π. Ἰωάννης Καλαΐδης: «ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἔρχεται πάντα ὅταν τὸν ἐπικαλοῦμαι!»

Ἡ ζωή του ὅλη ἦταν νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχὴ καὶ ταπείνωση. Εἶχε πολλὰ βάσανα, πολλὲς δοκιμασίες, ἀλλὰ τὰ ξεπερνοῦσε μὲ καρτερικότητα καὶ ταπείνωση. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν ἀντάμειψε μὲ πολλὰ χαρίσματα. Ἡ δυνατή του προσευχή, ἡ διορατικότητά του, ὁ καλός του λόγος, ἡ ταπείνωσή του τὸν καθιέρωσαν στὰ μάτια τῶν πιστῶν ὡς ἅγιο. Θὰ μποροῦσα νὰ μιλῶ μέρες γιὰ τὸν π. Ἰωάννη, ὅμως νιώθω μέσα μου ἕνα γλυκόπικρο συναίσθημα, ποὺ μ’ ἀναγκάζει νὰ περιοριστῶ μόνο γιὰ 10 λεπτὰ καὶ 2-3 περιστατικὰ ποὺ ἔζησα μαζί του.

Τὸ 1991 ὅταν στὸ κτῆμα μου στὴν Καλλικράτεια Χαλκιδικῆς ἔχτιζα ἕνα μικρὸ παρεκκλησάκι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ μὲ ὑπόδειξη τοῦ πατρὸς Ἰωάννη μετὰ ἀπὸ ἕνα τρομακτικὸ ἀτύχημα ποὺ εἶχε ὁ γιός μου, μὲ ἄδεια τὴς Μητροπόλεως Κασσανδρείας, κι ἐνῷ ἤμουν κοσμικός, ἔρχεται μαζὶ μὲ τὴν κόρη του Θεοδώρα ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ γονατίζει ἐδαφιαία μέσα στὰ τσιμέντα καὶ τοὺς σοβᾶδες καὶ σταυροκοπιέται κλαίγοντας.

Ὅταν σηκώθηκε δὲν εἶχε ἴχνος σκόνης. Ἡ κόρη του τὸν παρακάλεσε νὰ εὐλογήσει κι ἕνα δωματιάκι ποὺ εἶχα γιὰ κατοικία. Ἀφοῦ τὸ εὐλόγησε μοῦ λέει: «Παιδί μου ἐδῶ θὰ γίνονται πολλὰ θαύματα!».

Ἡ σύζυγός μου ἀπὸ τὴ λαχτάρα της νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ π. Ἰωάννη τράβηξε τὴν πόρτα τοῦ δωματίου καὶ κλειστήκαμε ἔξω. Τὰ κλειδιὰ ἦταν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα. Τῆς εἶπα «Δὲν πειράζει! Θὰ σπάσω τὸ τζάμι καὶ θὰ μποῦμε!». Αὐτὴ ὅμως, μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ εἶχε καὶ ἔχει, μοῦ λέει: «Ὄχι! Ὁ π. Ἰωάννης εἶπε ὅτι θὰ γίνονται θαύματα ἐδῶ!». Ἦταν δεδομένο. Πιανόμαστε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ ἀρχίζουμε τὸ τροπάριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου: «Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής…» καὶ κάνει κλὰκ ἡ πόρτα καὶ ἀνοίγει χωρὶς καμία ἐπέμβαση.

Μιὰ ἄλλη φορά μας καλεῖ στὸ σπίτι της ἡ κυρία Θεοδώρα, ποὺ κι ἐδῶ κοντὰ εἴμαστε, στὴ Θεσσαλονίκη, ἐπειδὴ μᾶς ζήτησε ὁ πατέρας της. O π. Ἰωάννης, πίσω ἀπὸ τὸ αὐτὶ εἶχε μιὰ μεγάλη μαύρη ἐλιὰ καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι ἦταν καρκίνος. Μὲ παρακάλεσε νὰ φέρω ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι της Καλλικράτειας λίγο λάδι ἀπὸ τὴν καντήλα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Πράγματι, τὸ ἔφερα καὶ τὸ ἔδωσα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί μας παίρνουν τηλέφωνο νὰ ξαναπᾶμε. Πράγματι ἡ ἐλιὰ εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Καὶ ζήτησε νὰ μεταβοῦμε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν ἅγιο ποὺ λάτρευε.

Ἦταν μιὰ κρύα, βροχερὴ μέρα. Φτάνοντας στὸ ἐκκλησάκι ἤμασταν περίπου 10 ἄτομα. Ἀρχίσαμε τὴν παράκληση τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Τελειώνοντας μᾶς παρακάλεσε νὰ τὸν ἀφήσουμε μόνο του. Οἱ ὑπόλοιποι πήγαμε στὸ δωματιάκι νὰ πιοῦμε τσάϊ. Βλέποντας ὅμως ὅτι ἀργεῖ πῆρα μιὰ ὀμπρέλα καὶ πῆγα νὰ τὸν πάρω. Φτάνοντας στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας τὸν ἀκούω νὰ μιλᾶ μὲ κάποιον.

Μπαίνοντας τὸν ρωτῶ: «Μὲ ποιόν μιλᾶς γέροντα;». Κι ἐκεῖνος χαμογελῶντας μοῦ λέει: «Μὰ μὲ τὸν Ἅγιο γιέ μου!».

Βλέποντάς με νὰ τά ‘χω λίγο χαμένα, μοῦ λέει: «Ἄκουσε παιδί μου, ὅταν ἕναν ἅγιο τὸν ἀγαπᾶς, προσεύχεσαι σ’ αὐτόν, τὸν ὑπηρετεῖς, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ σοῦ φανερωθεῖ. Καὶ θὰ μιλᾶς μαζί του, ὅπως ἐγὼ μιλῶ μὲ σένα. Ἐγώ, στὸν Ἅγιο Γεώργιο χειροτονήθηκα. Τοῦ Ἁγίου Γεωργίου παντρεύτηκα. Τὸν Ἅγιο Γεώργιο ὑπηρέτησα. Ἔρχεται πάντα ὅταν τὸν ἐπικαλοῦμαι. Ἄλλωστε, στὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Γεωργίου εἴμαστε καὶ κτήτορα πατρὸς Γεωργίου». Εἶπα: «Μὰ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱερεύς!». «Θὰ γίνεις, παιδί μου», μοῦ λέει, «θὰ γίνεις». Χωρὶς ἄλλη κουβέντα πήγαμε στὸ δωματιάκι.

Ἀπὸ τὴν Εἰσήγηση τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Παγώνη, Ἀρχιερατικοῦ Ρεντίνης, στὴν Ἡμερίδα ποὺ διοργανώθηκε, πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγιασμένου λευίτη τοῦ Κυρίου, πατέρα Ἰωάννη Καλαΐδη.

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *