
Ἔλεγε ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ὁ Κατουνακιώτης ὅτι στὴν Ἱερὰ Σκήτη τοῦ Ξενοφῶντος, ὁ Γέροντας τῆς Καλύβας “Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου” Γρηγόριος Ἱερομόναχος, εἶχε ὑποτακτικὸ πολὺ ἁπλό, ἀγαθὸ καὶ ἄκακο, Θεοφύλακτο ὀνομαζόμενον.
Ὁ Μοναχὸς Θεοφύλακτος, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων, ποὺ γίνεται ὁ μεγάλος Ἁγιασμός, ὅταν ἄκουσε τὰ τροπάρια καὶ τὶς εὐχὲς ποὺ ψάλλει ἡ Ἐκκλησίας μας καὶ τὰ ὁποῖα λένε: “Σήμερον ἁγιάζεται ἡ φύσις τῶν ὑδάτων….”, τοῦ φάνηκε κάπως περίεργο καὶ ὅταν τελείωσε ἡ τελετή, ρώτησε τὸ Γέροντά του Παπα-Γρηγόρη: “Γέροντα, ἄκουσα στὰ τροπάρια καὶ στὶς εὐχὲς νὰ λέτε πῶς “Σήμερον ἁγιάζεται ἡ φύσις τῶν ὑδάτων…”, πῶς γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ ὅλα τὰ νερὰ ἁγιάζονται; Ἁγιάζονται καὶ τὰ νερὰ τῆς θαλάσσης;”
Ὁ Γέροντας τοῦ Παπα-Γρηγόρης σ’ αυτά ἀπάντησε: “Ἀδερφὲ Θεοφύλακτε, ὁ Πανάγαθος Θεός, μὲ τὶς προσευχὲς τῶν ἀνθρώπων, ποὺ γίνονται μὲ ταπείνωση, ἀπὸ ἀδιάκριτη καὶ ἀκλόνητη πίστι, μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐπενεργεῖ ἐπὶ τῶν ἐμψύχων καὶ ἀψύχων ἀκόμη μεταβάλλει αὐτὰ καὶ τὰ ἁγιάζει, γιὰ νὰ καθαρίσει καὶ ἁγιάσει μ’ αυτά τοὺς πιστοὺς δούλους του.
Ὅπως, ἐπὶ παραδείγματι, ἁγιάζει τὸ νερὸ καὶ τὸ λάδι στὸ Βάπτισμα, καὶ ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο, καὶ καθαρίζει αὐτὸν ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα καὶ ἀπὸ κάθε εἴδους ἄλλης ἁμαρτίας καὶ ἔτσι βγαίνει ἀπὸ τὴν Ἁγία Κολυμβήθρα ἁγνός, καθαρὸς καὶ τέλειος χριστιανός.
Ὅπως μεταβάλλει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, ποὺ προσφέρει θυσία τῶν χριστιανῶν ὁ ἱερεὺς καὶ μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὰ κάνει ἀπὸ ψωμί – Σῶμα καὶ ἀπὸ κρασί – Αἷμα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ γίνονται τὰ Τίμια Δῶρα, ποὺ μεταλαμβάνουν οἱ πιστοί, καὶ μ’ αὐτὰ ὅταν ἄξιοι καὶ καθαροί, μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση τὰ παίρνουν, ἁγιάζονται καὶ θεοποιοῦνται.
Ὅπως μεταβάλλει τὸ λάδι τοῦ εὐχελαίου καὶ γίνεται θεραπευτικὸ μέσο στοὺς μετὰ πίστεως χριωμένους. Ἔτσι ἀγαπητὲ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται μὲ τὴ χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ φύσι τῶν ὑδάτων.
Ὁ Μοναχὸς Θεοφύλακτος γιὰ δεύτερη φορὰ ρώτησε τὸ Γέροντα τοῦ καὶ τοῦ εἶπε:
–Πάτερ καὶ τὸ νερὸ τῆς θαλάσσης ἁγιάζεται κι αὐτό;
–Ναὶ ἀδερφέ, ἄκουσε καὶ γι’ αὐτό: Ὅταν ὁ πρωτάγγελος Ἑωσφόρος, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειά του, ξέπεσε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ σὰν ἀστραπὴ βρέθηκε στὰ κατώτερα μέρη, στὰ κατάβαθα τῆς γῆς, ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ τάρταρα τοῦ Ἅδη, τότε πέφτοντας αὐτός, παρέσυρε μὲ τὴν πτώση του τὸ ἕνα τρίτο (1/3) ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους, ποὺ κι αὐτοὶ ἔγιναν ὅπως κι ὁ ἀρχηγὸς τοὺς Δαίμονες.
