Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΩΣ ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΩΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Πατερικὴ Ὑπενθύμιση Γιὰ Τὴ Διάκριση, Τὴν Ταπείνωση Καὶ Τὴν Ἀγάπη

Τοῦ Ἀνδρέα Τουπαδάκη
Λαϊκὸς Ὀρθόδοξος Χριστιανός
31/01/2026

Προεισαγωγικὴ Σημείωση πρὸς τὸν Ἀναγνώστη

Τὸ κείμενο αὐτὸ γράφτηκε ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴ σέβεται, ὅπως ἐπίσης σέβεται καὶ τὴν Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων. Δὲν μειώνει οὔτε ὑποκαθιστᾶ τὴν εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας νὰ φυλάσσει τὴν πίστη καὶ νὰ διακρίνει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη, οὔτε προωθεῖ ἀλλοίωση τῆς πίστης ἢ σύγχυση.

Σκοπός του εἶναι νὰ δείξει, μὲ βάση τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, τη διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν ἀπόρριψη τῆς πλάνης καὶ στὴν κατάκριση των ἀνθρώπων, ὑπενθυμίζοντας ὅτι ἡ μέριμνα γιὰ τὴν ἀλήθεια, στὸ πνεῦμα της Ἐκκλησίας, συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ ταπείνωση, μετάνοια καὶ ἀγάπη, ἐντός του ὀρθόδοξου πατερικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους.

Ἂν κάποιος διαβάσει τὸ κείμενο αὐτὸ ὡς ἀμφισβήτηση τῆς Ὀρθοδοξίας, τότε δέν ἔχει κατανοήσει οὔτε τὸν σκοπό του οὔτε τὸ πατερικό του θεμέλιο.

Κείμενο

Ἀρκετοὶ χριστιανοὶ σήμερα νιώθουν σύγχυση καὶ ταραχή. Ἀπὸ τὴ μία, ὁ Χριστός μᾶς λέει καθαρὰ νὰ μὴν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, γιατί μὲ τὸ ἴδιο μέτρο πού κρίνουμε θὰ κριθοῦμε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, στὸν σημερινὸ θρησκευτικὸ λόγο ἀκοῦμε συχνὰ λέξεις ὅπως «αἵρεση» καὶ «αἱρετικὸς» νὰ λέγονται βιαστικά, σκληρὰ καί χωρὶς πνευματικὴ διάκριση.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντοτε ἔπαιρνε στὰ σοβαρὰ τὴ δογματικὴ ἀλήθεια. Ἀπό τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων ἔχει τὴν εὐθύνη νὰ φυλάσσει τὴν πίστη καὶ νά ξεχωρίζει τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Αὐτὴ ἡ εὐθύνη δὲν χάνεται ποτέ. Τό πρόβλημα ἀρχίζει ὅταν ἡ μέριμνα γιὰ τὴν ὀρθότητα χωρίζεται ἀπὸ τήν ταπείνωση, τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Ὅταν ἡ ἀλήθεια λέγεται χωρὶς ἀγάπη, παύει νὰ μοιάζει μὲ τὸν Χριστό.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς διόρθωνε τὸ λάθος χωρὶς νὰ παύει νὰ δείχνει ἔλεος. Τά Εὐαγγέλια Τὸν δείχνουν ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ πλησιάζει ἀνθρώπους ποὺ οἱ ἄλλοι θεωροῦσαν θρησκευτικὰ ἀμφισβητούμενους, κοινωνικὰ ἀπορριμμένους ἤ πνευματικὰ ἀδύναμους. Τοὺς μιλοῦσε, τοὺς διόρθωνε καὶ τοὺς καλοῦσε σέ μετάνοια, ἀλλὰ μὲ τρόπο ποὺ θεράπευε καὶ δὲν ταπείνωνε. Ἂν ἔτσι ἐνήργησε ὁ Χριστός, τότε ἡ σκληρότητα ποὺ συχνὰ βλέπουμε σήμερα στὸν θρησκευτικό λόγο χρειάζεται σοβαρὴ αὐτοεξέταση.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ στραφοῦμε στοὺς Ἁγίους γιὰ νὰ βροῦμε ἀπάντηση σέ αὐτὴ τὴ σύγχυση. Οἱ Ἅγιοι δὲν εἶναι μόνο ὁμολογητὲς τῆς σωστῆς πίστης· εἶναι ζωντανὰ παραδείγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Μέσα ἀπὸ τὴ ζωή τους φανερώνεται ὄχι μόνο τὸ περιεχόμενο τῆς πίστης τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ βιώνεται. Μᾶς δείχνουν ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν προστατεύεται μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ χτίζεται μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ Ἅγιοι πῆραν πολὺ σοβαρὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Νὰ γίνεστε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος». Δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτὸ σάν πνευματικὴ ἀνωτερότητα ἀλλὰ σὰν ἕναν ἀγῶνα ζωῆς πρὸς τὴν ταπείνωση, τη μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Ἀκολουθῶντας τὸν Χριστό, ποὺ εἶπε «Ἐγὼ εἶμαι ἡ Ὁδός», ἔδειξαν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας κυρίως μὲ τὴ ζωή τους καὶ ὄχι μέ σκληρὰ λόγια.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ πλάνη πρέπει νά διορθώνεται, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ προσβάλλονται. Ὅταν ἡ διόρθωση γίνεται μῖσος, τότε πληγώνεται ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια ποὺ λέγεται χωρίς ἀγάπη δὲν φανερώνει τὸν Χριστὸ καὶ παύει νὰ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στή σωτηρία.

Ἡ πνευματικὴ ζωὴ θεραπεύει τὰ βαθύτερα τραύματα τῆς ψυχῆς: την ὑπερηφάνεια, τὸν θυμό, τὸν φόβο καὶ τὸν πόνο ποὺ γεννᾶ τὸ ἐγώ. Οἱ Πατέρες ὀνομάζουν αὐτὴ τὴ θεραπεία «μετάνοια», δηλαδὴ ἀλλαγὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸ σημαίνει νὰ προσέχουμε τοὺς λογισμούς μας, νὰ καθαρίζουμε τις προθέσεις μας καὶ νὰ μαθαίνουμε νὰ ἀποκτοῦμε ταπεινὴ καὶ εἰρηνικὴ καρδιά. Δὲν εἶναι κάτι θεωρητικὸ· καλλιεργεῖται μὲ τὴν προσευχή, τὴν ὑπακοὴ στίς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τὸν πνευματικὸ ἀγῶνα καὶ τὴ ζωντανὴ ἐμπειρία των Ἁγίων.

Ἡ ἀναζήτηση καθοδήγησης ἀπὸ ἕναν πνευματικὰ ἔμπειρο ἄνθρωπο δὲν ἀναιρεῖ τὸν προσωπικὸ ἀγῶνα τοῦ καθενός, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ τὸν στηρίξει καὶ νὰ τόν προσανατολίσει σωστά. Χωρὶς τέτοια στήριξη, ἡ πορεία πρὸς τὸν Θεὸ συχνά γίνεται πιὸ δύσκολη καὶ πιὸ ἐπίπονη, ὄχι ἀπὸ ἔλλειψη καλῆς προθέσεως, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ τὴ σύγχυση ποὺ συνοδεύει τὸν ἐσωτερικό ἀγῶνα.

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος μιλᾶ γιὰ μιὰ καρδιὰ γεμάτη ἔλεος, ποὺ καίγεται ἀπό ἀγάπη γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Δὲν πρόκειται γιὰ συναισθηματισμό, ἀλλὰ γιὰ βαθιά πνευματικὴ ἀλήθεια. Ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν γεννᾶ σκληρὴ κρίση, ἀλλά συμπόνια ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ταπείνωση. Ἐκεῖ ὅπου κυριαρχεῖ ἡ καταδίκη, ἡ πνευματικὴ γνώση παραμένει ἐλλιπής. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα διδάσκει ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν ὠφελεῖται ὅταν ἐμπλέκεται σὲ διαμάχες λόγων περὶ πίστεως μέ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ὅτι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ σιωπή διαφυλάσσουν καλύτερα τόσο τὴν καρδιὰ ὅσο καὶ τὴ μαρτυρία τῆς ἀλήθειας.

