
Τοῦ Λάμπρου Κ. Σκόντζου
Θεολόγου – Καθηγητοῦ
(Ἡ θεραπευτικὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ κομπογιαννιτισμὸς τῶν αἱρέσεων)
Τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸν θρίαμβο τῆς ἀποκρυστάλλωσης τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, μὲ τὴν παύση τῆς ἑκατονταετοῦς εἰκονομαχικὴς ἔριδας (726-843), ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, συντάραξε τὴν Ἐκκλησία. Ἡ εὐσεβὴς βασιλομήτωρ Θεοδώρα ἡ Αὐγούστα, ὡς ἐπίτροπος τοῦ ἀνηλίκου υἱοῦ τῆς βασιλέως Μιχαὴλ Γ’ (842-867), ἀναστήλωσε ὁριστικὰ τὶς Ἱερὲς Εἰκόνες στοὺς Ναούς, ἐφαρμόζοντας τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787), σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ἡ προσκύνηση τοὺς δὲν εἶναι εἰδωλολατρία, διευκρινίζοντας, ὅτι δὲν προσκυνοῦμε τὴν ὕλη τῶν Εἰκόνων, ἀλλὰ τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα. Ὄχι μόνον ἐπιτρέπεται ἡ προσκύνησή τους καὶ ἰδιαίτερα ὁ εἰκονισμὸς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται, διότι ἀποτελεῖ ὁμολογία περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐνανθρωπήσεώς Του.
Ἀποκαλεῖται καὶ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ νὰ δηλωθεῖ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ μοναδική, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως πιστεύουμε καὶ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ πώς, ὅ,τι αὐτοαποκαλεῖται ὡς «ἐκκλησία» ἐκτὸς Αὐτῆς εἶναι ψεύτικη, στὴν καλλίτερη περίπτωση λεκτικὸ σχῆμα. Γιὰ νὰ γίνει γνωστὸ ὅτι μόνη Αὐτὴ διατηρεῖ, ἐκφράζει καὶ διδάσκει ἀπόλυτα ἀπαραχάρακτη τὴν ἀλήθεια ὅπως τὴ δίδαξε ὁ Χριστός, ὅπως τὴν παρέλαβαν καὶ διέδωσαν «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ.1,8) οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ὅπως τὴν κατενόησαν καὶ τὴν ὁριοθέτησαν ἀπὸ τὶς πλάνες οἱ ἅγιες Σύνοδοι, ὅπως τὴν παρέλαβαν καὶ μᾶς τὴν παρέδωσαν οἱ ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες, ὅπως τὴν διατηρεῖ ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος. Ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀποδεδειγμένα, δὲν πρόσθεσε καὶ δὲν ἀφαίρεσε τίποτε ἀπὸ τὴν ἀρχέγονη πίστη, ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἅγιες Σύνοδοι ὅρισαν, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς παντοειδεῖς αἱρέσεις καὶ κακόδοξες ὁμάδες, οἱ ὁποῖες διαφοροποιήθηκαν ἀπὸ Αὐτή, ἀναιρῶντας ἀλήθειες καὶ προσθέτοντας ἀλλότριες δοξασίες, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὸ ἀδιαίρετο σῶμα Της.
Ὁ προσδιορισμὸς «Ὀρθόδοξη» καθιερώθηκε μετὰ τὴν ἀπόσχιση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ (1054), γιὰ νὰ ὁρίσει τὴν «ὀρθὴ δόξα» της, τὴν γνησιότητά της, τὴν ὀρθὴ φανέρωση τῆς σώζουσας ἀποκαλυμμένης ἀλήθειας, μόνο σ’ Αὐτή.
