
Ὁ π. Κλεόπας μᾶς ἐξιστοροῦσε ἐπίσης πὼς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1930 αὐτὸς καὶ τὰ ἄλλα δύο του ἀδέλφια ἔκαναν ἕνα ταξίδι στὸ Τσερναούτσι. Ὁ ἀδελφός του ὁ Γεώργιος ἦταν στρατιώτης ἐκεῖ, καὶ ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε ὅλοι μαζὶ γιὰ νὰ πάρουν τὸ στρατιωτικό του ἀπολυτήριο.
Λαμβάνοντας εὐλογία ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Ἰωαννίκιο, τὰ τρία ἀδέλφια ξεκίνησαν πεζὴ ἀπὸ τὸ Νεὰμτς πρὸς τὰ βόρεια τῆς Μολδαβίας. Προχωροῦσαν σὲ ἀπόσταση δέκα-δεκαπέντε βημάτων ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο γιὰ νὰ μποροῦν νὰ λένε καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνουν ἀπρόσκοπτα τὶς προσευχές τους καὶ τοὺς ψαλμούς του Δαβίδ.
Τὴν πρώτη τους στάση τὴν ἔκαναν στὴ Σουτσεάβα στὴ Μονὴ τοῦ Ἅγιου Ἰωάννη τοῦ Νέου. Ἔπειτα συνέχισαν τὸν δρόμο τους γιὰ τὸ Τσερναούτσι μέχρι ποὺ ἔφτασαν σὲ ἕνα χωριὸ τῆς ἐπαρχίας του Ντοροχόϊ. Ἔψαχναν νὰ βροῦν ἕνα μέρος νὰ περάσουν τὴ νύχτα, ἀλλὰ μάταιος κόπος. Μιὰ πιστὴ γυναῖκα, ὡστόσο, καταλαβαίνοντας πὼς ἦταν ξένοι, τοὺς ρώτησε:
–Τί ψάχνετε, ἀδελφοί;
–Ἕνα μέρος νὰ διανυκτερεύσουμε, ἀλλὰ δὲν βρίσκουμε!
Ἔχουμε ἕνα σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, ὅπου δὲν ζεῖ κανείς. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ κοιμηθεῖτε σὲ αὐτό, γιατί εἶναι στοιχειωμένο καὶ τὸ κατοικοῦν διάβολοι.
–Ἂν μᾶς ἀφήσετε, ἐμεῖς θὰ κοιμηθοῦμε σὲ αὐτό!
–Ἐντάξει, ἀδελφοί. Θὰ σᾶς πάω ὡς ἐκεῖ.
Φτάνοντας στὸ σπίτι, οἱ τρεῖς ἀδελφοὶ ἔφαγαν κάτι καί, κουρασμένοι ὅπως ἦταν, πῆγαν γιὰ ὕπνο. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ἄρχισαν νὰ κάνουν σαματᾶ καὶ τοὺς ξύπνησαν. Τότε οἱ ἀδελφοὶ ἔβγαλαν ἀπὸ τὸ δισάκι τους τὸ Ψαλτήρι, ἄναψαν κεριὰ καὶ ἄρχισαν νὰ προσεύχονται ὅλοι μαζὶ γιὰ ἀρκετὴ ὥρα.
Στὴν ἀρχὴ γινόταν μεγάλος χαλασμὸς μέσα στὸ σπίτι ἀπὸ τὶς κραυγὲς καὶ τὰ τσιρίγματα τῶν διαβόλων. Τὸ πεῖσμα, ὡστόσο, καὶ οἱ παρακλήσεις τῶν τριῶν ἀδελφῶν ἔκαναν τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα νὰ τραποῦν ντροπιασμένα σὲ φυγή.
Τὰ ἀδέλφια ἔμειναν νὰ προσεύχονται γιὰ μερικὲς ὧρες ἀκόμα καὶ οἱ δαίμονες δὲν τολμοῦσαν πιὰ νὰ τοὺς πλησιάσουν. Τὸ πρωὶ ἦρθε ἡ οἰκοδέσποινα νὰ τοὺς ρωτήσει πῶς εἶχαν κοιμηθεῖ καὶ αὐτοί της ἐξιστόρησαν τί συνέβη. Τότε ἡ γυναῖκα ζήτησε ἀπὸ αὐτοὺς ὁρισμένες συμβουλὲς σχετικὰ μὲ τὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ κρατήσει τὰ κακὰ πνεύματα μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι. Οἱ ἀδελφοί της εἶπαν νὰ διαβάζει κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὸ Ψαλτήρι, νὰ καλέσει ἕναν ἱερέα γιὰ ἁγιασμό, νὰ τηρεῖ τὶς νηστεῖες καὶ νὰ ἐξομολογεῖται. Αὐτὰ θὰ κρατοῦσαν τοὺς δαίμονες μακριά.
Τὰ ἀδέλφια ἔφτασαν στὸ Τσερναούτσι, πῆραν τὰ ἀπαραίτητα ἔγγραφα ἀπὸ τὸν στρατὸ καί, στὴν ἐπιστροφή τους, πέρασαν πάλι ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριὸ στὸ Ντοροχόϊ ὅπου εἶχαν διανυκτερεύσει. Ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ σπιτιοῦ τους καλωσόρισε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι ἀπὸ τότε ποὺ εἶχαν προσευχηθεῖ, τὸ σπίτι δὲν ἦταν πλέον στοιχειωμένο. Ἔτσι κατάλαβε αὐτὴ ἡ φτωχὴ γυναῖκα πόσο μεγάλη δύναμη ἔχουν οἱ Ψαλμοὶ ἐνάντια στὰ μάγια καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα.
Πηγή: «Γέρων Κλεόπας – Ὁ βίος, οἱ δοκιμασίες καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ μεγάλου Ρουμάνου ἀσκητῆ», π. Ἰωαννίκιος Μπαλάν, ἐκδ. Ἐν πλῷ, σέλ.52-53