Ἐδῶ φτάνουμε καὶ στὴ βιαστικὴ ἢ πνευματικὰ ἀδιάκριτη χρήση τῆς λέξης «αἱρετικὸς» στὸν σημερινὸ ἐκκλησιαστικὸ λόγο. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς καλεῖ νά δοῦμε προσεκτικὰ πῶς ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στάθηκε ἀπέναντι σὲ ἀνθρώπους πού θεωροῦνταν θρησκευτικὰ περιθωριοποιημένοι. Τὴν ἐποχή Του, οἱ Σαμαρεῖτες θεωροῦνταν ἀμφισβητούμενοι ὡς πρὸς τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς θρησκευτικούς ἡγέτες τῆς ἐποχῆς. Κι ὅμως, δὲν ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἀπέρριψαν τὸν Χριστό, ἀλλὰ οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τῆς ἐποχῆς ποὺ εἶχαν μεγάλη ἐμπιστοσύνη στή θρησκευτική τους ὀρθότητα.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει κάθε φορὰ ποὺ ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ὀρθότητα χωρίζεται ἀπό τὴν ταπείνωση. Ὑπάρχει ὁ πειρασμός, ἀκόμη κι ὅταν κάποιος νομίζει ὅτι ὑπερασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ χαρακτηρίζει ἄλλους —εἴτε βρίσκονται ἐκτός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, εἴτε σὲ διαφορετικὸ στάδιο πνευματικῆς ὡριμότητας ὡς ἐχθροὺς τῆς πίστης ἢ πνευματικὰ χαμένους. Πολὺ συχνὰ ὅμως, αὐτὸς ὁ λόγος δὲν ὁδηγεῖ σὲ μετάνοια ἢ προσευχή, ἀλλὰ σὲ ἀποκλεισμό, χλευασμό, πνευματικὴ ὑπερηφάνεια καὶ ὁρισμένες φορὲς ἀκόμα καὶ σὲ πράξεις βίας. Ἀντί νὰ φυλάσσει τὴν πίστη, σκληραίνει τὶς καρδιὲς καὶ ἐμποδίζει τὴ μαρτυρία του Εὐαγγελίου.

Ὁ Χριστὸς μᾶς προειδοποίησε γι’ αὐτὸν τὸν κίνδυνο λέγοντας: «Ὁ λαὸς αὐτός μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους ἀπέχει πολὺ ἀπὸ μένα». Μιὰ πίστη πού μένει μόνο σὲ σωστὲς λέξεις καὶ χαρακτηρισμούς, χωρὶς ἐσωτερικὴ ἀλλαγή, δέν προστατεύει τὴν Ἐκκλησία· ἀντίθετα, ἀποδυναμώνει τὴν πνευματική της ἀξιοπιστία.

Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης μιλᾶ πολὺ καθαρά: Ὅποιος καταδικάζει τους ἄλλους δὲν ἔχει ἀκόμη μάθει τὴν ταπείνωση καὶ ἔτσι ἀπομακρύνεται ἀπὸ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν Ἅγιο, ἡ καταδίκη δὲν εἶναι σημάδι διάκρισης, ἀλλά ἔνδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀκόμη δουλειὰ μὲ τὸν ἑαυτό του.

Τὰ Εὐαγγέλια δείχνουν συνεχῶς πῶς ὁ Χριστὸς ἑνώνει τὴν ἀλήθεια μὲ τήν ταπείνωση. Ὅταν μίλησε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα στὸ πηγάδι, πέρασε ὅρια πού σόκαραν τοὺς γύρω Του. Τῆς ἀποκάλυψε ὅτι ἡ ἀληθινὴ λατρεία δὲν περιορίζεται σὲ τόπο, ἔθνος ἢ ἐξωτερικὸ τύπο, ἀλλὰ γίνεται «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία». Αὐτό δὲν ἦταν ἄρνηση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ βαθύτερη κατανόησή της.

