
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ. μιὰ τρομερὴ ἀνομβρία κτύπησε τὰ νησιὰ τοῦ Ἰόνιου Πελάγους. Ἰδιαίτερα τὴ νῆσο Κέρκυρα. Ἡ δύναμη ποὺ κρατοῦσε κι ἐξουσίαζε τὰ νησιὰ μὲ τοὺς πολέμους ποὺ διεξήγαγε ἐδῶ κι ἐκεῖ, δὲν εὕρισκε καιρὸ νὰ σκεφθεῖ τους δουλοπάροικούς της. Ὁ λαὸς πεινᾶ. Ὑποφέρει. Πλησίαζε καὶ τὸ Πάσχα, ἡ Λαμπρή. Πῶς θὰ περνοῦσε ὁ κόσμος τέτοιες μέρες χωρὶς ψωμί; Στὶς δύσκολες αὐτὲς ὧρες ὅλοι θυμοῦνται τὸν Θεό. «Ἡ παιδεία Κυρίου ἀνοίγει μου τὰ ὦτα» (Ἠσαΐα, ν’ 5) φωνάζει κι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Στὴν ἐκκλησία ποὺ φυλάγεται τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὁ λαὸς ἀγρυπνεῖ καὶ παρακαλεῖ. Οἱ ἱερεῖς ψέλνουν τὴν παράκληση τοῦ Ἁγίου. Κι ἡ ἀπάντηση ἔρχεται τάχιστα.
Τὸ Μέγα Σάββατο τρία πλοῖα φορτωμένα μὲ σιτάρι πλέουν πρὸς τὴν Ἰταλία. Ὅταν περνοῦσαν την Κέρκυρα, οἱ ναῦτες βλέπουν ξαφνικὰ καὶ τῶν τριῶν πλοίων τὴν πλώρη νὰ στρέφεται πλάγια καὶ πρὸς τὸν βοριᾶ, ὅπου ἦταν ἡ νῆσος. Ὁ ἀέρας ἀλλάζει κατεύθυνση καὶ τὰ βοηθᾶ. Ἕνας γέροντας ρασοφόρος προχωρεῖ μπροστά, λὲς καὶ τοὺς δείχνει τὸν δρόμο. Καὶ μιὰ φωνὴ δυνατὴ ἀκούεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορές. «Πρὸς τὴν Κέρκυρα. Πεινοῦν ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι. Θὰ πληρωθεῖτε. Θὰ πληρωθεῖτε. Πρὸς τὴν Κέρκυρα». Σὲ λίγο, τὰ καράβια φτάνουν στὸ λιμάνι. Τὰ ἔφερε ὁ Ἅγιος. Ρίχνουν τὶς ἄγκυρες καὶ καλοῦν τὸν κόσμο νὰ τρέξει νὰ πάρει αὐτὰ ποὺ ποθοῦσε κι εἶχε τόση ἀνάγκη. Νὰ πάρει αὐτὸ ποὺ στηρίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ πάρουν τὸ σιτάρι γιὰ νὰ φτιάξουν τὸ ψωμί. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ τὸ λιμάνι γέμισε ἀπὸ κόσμο. Τὰ σακκιὰ μὲ τὸν ξανθὸ θησαυρὸ σέρνονται στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ διαμοιράζονται. Οἱ καρδιὲς πανηγυρίζουν. Τὰ δάκρυα τοῦ πόνου μεταβάλλονται μὲ μιᾶς σὲ δάκρυα χαρᾶς. Δοξολογίας καὶ χαρᾶς, μὰ κι εὐγνωμοσύνης στὸν Μεγάλο Πατέρα, τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν προστάτη κι ἀκοίμητο φρουρὸ ἅγιο.
Ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνηση μὲ θέσπισμά της ὥρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο νὰ γίνεται λιτάνευση τοῦ ἱεροῦ Σκηνώματος τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ θυμᾶται πάντα ὁ λαὸς τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας του ἀπὸ τὴν πεῖνα!
Saint.gr