Πέφτοντας αὐτοί, οἱ πρώην Ἄγγελοι, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς πρὸς τὴ γῆ καὶ ἐπειδὴ ἐξακολουθοῦσαν νὰ πέφτουν συνέχεια κι ἄλλοι ἄγγελοι, τότε στάθηκε στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ ὁ μέγας Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μὲ τὴν πύρινη ρομφαία, φώναξε πρὸς ὅλους τοὺς Ἀγγέλους καὶ εἶπε: “Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου Θεοῦ” καὶ μὲ τὴ φωνὴ αὐτὴ συνῆλθαν οἱ Ἄγγελοι καὶ σταμάτησαν νὰ πέφτουν.
Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ εἶχαν πέσει, μὲ τὸ πρόσταγμα αὐτὸ τοῦ Ἀρχιστράτηγου Μιχαήλ, σταμάτησαν ἐκεῖ ποὺ βρέθηκαν, ἄλλοι στὸν ἀέρα κι ἔγιναν τὰ ἐναέρια Τελώνια, ἄλλοι στὴ γῆ, κι ἔγιναν οἱ πειρασμοὶ καὶ ἐξουσιαστὲς τῆς γῆς, κι ἄλλοι στὰ ὕδατα τῶν ποταμῶν τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅπου πειράζουν, δοκιμάζουν καὶ πνίγουν τοὺς διερχομένους ἐπειδή, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου “Ἀπ’ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἀνθρωποκτόνος ἔστι” (Ἰωάν. Ἡ’ 44).
Ὅταν ὅμως ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὅπως λέγουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, μὲ τὸ μέγα καὶ ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς θείας ἐνσάρκου Αὐτοῦ οἰκονομίας, μὲ τὴ κάθοδο Του ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἁγίασε τὸν ἀέρα, τὴ γῆ, τὴ θάλασσα, τὰ ὕδατα καὶ πάντα “τὰ ἐν αὐτοῖς”, καὶ μὲ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατήργησε τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ ποὺ εἶχε, πρὶν νὰ σαρκωθεῖ ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους, στὰ ζῶα καὶ στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, καὶ ἔτσι ὁ ἀέρας, ἡ γῆ καὶ τὸ νερὸ ἁγιάσθηκαν, ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ἡ ἡμέρα αὐτὴ τῶν Θεοφανείων, πάτερ Θεοφύλακτε, ὅπου γίνεται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός, γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας καὶ τῆς θεοφανείας τοῦ τρισυπόστατου καὶ τρισηλίου Θεοῦ τῶν χριστιανῶν, τοῦ Ποιητοῦ καὶ Δημιουργοῦ τῶν ὅλων, ποὺ σὰν σήμερα στὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, παρουσιάστηκε ὁ οὐράνιος Πατέρας μὲ τὴ φωνὴ καὶ ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ τὸ ἔστειλε σὰν ἕνα περιστέρι ἐπάνω στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ, μ’ αὐτὸ δείχνοντάς μας, τὸ Χριστό, εἶπε: “Ὁὗτος ἐστὶν ὁ υἱὸς μοῦ ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. Αὐτοῦ ἀκούετε»” (Ματθαίου ἰζ’ 5) δηλαδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγαπημένο μου παιδί, ὁ μονογενής, μὲ τὸν ὁποῖον, ὅπως δημιουργήσαμε μαζὶ μ’ αὐτὸν καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τὸν κόσμο ὅλον, ἔτσι καὶ τώρα εὐδόκησα, μέσον Αὐτοῦ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος καὶ νὰ ἀναγεννηθεῖ ἀνακαινιζόμενος μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα.
Ἐὰν λοιπὸν θέλεις νὰ δοκιμάσεις τὴν ἀλήθεια ὅλων αὐτῶν ποὺ σοῦ εἶπα, πήγαινε πάτερ Θεοφύλακτε, κάτω στὴ θάλασσα σήμερα, νὰ ἰδεῖς πὼς τὸ νερὸ εἶναι γλυκὸ καὶ πίνεται.
