Ψυχή καί σῶμα. Συγκάτοικοι ἤ δέσμιοι;

Ἡ καρδιά μας, δεμένη με τήν φθαρτότητα τῶν ὁρατῶν, μᾶς ἀπατᾶ καί πετᾶ τὴν ψυχή μας πάνω στο σῶμα μας, ἔτσι πού ἡ ψυχή μας ἐγκλωβισμένη στις παράλογες ἐπιθυμίες καρδιᾶς καί σώματος ἀναζητᾶ λύτρωση.

Ὁ Ἰησοῦς, ὁ λυτρωτής ἡμῶν, δύναται νά σηκώσει τίς ψυχές μας ἄν Τόν ἀναζητήσουμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις, ὥστε νά φωνάζουμε μαζί μέ τόν προφήτη Δαβίδ: «Ὅτι πρός σέ, Κύριε, ἦρα τήν ψυχή μου… Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς (τοῦ σώματός μου), τὴν ψυχή μου, τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου».

Ἡ βασική πηγή τῆς στενοχώριας εἶναι ὅταν ἡ ψυχή δένεται πολύ δυνατά μέ τόν συγγενή της, τό σῶμα. Ἐνῶ θά ἔπρεπε να φιλοξενεῖται στό σῶμα, ὡς προσωρινός ἐπισκέπτης, καί νά δένεται μέ τόν Θεό καί μόνο. Οἱ ἅγιοί μας τόσο πολύ ἔδεναν τις ψυχές τους μέ τόν Θεό, πού οἱ πόνοι τους γλύκαιναν στα μαρτύριά τους, ἐν ὥρᾳ δυνατῆς προσευχῆς. Ἔτσι:

α) Ὁ ἄγιος Πορφύριος καυτηρίασε χωρίς ἀναισθητικό ἕνα ἐξόγκωμα στην κεφαλή του, δίχως καμία ἀντίδραση, καθώς ὁ νοῦς του ἦταν βυθισμένος στην προσευχή καί ἔνιωθε να στέκεται κάτω ἀπό τὸν Ἐσταυρωμένο.

β) Ἡ ἁγία Ματρώνα, ή Ρωσίδα ἀόμματη, ἐνῶ εἶχαν παγώσει καί κολλήσει τά μαλλιά της στον τοῖχο ἀπό τόν πάγο, ἦταν προσηλωμένη στην προσευχή καί ἔμοιαζε να κοιμᾶται ἀτάραχη.

γ) Η ἁγία Ειρήνη ή Χρυσοβαλάντου, ἐνῶ προσευχόταν, εἶχε ἀρπάξει φωτιά τό ράσο της καί δέν ἔνιωθε τίποτα.

δ) Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὅσο προσευχόταν δοσμένος στόν Θεό ἔνιωθε ἀκούραστος. Μόλις ὁ νοῦς του στράφηκε στο σῶμα του καί σκέφτηκε να φορέσει μιά ζακέτα, καθώς ἔκανε κρύο καί εἶχε μόνο ἕναν πνεύμονα, σωριάστηκε κάτω.

ε) Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος Ζαχάρωφ γιά πολύ καιρό ζοῦσε ἐν ὥρᾳ προσευχῆς τήν ἐμπειρία τοῦ ἄυλου καί ἄκτιστου φωτός. Ἑνός φωτός πολύ πιό δυνατοῦ ἀπό τόν ἥλιο. Ὅταν σε ἐρώτηση μοναχοῦ γιά τό πῶς εἶναι τὸ οὐράνιο φῶς, στράφηκε στον ἑαυτό του γιά νά τό περιγράψει, ἔχασε αὐτήν τήν ἐμπειρία. Γι’ αὐτό ἔλεγε πώς γιά νά διατηρήσεις τήν χάρη μέσα σου, πρέπει τὸ πνεῦμα σου νά ὁρμᾶ συνεχῶς στόν Θεό ἀνεπιστρεπτί (χωρίς νὰ ἐπιστρέφει ἐντός σου).

