τὸ κηρύττης καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ὅτι κάνουν θαύματα οἱ εἰκόνες, διότι πολλοὶ ἐδῶ ἄρχισαν νὰ λέγουν ὅτι δὲν θαυματουργοὺν οἱ εἰκόνες.
Αὐτά μου εἶπεν ὁ Ἅγιος καὶ ἔγινε ἄφαντος. Ἐγὼ ἐκείνη τὴν ὥρα ἐπῆγα στὴν ἐκκλησία καί, ὦ τοῦ θαύματος! Bλέπω ὅλα τὰ χρήματα στὸν ἴδιο τόπο, ὅπως ἦσαν, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου! Ποιός νὰ ξέρει τί λαχτάρα νὰ ἐτράβηξε ἐκεῖνος ὁ κλέφτης καὶ τὰ ἔφερε αὐτὴν τὴν ἴδια νύκτα τὰ χρήματα στὴν εἰκόνα.
Τέλος τὸν ρώτησα:
Τί ἐνδύματα φοροῦσε ὁ Τίμιος Πρόδρομος;
Νά, ὅπως τὸν βλέπεις στὴν Εἰκόνα μὲ τὴν προβειά. Ἀλλὰ τέτοιον ὑψηλὸν ἄνθρωπο δὲν εἶδα ἄλλον στὴ ζωή μου. Μὰ τί νὰ σοῦ εἰπῶ! Ἄνδρας πελώριος, γίγαντας.
Σὲ πιστεύω, τοῦ λέγω, διότι καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοὶς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ», ἀγκαλά [ἂν καὶ] πρωτίστως ὑπονοεῖται διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀρετῶν του καὶ τὴν μεγάλη του ἁγιωσύνην. Ὅμως ἰσχύει αὐτὸ καὶ διὰ τὴ σωματικήν του διάπλασιν, διότι τὰ λόγια τοῦ Κυρίου καὶ τὰ δύο περιλαμβάνουν.
Διήγηση τοῦ γέρο – Βησσαριῶνος Διονυσιάτη
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Λάζαρου Διονυσιάτου, “Διονυσιάτικαι Διηγήσεις”