Ὁ ἁπλὸς κι ἀγαθὸς Μοναχὸς Θεοφύλακτος, παρ’ ὅλο τὸν κόπο τῆς ἀγρυπνίας, μόλις ἄκουσε αὐτὰ τὰ πράγματα γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ, πῆρε ἕνα μικρὸ δοχεῖο καὶ πῆγε ἀμέσως στὴ θάλασσα, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ Σκήτη αὐτὴ ἀπέχει περισσότερο ἀπὸ μιὰ ὥρα πεζοπορία, ἔσκυψε μὲ ταπείνωση καὶ τυφλὴ ὑπακοή, πῆρε νερὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἤπιε καὶ μετὰ θαυμασμοῦ εἶδε πὼς τὸ νερὸ ἦταν γλυκὸ καὶ πινόταν μὲ εὐχαρίστηση. Γέμισε τὸ δοχεῖο του καὶ γύρισε στὸ Γέροντά του, τὸν ὁποῖον ἀφοῦ εὐχαρίστησε τοῦ ἔδωκε νὰ πιεῖ κι αὐτὸς ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς θάλασσας, ἤπιε κι ἐκεῖνος καὶ δόξασαν “τὸν θαυμαστὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἔργοις καὶ τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ” (Ψάλμ. ΞΖ’36).
Πέρασαν περισσότερα ἀπὸ τριάντα χρόνια, ὁ Γέροντας Παπα-Γρηγόρης, πλήρης ἡμερῶν, ἀρρώστησε καὶ κοιμήθηκε τὸν αἰώνιο ὕπνο. Ὁ ὑποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε νὰ παίρνει κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, νερὸ ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ συνεχίζονταν τὸ ἴδιο θαῦμα, τὸ νερὸ νὰ εἶναι γλυκὸ καὶ πόσιμο.
Τρία χρόνια μετὰ τὸ θάνατο τοῦ γέροντά του, ὁ πάτερ Θεοφύλακτος, μετὰ τὴν ἀγρυπνία τῶν Θεοφανείων, ὅταν βγῆκαν οἱ Πατέρες ἀπὸ τὸ “Κυριακὸ” βλέπουν τὸν ἀδερφὸ Θεοφύλακτο νὰ πηγαίνει περισσότερο κάτω ἀπὸ τὴν Καλύβα ποὺ ἔμενε. Οἱ ἄλλοι Πατέρες τῆς Σκήτης τότε τὸν ρώτησαν:
–Γιὰ ποὺ πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δὲ θὰ πᾶς νὰ ξεκουραστεῖς σπίτι σου;
Ὁ πάτερ Θεοφύλακτος γιὰ ἀπάντηση, τοὺς φανέρωσε τὸ μέχρι τότε ἄγνωστο στοὺς ἄλλους Πατέρες τῆς Σκήτης θαῦμα, πὼς δηλαδὴ τὴν ἡμέρα τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ τὸ νερὸ τῆς θαλάσσης γίνεται γλυκὸ καὶ πίνεται.
Οἱ πατέρες, ἐπειδὴ γνώριζαν πὼς ὁ ἀδερφὸς αὐτὸς ἦταν ἁπλὸς καὶ ἄκακος, δὲν πίστεψαν τὰ λόγια του καὶ τὸν εἰρωνεύτηκαν.
–Ἄϊντε καημένε νὰ ξεκουραστεῖς καὶ πᾶς μετὰ νὰ μᾶς φέρεις κι ἐμᾶς νὰ πιοῦμε… θάλασσα!
Ὁ πάτερ Θεοφύλακτος ὅμως δὲν ἔδωκε καμία σημασία στὰ λόγια τους, πῆγε στὴ θάλασσα ἤπιε, ὅπως ἔκανε μέχρι τότε, νερὸ ποὺ ἦταν γλυκό, γέμισε καὶ τὸ δοχεῖο του καὶ τὸ πῆγε νὰ πιοῦν καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες.
Ἐκεῖνοι μὲ εἰρωνεία καὶ δυσπιστία πῆραν τὸ νερὸ αὐτὸ νὰ πιοῦν, ἀλλὰ τὸ μέχρι τότε κείνη τὴ στιγμὴ γλυκὸ νερό, γιὰ τὴν ἀπιστία τους ἔγινε ἀλμυρώτερο καὶ πικρότερο ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.
Τότε ὁ ἀδερφὸς Θεοφύλακτος τοὺς φανέρωσε πὼς ἐπὶ τριάντα καὶ πλέον χρόνια πίνανε μὲ τὸ Γέροντά του τὸ γλυκύτατο καὶ νοστιμότατο, γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη νερὸ τῆς θάλασσας. Καὶ ἔτσι ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη γιὰ τὴν ἀπιστία τῶν Πατέρων σταμάτησε νὰ γίνεται τὸ θαῦμα αὐτό!
Πηγή: immorfou.org.cy