Πολλὲς φορὲς βλέπουμε στὰ Εὐαγγέλια ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνταν περιθωριοποιημένοι ἀνταποκρίνονται στὸν Χριστὸ μὲ πίστη καὶ εὐγνωμοσύνη, ἐνῷ ὅσοι εἶχαν ἐμπιστοσύνη στὴ θρησκευτική τους θέση στέκονται ἀπέναντί Του. Ἀπὸ τοὺς δέκα λεπροὺς ποὺ θεράπευσε, μόνο ἕνας γύρισε νὰ Τόν εὐχαριστήσει — καὶ αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Στὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ὁ ἀληθινὸς πλησίον δὲν εἶναι ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος, ἀλλά ἐκεῖνος ποὺ ἡ κοινωνία περιφρονοῦσε.

Ὅταν ὁ Χριστὸς φανέρωσε ἀνοιχτὰ τὴν ὑποκρισία, πολλοὶ προσβλήθηκαν καί Τὸν κατηγόρησαν. Ἡ ἀλήθεια ποὺ ἐλέγχει τὴν ὑπερηφάνεια συχνὰ συναντᾶ ἐχθρότητα ἀντὶ γιὰ μετάνοια. Ἡ Χαναναία γυναῖκα, παρ’ ὅτι θεωροῦνταν εἰδωλολάτρισσα, ἔδειξε τέτοια ταπείνωση καὶ πίστη ὥστε ὁ Χριστὸς τὴ δέχθηκε μὲ ἔλεος. Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος, ξένος πρὸς τὸν Ἰσραήλ, ἔδειξε πίστη πού προκάλεσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ὅλα αὐτὰ δείχνουν καθαρὰ ὅτι ἡ θρησκευτικὴ ἰδιότητα ἀπὸ μόνη της δὲν ἐξασφαλίζει οὔτε ταπείνωση οὔτε ἐγγύτητα πρὸς τὸν Θεό.

Ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ κάποτε θέλησαν νὰ κατεβάσουν φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὲ ὅσους Τὸν ἀπέρριψαν. Ὁ Χριστὸς τοὺς μάλωσε.Τούς ἔδειξε ὅτι ὁ ζῆλος χωρὶς ἀγάπη δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό.

Κάποιοι ἄνθρωποι ἀνησυχοῦν μήπως τέτοιες σκέψεις χαλαρώνουν τὴν πίστη ἤ μιλοῦν γιὰ μιὰ ψεύτικη ἑνότητα. Στὴν πραγματικότητα, τὸ πρόβλημα εἶναι ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἑνότητα χωρὶς νὰ ἀλλάζουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Τὸ Εὐαγγέλιο δέν προχωρᾶ μὲ συνθήματα, ἰδεολογικὲς μάχες καὶ ἀντιπαραθέσεις ἢ δυνατές φωνές, ἀλλὰ μὲ κένωση, θυσία καὶ Σταυρό.

Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε στοὺς μαθητές Του νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο μέ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ νὰ δώσουν μαρτυρία μὲ τὴ ζωή τους. Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται σήμερα ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πιὸ δυνατὲς φωνές, ἀλλὰ βαθύτερες καρδιές. Ὅταν οἱ πιστοὶ ζοῦν μὲ μετάνοια, ταπείνωση καὶ ἀγάπη, ἡ ἀλήθεια μιλᾶ ἀπὸ μόνη της χωρὶς μῖσος, χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς συμβιβασμό.

Τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν χαλαρώνει τὴν πίστη οὔτε λέει ὅτι ὅλα εἶναι τὸ ἴδιο. Σέβεται τὴν εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας νὰ κρατᾶ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ξεχωρίζει τὸ σωστὸ ἀπό τὸ λάθος. Ἐκεῖνο ποὺ ἀμφισβητεῖ εἶναι ἡ ἀντικατάσταση τῆς πνευματικῆς διάκρισης ἀπὸ τὴν καταδίκη. Οἱ Πατέρες —ἰδίως ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος καὶ ὁ Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης— μᾶς προειδοποιοῦν καθαρὰ ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ μῖσος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀμετανόητη κρίση δέν χωροῦν στὴ ζωὴ ἐν Χριστῷ.