Ἀκόμη σημαίνει καὶ τὴν δοξολογία στὸν Τριαδικὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀποκάλυψε, διὰ τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ Του, μέρος τῆς ἄφατης δόξας Του καὶ τοῦ τρόπου τῆς σωτηρίας μας, τοῦ μόνου ἀποτελεσματικοῦ τρόπου θεραπείας μας ἀπὸ τὴν πνευματική μας ἀσθένεια, ἀπότοκη τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς τῆς ὀρθότητας τὴν ὁριοθετεῖ ἀπὸ κάθε ἀπόκλιση ἀπὸ Αὐτὴ καὶ κάθε παραχάραξη τοῦ τρόπου θεραπείας μας. Κι ἀκόμα νὰ δηλώσει ὅτι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ θεραπευτήριο, ἀναστέλλει τὴ θεραπεία καὶ ὁδηγεῖ στὸν πνευματικὸ θάνατο.
Ἡ πτωτική μας κατάσταση καὶ ἡ ἐμμονή μας στὴν ἁμαρτία, εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τὴν ἁμαρτίαν, διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοὐτέστιν τοῦ ᾿Ἀδὰμ· οὕτως ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ ᾿Ἀδὰμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γὰρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ᾿ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπὸ νόμον πεσούσης τὸν τῆς ἁμαρτίας. ῞Ὦσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἐν Ἀδάμ, διὰ τῆς παρακοῆς τὴν φθορὰν καὶ τὸν πόνον, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτὴν τὰ πάθη».
Ἡ Ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἕναν καὶ μόνο σκοπὸ εἶχε, τὴν θεραπεία μας ἀπὸ τὰ ἀγιάτρευτα καὶ θανατερὰ τραύματα τῆς ἁμαρτίας. Νὰ μᾶς θεραπεύσει, νὰ μᾶς ἁγιάσει, νὰ μᾶς δώσει ξανὰ τὴ δυνατότητα τῆς ἕνωσής μας μὲ τὸ Θεό, δηλαδὴ τῆς κατὰ χάριν θεώσεως. Κάθε ἄλλη ἀντίληψη γιὰ τὴν Θεία Ἐνανθρώπιση καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο εἶναι λανθασμένη καὶ ξένη μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία. Ὁ μακαριστὸς μεγάλος θεολόγος καὶ Καθηγητὴς π. Ι. Ρωμανίδης, διευκρίνισε πὼς «Ἡ πατερικὴ παράδοσις δὲν εἶναι οὔτε κοινωνικὴ φιλοσοφία, οὔτε ἠθικὸ σύστημα, οὔτε θρησκευτικὸς δογματισμός, ἀλλ’ εἶναι θεραπευτικὴ ἀγωγή». Σὲ ἄλλο σημεῖο τόνισε πὼς «Ἡ Ὀρθοδοξία ξεχωρίζει ἀπὸ ἕνα μοναδικὸ φαινόμενο, ποῦ δὲν ὑπάρχει στὶς ἄλλες θρησκεῖες. Αὐτὸ εἶναι ἀνθρωπολογικὸ καὶ θεραπευτικό. Σ’ αὐτὸ διαφέρει. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία θεραπευτικὴ ἀγωγὴ ποῦ θεραπεύει τὴν ἀνθρώπινη προσωπικότητα».
Ἀντίθετα, στὴν αἵρεση ἢ στὰ ἄλλα θρησκευτικὰ σχήματα, λείπει ἡ δυνατότητα τῆς θεραπείας. Ἂν μποροῦσαν οἱ πάμπολλες καὶ πολυποίκιλες θρησκεῖες καὶ πλάνες νὰ προσφέρουν θεραπεία, δηλαδὴ σωτηρία, δὲν χρειάζονταν νὰ σαρκωθεῖ ὁ Θεὸς Λόγος, νὰ ἱδρύσει τὴν Ἁγία Τοῦ Ἐκκλησία, νὰ ὑποστεῖ ὁ Ἴδιος τὸν σταυρικὸ θάνατο, νὰ διωχθοῦν καὶ νὰ χύσουν τὸ αἷμα τοὺς ἑκατομμύρια μάρτυρες στὴν δισχιλιόχρονη ἱστορική της πορεία. Νὰ δοθοῦν μεγάλοι ἀγῶνες καὶ νὰ χυθοῦν ποταμοὶ μελάνης γιὰ τὴν διάσωση τῆς μόνης σώζουσας διδασκαλία της. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς δὲν ἵδρυσε θρησκεία, ἔστω την τελειότερη, ἀλλὰ μᾶς ἔδωσε τὴν Ἐκκλησία Του, τὸ μυστικὸ Τοῦ Σῶμα, μὲ κεφαλὴ τὸν Ἴδιο (Κόλ.1,18), νὰ εἶναι τὸ πνευματικὸ θεραπευτήριο στοὺς αἰῶνες, «αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ» (Κόλ.1,10).