Ἕνα παιδί ἦταν ἀνήσυχο: «Πάτερ, πῶς βλέπετε τόν ἑπόμενο πόλεμο;». «Παιδί μου, δέν ὑπάρχει ἐπόμενος πόλεμος οὔτε καί προηγούμενος. Ἀπό τότε πού οἱ Πρωτόπλαστοι “σκότωσαν” μέσα τους τόν Θεό, μέ συνέπεια ὁ ἕνας γιός να σκοτώσει τόν ἄλλον, ὁ πόλεμος μαίνεται ἀσταμάτητα μέ ποταμούς αἱμάτων νὰ κυλοῦν πάνω στήν γῆ. Ἐξάλλου, ὁ πόλεμος συνεχῶς λειτουργεῖ μέσα στίς καρδιές μας, ἀπό τότε πού οἱ ψυχές μας σάν στρείδια κόλλησαν στα σώματά μας, παρασύροντάς τες στην φθορά. Ἔτσι οἱ ψυχές ἀντί νά εἶναι οἱ βασιλικοί ἐπισκέπτες τῶν σωμάτων μας γίνανε οἱ σκλάβες τους, πού τίς χειραγωγοῦν στίς παράλογες ἐπιθυμίες τους».

Οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι εἶχαν πεῖ πώς τό σῶμα εἶναι ἡ φυλακή τῆς ψυχῆς. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί λέμε πώς εἶναι ὁ ναός τῆς ψυχῆς. Ὅπως καί νά ἔχει, δέν εἶναι ἀνόητο ὅλη μέρα να βάφεις τά κάγκελα τῆς φυλακῆς καί ὁ φυλακισμένος νά πεθαίνει τῆς πείνας; Καί πόσο στενάχωρο, ὅταν ὅλη μέρα περιποιεῖσαι περικαλλεῖς ναούς, χωρίς να τελοῦνται μέσα σε αὐτούς ἀκολουθίες, ἀντίθετα παραμένουν έρημωμένοι, γεμάτοι ἀράχνες καί τρωκτικά, Καί οἱ ψυχές μας, ἀτάιστες, νιαουρίζουν μέσα στά σώματά μας, διαμαρτύρονται καί χτυποῦν τά «κάγκελά μας», ἐμφανίζοντας ἀρρώστιες καί αὐτοάνοσα ἐντός μας.

Οἱ ψυχές μας τρεφόμενες μέ τήν προσευχή καί τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη ξαναζωντανεύουν, ἑλκύουν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τίς ξεκολλᾶ ἀπό τήν φθαρτότητα τῶν σωμάτων μας και τίς δένει μέ τό ἀναλλοίωτο Ἅγιο Πνεῦμα. Μάλιστα, εἶναι τέτοια ἡ δύναμη τῆς Θείας Χάριτος, πού ἁπλώνεται προστατευτική καί στά σώματά μας, τά ὁποῖα σε μερικούς ἁγίους μένουν ἄφθαρτα μέσα στούς αἰῶνες.

Νά λοιπόν γιατί οἱ πόλεμοι δέν θά σταματήσουν ποτέ. Διότι στόν μεγάλο πόλεμο μέσα μας, οἱ ψυχές συνεχῶς χάνουν ἔδαφος ἀπό τά σώματά μας. Διότι οἱ ψυχές μας ἀπό βασίλισσες μεταβάλλονται σέ σκλάβες. Διότι οἱ ψυχές μας τελοῦν ἐν ὁμηρίᾳ στίς παράλογες ἐπιθυμίες τῶν σωμάτων μας. Καί τότε γιά ποιά νίκη σε πολέμους μποροῦμε μετά νά μιλᾶμε; Οἱ ἧττες πάντα θα βασανίζουν τήν ἀνθρωπότητα ὅσο τα φθαρτά σώματα θά δεσπόζουν στίς ἄφθαρτες καί ἀθάνατες ψυχές μας.

Κάποτε ὁ ἄγιος Σιλουανός ρώτησε τόν ἅγιο Σωφρόνιο: «Νιώθετε ἄνετα να προσεύχεστε στην Καλύβη αὐτή;». Καί τοῦ ἀπάντησε: «Ναί. Κατά καιρούς μοῦ φαίνεται ὅτι λησμονῶ τόν κόσμο. Θυμᾶμαι ὅμως τό σῶμα μου», προφανῶς ἐπειδή τό σῶμα εἶχε τίς ἀνάγκες του. Καί τόν ἐξέπληξε ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀγίου Σιλουανοῦ: «Ἀλλά καί τό σῶμα τί εἶναι; Δέν εἶναι ἄραγε καί αὐτό κόσμος;». Αὐτό δείχνει τήν μεγάλη πνευματική κατάσταση τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ, πού ἔφθασε νά βιώνει ἀκόμη καί τήν ἀναστολή τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν.

21 Ἰανουαρίου 2021

Πηγή: «Ὅταν συγχρονίζει ὁ Χριστός», Ἀρχιμ. Ἀρσένιος Κωτσόπουλος, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος, σελ. 98-101

 

 

Συντάκτης

Σχολιάστε

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα απαραίτητα πεδία είναι μαρκαρισμένα *