Ἡ ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία δὲν φυλάσσεται μόνο μὲ σωστὰ λόγια, ἀλλὰ μὲ καρδιές ποὺ ἔχουν σφραγιστεῖ ἀπὸ τὴ μετάνοια, τὴν ἀγάπη καὶ τὸν Σταυρό.

 

Σημείωση

Ἐνδεικτικὸ τοῦ πειρασμοῦ ποὺ μπορεῖ νὰ προκύψει, ὅταν ἡ μέριμνα γιὰ τήν «ὀρθότητα» ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ διάκριση, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζονται σὲ ὁρισμένα περιβάλλοντα, πρόσωπα ὅπως ἡ Γαβριηλία Παπαγιάννη, ἔχοντας ἐπισήμως ἁγιοκαταταχθεῖ ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καὶ ὁ Γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Ἀριζονίτης, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε περισσότερα ἀπὸ εἴκοσι ὀρθόδοξα μοναστήρια καὶ ἔχει στηρίξει πνευματικὰ πολλοὺς πιστούς.

Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν κρίση προσώπων, ἀλλὰ στὴν ἐπισήμανση ἑνὸς φαινομένου ποὺ ἀφορᾶ τὸν τρόπο ἄσκησης τοῦ ζήλου μέσα στήν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ ἀναφορὰ γίνεται ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ὁ

τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθεῖ ὁ ζῆλος χωρὶς διάκριση, καὶ δέν ὑποκαθιστᾶ σὲ καμία περίπτωση τὴν κρίση τῆς Ἐκκλησίας.

 

Ὑποσημειώσεις – Εὐαγγελικὲς καὶ Πατερικὲς Παραπομπές

Εὐαγγελικὲς Παραπομπές

  1. Μάτθ. 7:1–2
    «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε.»
    (Μὴν κρίνετε, γιὰ νὰ μὴ κριθεῖτε· γιατί μὲ τὸ ἴδιο μέτρο ποὺ κρίνετε, θά κριθεῖτε.)
  2. Ἰωάν. 13:34–35
    «Ἐντὸλὴν καῖνὴν δίδωμι ὑμῖν… ἐν τοὺτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστε.»
    (Σᾶς δίνω μιὰ νέα ἐντολή: νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον… ἀπὸ αὐτὸ θά καταλάβουν ὅλοι ὅτι εἶστε μαθητές μου.)
  3. Ἰωάν. 8:11
    «Οὐδὲ ἐγὼ σὲ κατακρίνω· πορεύου καὶ μηκέτι ἁμάρτανε.»
    (Οὔτε ἐγὼ σὲ καταδικάζω· πήγαινε καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα μὴν ἁμαρτάνεις.)
  4. Λούκ. 9:54–55
    «Στραφεῖς δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε.»
    (Στράφηκε καὶ τοὺς ἐπέπληξε λέγοντας: δὲν ξέρετε ἀπὸ ποιό πνεῦμα εἶστε.)
  5. Μάτθ. 23:13–15
    Καταγγελία τῆς θρησκευτικῆς ὑποκρισίας ποὺ συνθλίβει τοὺς ἀνθρώπους στό ὄνομα τῆς «ὀρθότητας».
  6. Λούκ. 18:9–14
    Παραβολὴ Φαρισαίου καὶ Τελώνη: ἡ ἐξωτερικὴ δικαίωση χωρὶς ταπείνωση δέν σώζει.
  7. Μάτθ. 11:29
    «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ.»
    (Μάθετε ἀπὸ μένα, γιατί εἶμαι πρᾶος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά.)
  8. Ἰωάν. 4:23–24
    «Οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ Πὰτρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ.»
    (Οἱ ἀληθινοὶ προσκυνητὲς θὰ λατρεύουν τὸν Πατέρα μὲ πνεῦμα καὶ ἀλήθεια.)
  9. Λούκ. 10:33–37
    Παραβολὴ Καλοῦ Σαμαρείτη: ὁ πλησίον δὲν ὁρίζεται ἀπὸ θρησκευτική
    ταυτότητα ἀλλὰ ἀπὸ ἔλεος.
  10. Λούκ. 17:15–16
    Ὁ εὐγνώμων λεπρὸς ἦταν Σαμαρείτης.
  11. Μάτθ. 15:8
    «Ὁ λὰὸς ὁὗτος τοῖς χείλεσι μὲ τίμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ.»
    (Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἡ καρδιά τους εἶναι μακριὰ ἀπὸ μένα.)
  12. Ἰωάν. 14:6
    «Ἐγὼ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.»
    (Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.)