Ὁ ἀοίδιμος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης διευκρινίζει καὶ πάλι: «Τί εἶναι ἡ αἵρεση; Στὴν πατερικὴ παράδοση αἵρεση εἶναι κομπογιαννιτισμός. Γιατί ἡ αἵρεση καταδικάζεται; ἐπειδὴ δὲν συμφωνοῦν στὸ δόγμα; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Καταδικάζεται, ἐπειδὴ στὴν αἵρεση δὲν ὑπάρχει θεραπεία. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει θεραπεία, εἶναι ἐπικίνδυνη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Πατέρες ἔβλεπαν τὴν αἵρεση ὡς ἕνα εἶδος κομπογιαννιτισμοῦ, ὅπου δὲν ὑπάρχει θεραπεία».
Καὶ γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ συλλογισμός του, ἔφερε χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἐπιστήμης: «Νομίζω, τὴν βασικὴ διαφορὰ μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε, ἂν πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Ἐκεῖ ἔχουμε τοὺς γιατροὺς ποὺ ἀνήκουν στὸν Ἰατρικὸ Σύλλογο. Ἂν δὲν εἶναι κάποιος γιατρὸς μέλος τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐξασκήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γιατροῦ. Γιὰ νὰ εἶναι ἕνας γιατρὸς νόμιμος, πρέπει ὄχι μόνο νὰ εἶναι ἀπόφοιτος μιᾶς ἀνεγνωρισμένης ἰατρικῆς σχολῆς, ἄλλα καὶ μέλος τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου. Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς δικηγόρους. Στὶς ἐπιστῆμες αὐτὲς ὑπάρχει μία συνεχὴς δοκιμασία· διότι, ἂν παρεκτραπεῖ κάποιος, ὡς πρὸς τὴν ὀρθὴ ἐξάσκηση τοῦ ἐπαγγέλματος του, τότε δικάζεται ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ὄργανο τοῦ ἐπαγγελματικοῦ Συλλόγου στὸν ὁποῖο ἀνήκει καὶ ἀποβάλλεται τοῦ ἐπαγγελματικοῦ Σώματος. Τὸ ἴδιο ὅμως συμβαίνει καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἀντίστοιχη διαδικασία μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀποβολή, δηλαδή, ἢ ἡ ἀποκοπὴ κάποιου μέλους της, ὀνομάζεται ἀφορισμὸς· προκειμένου δὲ περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος, καθαίρεσις, ἔτσι, οἱ αἱρετικοὶ ἀφορίζονται ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως στὸν ἰατρικὸ χῶρο σὲ ἕναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρὸ) δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ θεραπεύει, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπεῖ σὲ ἕναν αἱρετικὸ νὰ θεραπεύει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Διότι, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετικός, δὲν γνωρίζει, δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύει».
Καὶ καταλήγει ὁ διαπρεπὴς θεολόγος καὶ ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας: «Ὅταν ἐξετάζουμε τὶς διδασκαλίες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, θὰ δοῦμε ὅτι κάθε αἵρεση, ποὺ ἔχει καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, καταργοῦσε αὐτομάτως τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ Θεώσεως καὶ περὶ φωτισμοῦ καὶ ἔτσι καταστρέφεται ἡ εὐκαιρία τῆς θεραπείας. Ὁπότε, ἡ αἵρεση εἶναι αἵρεση, διότι καταστρέφει τὴν δυνατότητα θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου· γι’ αὐτὸ εἶναι αἵρεση».
Ὑπ’ αὐτὴ τὴν θεώρηση ὁ διαχρονικὸς ἀγῶνας τῶν ἁγίων Πατέρων κατὰ τῶν αἱρέσεων δὲν εἶναι κάποιας μορφῆς ἰδεολογικὴ ἀντιπαράθεση, σύγκρουση ἀπόψεων, μὲ τοὺς αἰρεσιάρχες, ἀλλὰ περιφρούρηση τῆς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ χριστιανικὴ πίστη, τὸ σύνολο τῶν δογματικῶν ἀρχῶν δὲν εἶναι θεωρήματα, ἢ ἰδεολογήματα, ἀλλὰ θεραπευτικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται στὴν Ἐκκλησία ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ τραύματα τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νοσηρότητα, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ συνεχῆ φθορὰ καὶ ἐν τέλει στὸ θάνατο, ἀφοῦ, ὅπως τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «τα ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας (εἶναι) θάνατος» (Ρώμ.6,23).
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὅποια ἀντιπαράθεση δὲν στοχεύει τὸν πεσμένο στὴν αἵρεση ἄνθρωπο, τὸν πνευματικὰ ἀσθενῆ, ἀλλὰ στὴν ἀναίρεση τῆς πλάνης του, στὴ θεραπεία του, μὲ τὴν ἀρχή: «ἀγάπη γιὰ τὸν αἱρετικό, ἀποστροφὴ γιὰ τὴν αἵρεση».
Ἐδῶ πρέπει νὰ κάμουμε ἀναφορὰ καὶ γιὰ τὴν ἄκρως λαθεμένη ἀντίληψη καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν (ἡ λέξη ἐντὸς καὶ ἐκτὸς εἰσαγωγικῶν) ἀπὸ τὸν παραφθαρμένο δυτικὸ Χριστιανισμό. Ὁ αἱρετικὸς δὲν εἶναι κατ’ αὐτὸν πνευματικὰ ἀσθενής, ἀλλὰ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἐγκληματίας προορισμένος γιὰ ψυχοσωματικὴ ἐξόντωση. Αὐτὰ μαρτυρεῖ ὁ φρικώδης θεσμὸς τῆς «Ἱερῆς Ἐξέτασης», ὁ ὁποῖος ὁδήγησε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τὸ θάνατο ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, στοὺς ὀκτὼ καὶ πλέον αἰῶνες λειτουργίας του. Μάλιστα, ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς δικονομικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ καὶ τὴν ἁμαρτία (παράβαση νόμου – τιμωρία – δικαίωση), δικαιολόγησε αὐτὲς τὶς φρικαλεότητες, ἤτοι: τὰ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος διὰ τῆς πυρᾶς, «ἐξιλεώνουν» τὸν αἱρετικὸ ἀπὸ τὴν «ἐνοχή» του καὶ ταυτόχρονα «ἐξαγιάζεται» καὶ ἡ ἀπάνθρωπη καὶ βδελυρὴ αὐτὴ πρακτική, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς πλέον ἀποκρουστικὲς καὶ ἐφιαλτικὲς σελίδες τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας! «Ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν τὸ πιὸ ἀπεχθὲς συλλογικὸ ὄργανο ψυχικῆς καὶ σωματικῆς ἐξουθένωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξευτέλισε, βασάνισε καὶ θανάτωσε χιλιάδες ἀνθρώπους γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς Πίστης. Σύνθημά της: Φωτιὰ στὸ κορμὶ γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ψυχή. Ἀπὸ τὴν ἀποτρόπαια ἱστορία τῶν βασανιστηρίων ποὺ ἐπινόησαν «οἱ κρατοῦντες» ἄνδρες, ἡ Ἱερὰ Ἐξέταση ὑπῆρξε τὸ πιὸ μισητὸ δεῖγμα»!
Νὰ προσθέσουμε ἀκόμη καὶ τὰ ἀνείπωτα ἐγκλήματα καὶ τὶς γενοκτονίες ἑκατομμυρίων θυμάτων τῶν «σταυροφοριῶν», τῶν ἀποικιοκρατῶν «ἱεραποστόλων», τῶν οὐνιτῶν στὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη καὶ ἀλλαχοῦ, τὴν φοβερὴ γενοκτονία 880.000 – 1.000.000 Ὀρθοδόξων Σέρβων, κατὰ διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου πολέμου, ἀπὸ τοὺς φασίστες παπικοὺς Κροάτες Οὐστάσι, κλπ. Τὸ «ἔγκλημά» τους ἦταν ὅτι ἤθελαν νὰ παραμείνουν ὀρθόδοξοι, ὅμως «αἱρετικοὶ» γιὰ τοὺς δυτικοὺς καὶ ἀρνήθηκαν νὰ σπασθοῦν τὶς κακοδοξίες τους!
Ἡ ἴδια φρίκη ὑπάρχει καὶ σὲ ἄλλες αἱρέσεις καὶ θρησκεῖες. Εἶναι γνωστὸ γιὰ τὸ πὼς ἀντιμετωπίζονται ἄνθρωποι ποὺ ἐγκαταλείπουν αἱρετικὲς ὁμάδες. Εἶναι ἐπίσης πασίγνωστες οἱ συνέπειες ἀποχώρησης ἀπὸ συγκεκριμένες θρησκεῖες, ὅπου ἡ ἀποστασία τιμωρεῖται ἀκόμα καὶ μὲ τὸ θάνατο!
Ἡ μοναδικὴ μία καὶ ἀδιαίρετη καὶ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οὐδέποτε μίσησε ἄνθρωπο, ἁμαρτωλὸ ἢ αἱρετικό. Οὐδέποτε ἐξουθένωσε οἱονδήποτε, πολλῷ δὲ μᾶλλον θανάτωσε γιὰ τὰ πιστεύω του. Ὅσο καὶ ἂν ἐρευνήσει κάποιος τὴν ἱστορία, δὲν θὰ βρεῖ οὐδεμία περίπτωση βασανισμοῦ ἢ θανάτωσης αἱρετικοῦ. Συμπεριφέρεται πάντα μὲ αἴσθημα ἀγάπης, θεωρῶντας τον πνευματικά ἀσθενῆ. Ἀκόμα καὶ ὅταν ἀναγκάζεται νὰ τὸν ἀποβάλλει ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, τὸ κάνει ἀπὸ ἀγάπη, τόσο πρὸς τὸν ἴδιο νὰ συναισθανθεῖ τὸ λάθος τους καὶ νὰ μετανοήσει, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους πιστούς, νὰ μὴν «μολυνθοῦν» ἀπὸ τὸ πνευματικὸ ἀπόστημα τοῦ ἀμετανόητου αἱρετικοῦ.
Στὶς δύστηνες ἡμέρες μας, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ πνευματικὴ σύγχυση, καὶ ὁ περιρρέον συγκρητισμὸς τείνει νὰ ἐξαφανίσει τὴν ἀλήθεια, βυθίζοντάς την στὸν δαιμονικὸ κυκεῶνα τῶν παντοειδῶν πλανῶν, κινδυνεύουμε οἱ πιστοὶ νὰ χάσουμε τὴν θεραπευτικὴ ἀξία καὶ δύναμη τῆς μόνης σώζουσας ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας. Εἶναι ἄκρως ἀνησυχητικὸ νὰ λέγεται ἀπὸ ἐπίσημα ἐκκλησιαστικὰ χείλη ὅτι ὑπάρχει ἀλήθεια, θεραπεία, σωτηρία, λύτρωση καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸ ἀπίστευτο καὶ ἀμάρτυρο στὴν πατερική μας παράδοση αἰτιολογικό, ὅτι «τὰ χαρισματικὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν ταυτίζονται μὲ τὰ κανονικά της»! Ὅτι «ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δρόμοι (ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας) ποὺ ὁδηγοῦν στὸ ἴδιο Θεό»! Καὶ τὸ πλέον τραγελαφικὸ καὶ ἀντιφατικό: «Ἡ Ἐκκλησία οὖσα ἀδιαίρετη ὡς πρὸς τὴν οὐσία της, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ», καὶ ἄλλα πολλά!
Κατόπιν αὐτῶν, κατὰ τὴν περίλαμπρη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἂς συνειδητοποιήσουμε οἱ συνειδητοὶ πιστοὶ ὅτι ἔχουμε τὴν ὕψιστη εὐλογία νὰ εἴμαστε μέλη τῆς μοναδικῆς καὶ ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθόδοξης, τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία οὔτε σφάλει, οὔτε, διαιρεῖται, οὔτε διασπᾶται καὶ προσφέρει, μόνον αὐτή, σωτηρία καὶ λύτρωση. Ἀκόμη ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι κατέχουμε, ἀποκλειστικὰ μόνον ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι, τὴν «ἅπαξ παραδοθείσα τοῖς ἁγίοις πίστη» (Ἰουδ.4), ἀκέραιη, ἀνόθευτη, ἀπαραχάρακτη, γνήσια καὶ σώζουσα. Ὅτι, αὐτὴ δὲν εἶναι κάποιο σύνολο θεωρημάτων, θρησκευτικῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεολογημάτων, ἀλλὰ βίωμα, τρόπος ζωῆς, ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη, μέθεξη μὲ τὴν ἔνσαρκη Ἀλήθεια (Ἰωάν.14,6), τὸν Λυτρωτή μας Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴν ρομφαία τοῦ σωστικοῦ Τοῦ λόγου «νενίκηκε τὸν κόσμον» (Ἰωάν.16,33), τὸ διάβολο, τὴν ἁμαρτία, τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ πίστη εἶναι «ἡ νικήσασα τὸν κόσμον» (Α’Ἰω.5,4). Αὐτὴ τὴν ἀληθινὴ καὶ σώζουσα πίστη ὀφείλουμε νὰ τηρήσουμε καὶ ἐμεῖς ἀπαραχάρακτη καὶ νὰ τὴν παραδώσουμε ἀνόθευτη στὶς ἑπόμενες γενιές, γιὰ νὰ ἔχει ἐς ἀεὶ τὴν θεραπευτικὴ καὶ ἀπολυτρωτική της δύναμη!
Ἀπολυτίκιον
Ήχος β’.
Την άχραντον εικόνα σου προσκυνούμεν αγαθέ, Αιτούμενοι συγχώρεσιν των πταισμάτων ημών βουλήσει γαρ ηυδόκησας ανελθείν εν τω Σταυρώ ίνα ρύση ους έπλασες εκ της δουλείας του εχθρού όθεν ευχαρίστως βοώμεν χαράς επλήρωσας τα πάντα ο σωτήρ ημών ο παραγενόμενος εις το σώσαι τον κόσμον.
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
1η Μαρτίου 2026 ἑορτάζουν:
Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν – Τῆς Ὀρθοδοξίας
Ἁγία Εὐδοκία ἡ ἀπὸ Σαμαρειτῶν ἡ Ὁσιομάρτυς
Ἁγία Ἀντωνίνα
Ἅγιος Παρασκευὰς ὁ Τραπεζούντιος ὁ νεομάρτυρας
Ὁσία Δομνίνα ἡ Νέα
Ἅγιοι Μάρκελλος καὶ Ἀντώνιος
Ἅγιοι Σιλβέστρος καὶ Σωφρόνιος
Ἅγιος Νεστοριανός
Ἅγιοι Χαρίσιος, Νικηφόρος καὶ Ἀγάπιος
Ὅσιος Ἀγάπιος ἀπὸ τὴ Σκήτη της Κολιτσοὺς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ τέσσερις ὅσιοι
Ἅγιος Σιλβέστρος Πατριάρχης
Ἁγία Ἀναστασία ἡ Νεομάρτυς
Ἅγιος David
Ἅγιοι Γερβάσιος καὶ Λέων οἱ αὐτάδελφοι
Ὅσιος Συνέσιος ὁ ἐν Λύσῃ τῆς Κύπρου ἀθλήσας
Ὅσιος Μαρτύριος τοῦ Ζελένσκ
Ὅσιος Λουκᾶς ὁ ἐκ Σικελίας
Ἅγιος Μεθόδιος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας
Ἁγία Ἀντωνίνα ἡ Ὁσιομάρτυς
Ἅγιος Παῦλος ὁ Ὁσιομάρτυρας
Σύναξη τῆς Παναγίας τῆς Παντάνασσας στὴν Σίκινο