 

Πατερικὲς Παραπομπές

  1. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
    «Οὐ τὴν πλάνην ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ τὸν πλανώμενον.»
    (Δὲν ἀγαπᾶμε τὴν πλάνη, ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ πλανιέται.)
  2. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
    «Οὐδὲν ψυχρότερον ἀληθείας ἄνευ ἀγάπης.»
    (Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ ψυχρὸ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια χωρὶς ἀγάπη.)
  3. Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος
    «Ὅποὺ ἔστιν ἀγάπη, οὐκ ἔστιν φόβος.»
    (Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, δὲν ὑπάρχει φόβος.)
  4. Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος
    «Ἡ ἀληθινὴ γνῶσις γὲννᾷ συμπάθειαν, οὐ κρίσιν.»
    (Ἡ ἀληθινὴ γνώση γεννᾶ συμπόνια, ὄχι καταδίκη.)
  5. Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης
    «Ὅποιός καταδικάζει τὸὺς ἄλλους, δὲν ἔμαθε ἀκόμη τὴν ταπείνωση.»
    (Ὅποιος καταδικάζει τοὺς ἄλλους, δὲν ἔχει ἀκόμη μάθει τὴν ταπείνωση.)
  6. Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης
    «Ὅποὺ ἔστι κατάκρισις, ἐκεῖ οὐκ ἔστι Πνεῦμα Ἅγιον.»
    (Ὅπου ὑπάρχει κατάκριση, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.)
  7. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
    «Ὁ μισῶν τὸν πλησίον, ψεύδεται λέγων ὅτι ἀγαπᾷ τὸν Θεόν.»
    (Ὅποιος μισεῖ τον πλησίον του, ψεύδεται ὅταν λέει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεό.)
  8. Ἀββᾶς Δωρόθεος
    «Ἡ ταπείνωσις φυλάσσει καὶ τὰ χαρίσματα.»
    (Ἡ ταπείνωση διαφυλάσσει ἀκόμη καὶ τὰ χαρίσματα.)
  9. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
    «Οὐ τὸ λέγειν πὲρὶ Θεοῦ μέγα, ἀλλὰ τὸ καθαρθῆναι.»
    (Δὲν εἶναι μεγάλο πρᾶγμα νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ καθαρθεῖ.)
  10. Εὐάγριος ὁ Ποντικός
    «Ἡ γνῶσις χὼρὶς ταπεινώσεως γίνεται δαιμονική.»
    (Ἡ γνώση χωρὶς ταπείνωση γίνεται δαιμονική.)
  11. Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος
    «Κρεῖσσον σιωπᾶν μὲ ταπείνωσιν, ἢ λαλεῖν μὲ παρρησίαν ἄνευ ἀγάπης.»
    (Καλύτερα νὰ σωπαίνει κανεὶς μὲ ταπείνωση, παρὰ νὰ μιλᾶ μὲ τόλμη χωρίς
    ἀγάπη.)
  12. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος
    «Ἡ κατάκρισις ἐστὶν θυγάτηρ τῆς ὑπερηφανείας.»
    (Ἡ κατάκριση εἶναι παιδὶ τῆς ὑπερηφάνειας.)

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *